Ως γνωστό το ΝΑΤΟ είναι μια συμμαχία χωρών κάτω από την ίδια ασπίδα ασφαλείας και η επίθεση εναντίον ενός μέλους του ΝΑΤΟ είναι επίθεση σε όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Τι συμβαίνει όμως όταν ένα μέλος του ΝΑΤΟ επιτίθεται σε ένα άλλο μέλος του ΝΑΤΟ;
Το τελευταίο διάστημα ο Λευκός Οίκος εξετάζει όλες τις δυνατότητες για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς του νησιού ή της χρήσης στρατιωτικής βίας. Ο Τραμπ σχεδιάζει να προσαρτήσει το νησί της Δανίας κατά την διάρκεια της τρέχουσας θητείας του, καθώς αποτελεί προτεραιότητα της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ. «Η προσάρτηση της Γροιλανδίας είναι κρίσιμη για την αποτροπή των αντιπάλων των ΗΠΑ στην Αρκτική», τονίζουν τα τελευταία εικοσιτετράωρα αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ.
Η Γροιλανδία είναι μέρος της Δανίας από το 1814, από το 1979 ως αυτόνομη περιοχή . Το 1951, η Ουάσιγκτον και η Κοπεγχάγη, εκτός από τις δεσμεύσεις τους στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, υπέγραψαν το Σύμφωνο για την Άμυνα της Γροιλανδίας. Σε αυτό, οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να υπερασπιστούν το νησί από πιθανές επιθέσεις.
Έχουμε λοιπόν μια τρέχουσα κατάσταση όπου οι ΗΠΑ, το βασικότερο μέλος του ΝΑΤΟ, εκφράζουν ενδιαφέρον για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, η οποία είναι έδαφος της Δανίας, ενός άλλου μέλους του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, η Δανία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, η Γροιλανδία αποτελεί έδαφος της ΕΕ. Έτσι, αυτή η εκτυλισσόμενη κατάσταση δημιουργεί μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ δύο βασικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και της ΕΕ. Προφανώς, εάν οι ΗΠΑ προσαρτήσουν την Γροιλανδία χρησιμοποιώντας στρατιωτική δύναμη, οι γεωπολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις αυτού του γεγονότος αναμφίβολα θα ήταν τεράστιες.
Το ενδιαφέρον του Τραμπ για την Γροιλανδία δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε προκαλεί ιδιαίτερα έκπληξη. Προφανώς ο τρόπος με τον οποίο το εκφράζει είναι περισσότερο show business παρά διπλωματικός, αλλά υπενθυμίζουμε ότι το ενδιαφέρον του για την αγορά ή προσάρτηση της Γροιλανδίας το είχε εκφράσει από το 2019, ο φόβος για την Κίνα ήταν το βασικό κίνητρο και τότε και τώρα.
Η Γροιλανδία θεωρείται σημαντική για τις ΗΠΑ. Γεωγραφικά, το μεγαλύτερο νησί του κόσμου είναι μέρος της βορειοαμερικανικής ηπείρου και ως εκ τούτου ένα κομμάτι στο αμυντικό σύστημα της Βόρειας Αμερικής. Οι ΗΠΑ έχουν την στρατιωτική βάση «Pituffik» (πρώην Thule Space Force Base) στο βορειοδυτικό άκρο του νησιού από το 1951. Σήμερα, η βάση είναι μέρος της Διαστημικής Δύναμης των ΗΠΑ και κεντρική για την παρακολούθηση της πυραυλικής και διαστημικής δραστηριότητας. Το 2024, το αμερικανικό Πεντάγωνο παρουσίασε μια νέα στρατηγική ασφάλειας για την Αρκτική ως απάντηση στη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική κατάσταση μετά την ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία το 2022. Ωστόσο, η πρώτη χώρα που ανησυχεί τις ΗΠΑ δεν είναι η Ρωσία, η οποία αναμφίβολα έχει άμεσα γεωπολιτικά συμφέροντα στην Αρκτική, αλλά η Κίνα, ένα μη αρκτικό κράτος.
Η Γροιλανδία ως μέρος του Αρκτικού Κύκλου, μαζί με τον υπόλοιπο «Απώτατο Βορρά», είναι στρατηγικά τοποθετημένη στις συντομότερες διαδρομές που συνδέουν την Ασία, την Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική. Ενώ το 80% της Γροιλανδίας παραμένει καλυμμένο όλο το χρόνο από πάγο πάχους τριών χιλιομέτρων, η απόψυξη των παγετώνων της Αρκτικής αυξάνει την κατοικήσιμη επιφάνεια του νησιού και ξεκλειδώνει νέους φυσικούς πόρους όπως το πετρέλαιο και τα ορυκτά. Είναι φυσικό λοιπόν, παγκόσμιες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία που αγωνίζονται να επεκτείνουν την στρατιωτική και οικονομική επιρροή τους στην περιοχή της Αρκτικής να αυξάνουν το ενδιαφέρον τους για την Γροιλανδία καθώς γίνεται πιο κατοικήσιμη.
Η Κίνα την τελευταία δεκαετία έχει επενδύσει 450 δισεκατομμύρια δολάρια σε χώρες της Αρκτικής για να δημιουργήσει την Διαδρομή της Βόρειας Θάλασσας (ΝSR, North See Route), μια συντομότερη ναυτιλιακή διαδρομή προς την Ευρώπη με συνοδευτική υποβρύχια σύνδεση στο διαδίκτυο. Τα καλώδια διαδικτύου της διαδρομής της Βόρειας Θάλασσας υποστηρίζουν την μελλοντική τεχνολογική ανάπτυξη στην Αρκτική και επιτρέπουν στην Κίνα να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες παρακολουθώντας τον κυβερνοχώρο γύρω από την περιοχή. Εκτός από τις τεχνολογικές εξελίξεις, η Κίνα εδραίωσε τον έλεγχο των βιομηχανιών εξόρυξης σιδήρου και ουρανίου της Γροιλανδίας. Το Πεκίνο δήλωσε την πρόθεσή του ήδη από το 2018 να δημιουργήσει έναν «Πολικό Δρόμο του Μεταξιού», προκειμένου να συνδέσει την Ευρώπη με την Ασία και να διευκολύνει τις θαλάσσιες διαδρομές μεταφοράς. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι ο «Πολικός Δρόμος του Μεταξιού» απειλεί τα συμφέροντα τους επειδή αυτός ο Δρόμος περιλαμβάνει και μια άλλη αντίπαλη δύναμη, την Ρωσία.
Με αυτά τα δεδομένα, με εξελισσόμενη την διαδικασία αποπαγκοσμιοποίησης, την αμφισβήτηση της μονοπολικότητας και την κατάσταση στην Βενεζουέλα με την πειρατική απόπειρα αλλαγής καθεστώτος, η πιθανότητα οι ΗΠΑ να αναλάβουν μονομερή στρατιωτική δράση για να πάρουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας δεν μπορεί να αποκλειστεί, δεδομένης της απρόβλεπτης φύσης του Τραμπ και της άποψής του ότι το νησί της Βόρειας Αμερικής είναι κρίσιμο για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ένα τέτοιο ακραίο σενάριο θα συνιστούσε επίθεση εναντίον ενός ιδρυτικού μέλους του ΝΑΤΟ και θα ενεργοποιούσε το Άρθρο 5, απαιτώντας από την υπόλοιπη Συμμαχία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της συλλογικής άμυνας κινητοποιώντας τις στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ και την υλικοτεχνική υποστήριξη για την υπεράσπιση της κυριαρχίας της Δανίας.
Αλλά με την πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη στην συμμαχία να είναι ο πιθανός επιτιθέμενος εναντίον της Δανίας, ποιες ρεαλιστικές επιλογές θα είχαν τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ για την υπεράσπιση του εδάφους της σκανδιναβικής χώρας; Το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν τα μέλη του ΝΑΤΟ είναι να καταδικάσουν συλλογικά την ενέργεια, να απομονώσουν διπλωματικά τις ΗΠΑ και να επιβάλουν κυρώσεις για να πιέσουν για ανατροπή. Η Δανία θα μπορούσε να φέρει το θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ή στο Διεθνές Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει την κυριαρχία της και να ζητήσει παγκόσμια υποστήριξη. Αλλά όλα αυτά είναι δύσκολα και ανεφάρμοστα, δεδομένου του ισχυρού στρατιωτικού αποτυπώματος των ΗΠΑ στην Γροιλανδία. Ούτως μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ θα ήταν αδύνατη, έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι θα ήταν μεταξύ δύο μελών της Συμμαχίας.
Όμως ακόμα κι αν ο Τραμπ δεν ακολουθήσει τα δικά του λόγια για την προσάρτηση της Γροιλανδίας μέσω στρατιωτικής βίας, οι δηλώσεις του ήδη έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο ΝΑΤΟ, στις σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ και την δυναμική των διατλαντικών σχέσεων, καθώς τα ευρωπαϊκά έθνη, ιδιαίτερα η Δανία, αντιλαμβάνονται την στάση του Τραμπ ως επιθετική και απορριπτική των διεθνών κανόνων και των αρχών της Συμμαχίας.
Το ΝΑΤΟ έχει επιβιώσει από συγκρούσεις μεταξύ συμμάχων στο παρελθόν. Η Ελλάδα και η Τουρκία, για παράδειγμα, βρίσκονται σε αδιέξοδο από το 1974 λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής της Βόρειας Κύπρου. Αλλά οι ΗΠΑ, το πλουσιότερο και ισχυρότερο μέλος του ΝΑΤΟ, έχουν διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στην επίλυση αυτής της σύγκρουσης. Τώρα που οι ίδιες οι ΗΠΑ θα είναι η αιτία, το ΝΑΤΟ δεν θα μπορέσει να επιβιώσει από μια βίαιη προσάρτηση. Η Συμμαχία δεν θα είχε νόημα, ακόμα κι αν συνεχιστεί στα χαρτιά.
Είτε πρόκειται για παιχνίδια πειρατείας είτε για απληστία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν στο άμεσο μέλλον δυσάρεστες επιλογές. Μια πιθανότητα είναι να επιμείνουμε στην ενιαία σκληρή γραμμή που έχει προκύψει τις τελευταίες ημέρες και να καταστήσουν σαφές ότι οποιοδήποτε βήμα στην Γροιλανδία θα μπορούσε να προκαλέσει αντίδραση από τους Ευρωπαίους συμμάχους, πλέον όχι κατά της Ρωσίας ή της Κίνας ως συνηθίζεται, αλλά αδιανόητα, κατά των ΗΠΑ.
Η επίκληση της ρήτρας συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ, γνωστή ως Άρθρο 5, η οποία ορίζει ότι μια επίθεση σε ένα μέλος θεωρείται επίθεση σε όλους, απαιτεί την ομοφωνία και των 32 συμμάχων. Φυσικά, οι ΗΠΑ θα απέρριπταν οποιοδήποτε αίτημα για βοήθεια από την Δανία και έτσι θα εξουδετέρωναν de facto την Συνθήκη, καθώς το Άρθρο 5 δεν προβλέπει ότι η επιτιθέμενη χώρα θα ήταν μέλος του ΝΑΤΟ. Ούτως, η προοπτική μιας τέτοιας σύγκρουσης από μόνη της δείχνει πόσο πιο δύσκολο έχει γίνει για τους συμμάχους των ΗΠΑ να ακολουθήσουν την γραμμή του Τραμπ. Αυτό θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε δραστική αποδυνάμωση της διατλαντικής συμμαχίας, αν όχι στο τέλος της.
Μετά το αποτρεπτικό παράδειγμα του Λευκού Οίκου στην Βενεζουέλα, αυξάνεται ο φόβος στους Συμμάχους ότι τα διεθνή πρωτόκολλα και το διεθνές δίκαιο στην πραγματικότητα είναι στα σκουπίδια. Και η μεγαλύτερη ανησυχία τους είναι ίσως απλή: Μπορεί το ΝΑΤΟ να επιζήσει;
1 Comment
Comments are closed.