(ΝΙΤΣΕ, ΔΕΞΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ Μέρος 5)
«Για να ζει κανείς μόνος, πρέπει να είναι θηρίο ή θεός-λέει ο Αριστοτέλης. Απουσιάζει η Τρίτη περίπτωση: Πρέπει κανείς να είναι και τα δύο-φιλόσοφος»
Ο Θάνατος του Θεού
«Πώς; Είναι ο άνθρωπος απλώς ένα λάθος του Θεού; Ή απλώς ο Θεός είναι ένα λάθος του ανθρώπου;»
Το έργο και οι ιδέες του Νίτσε χαρακτηρίζονται από την σκληρή κι ανυποχώρητη αντισυμβατικότητά τους, τον ανατρεπτικό τους χαρακτήρα και τον μηδενιστικό τρόπο με τον οποίο έκρινε και απέρριπτε την ηθική των παραδοσιακών πολιτισμών, ιδιαίτερα δε του Χριστιανισμού.
Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης και στοχαστικής αμφισβήτησης ο Νίτσε τολμά και διακηρύσσει τον Θάνατο του Θεού. Μέσα από αυτόν τον αφορισμό ο Νίτσε διακηρύσσει την ελευθερία του ανθρώπου. Θεωρούσε, δηλαδή, πως η προσκόλληση των ανθρώπων-πιστών στην Ηθική του Χριστιανισμού διαμόρφωνε αγέλες ανθρώπων χωρίς βούληση και δημιουργικότητα.
«Δεν έχετε ακούσει για εκείνον τον τρελό που άναψε ένα φαναράκι μες στο ολοφώτεινο πρωινό κι άρχισε να φωνάζει ακατάπαυστα «Ψάχνω το Θεό!»… «Πού είναι ο Θεός;» φώναξε. «Θα σας πω εγώ που είναι! Τον σκοτώσαμε! Εσείς κι εγώ! Όλοι είμαστε οι δολοφόνοι του! Μα πως το κάναμε… Ο Θεός είναι και παραμείνει νεκρός! Εμείς τον σκοτώσαμε!».
Για τον φιλόσοφο τα γνωρίσματα των δούλων και των πιστών προπαγανδίστηκαν ως αρετές από το σύστημα κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κυριαρχεί στον κόσμο η μαλθακή δικαιοσύνη των ειρηνικών και όχι η δύναμη, η χαυνωτική πραότητα και όχι το ρηξικέλευθο πνεύμα. Έτσι οι κοινωνίες εβάλτωσαν, οπότε συνακόλουθα ευνουχίστηκαν όλες οι δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου.
Κρίνοντας αυστηρά τον Σωκράτη και τον Ιησού, ο Νίτσε στο «Λυκόφως των Ειδώλων» σαλπίζει την κατάκτηση της ελευθερίας και την ευδαιμονία των ανθρώπων, αλλά μέσα από τη βίωση της ορμής για δύναμη και όχι μέσα από την «ηθική των ματαιώσεων» που επέβαλε η βιοθεώρηση του Χριστιανισμού.
Ανατρέποντας την παλαιά ηθική και τα παραδοσιακά στερεότυπα περί ισότητας ο Ζαρατούστρας διακηρύσσει εμφαντικά την ανισότητα των ανώτερων ανθρώπων. «Τώρα, όμως, ο Θεός αυτός πέθανε. Μπροστά στον όχλο δεν θέλουμε να είμαστε ίσοι. Ω ανώτεροι άνθρωποι, αποφεύγετε την αγορά!».
Στο πλαίσιο της αποδόμησης του παλαιού συστήματος ηθικής και προτύπων ο Νίτσε θεωρεί, δια στόματος Ζαρατούστρα, πως ο θάνατος του θεού αποτελούσε την κύρια πηγή-αιτία της δουλείας του ανθρώπου, τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την αυθεντική ζωή του.
«Μπροστά στο Θεό!- Να, όμως, που πέθανε ο Θεός! Ω ανώτεροι άνθρωποι, ο Θεός αυτός ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνός σας…Εμπρός! Εμπρός, λοιπόν! Ω ανώτεροι άνθρωποι! Τώρα μόνο θα γεννήσει το βουνό του μέλλοντος των ανθρώπων. Ο Θεός πέθανε: Τώρα πια θέλουμε να ζήσει ο Υπεράνθρωπος».
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάβαση από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο είναι ο θάνατος του Θεού. Όταν ο Νίτσε αναφέρεται στον Θεό, εννοεί τον χριστιανικό Θεό, δηλαδή, μιαν εξωτερική παντοδύναμη οντότητα που λειτουργεί ως κοσμική ρυθμιστική αρχή και στης οποίας τις ηθικές επιταγές οφείλουν να υποτάσσονται όλοι οι άνθρωποι. Πρόκειται, λοιπόν, για μιαν εξουσιαστική σχέση, από τα δεσμά της οποίας παλεύει να ξεφύγει ο άνθρωπος. Ωστόσο, ο θάνατος του Θεού δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια πράξη θρησκευτικής ασέβειας, αλλά ως ένα βήμα αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου και απαλλαγής του από τον ετεροκαθορισμό. Η ρήξη με τον Θεό σηματοδοτεί μια νέα αφετηρία, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι ο απόλυτος κύριος του εαυτού του και αναζητεί τα νοήματα, εκκινώντας από το μηδέν και ορμώμενος ισχυρά από μιαν εσωτερική ενεργοποίηση, όχι απευθυνόμενος σε μιαν ανώτερη δύναμη.
Με τον θάνατο του Θεού δημιουργούνται οι συνθήκες για τη μετάβαση από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο, σε μιαν αυθυπέρβαση προς την οντολογική ανωτερότητα. Ο Νίτσε θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν υφίσταται ουσιαστικά, αλλά αποτελεί το μεσοδιάστημα μεταξύ ζώου και Υπερανθρώπου και οφείλει με κάθε τρόπο να στοχεύει στην εξύψωσή του. Ο άνθρωπος, ξεκινώντας από το μηδέν, παίρνει τη θέση του Θεού και έχοντας πλέον ο ίδιος την ευθύνη των πράξεών του, κατευθύνει τη βούλησή του προς όποια κατεύθυνση επιθυμεί. Μέσα σε αυτήν την ελευθερία δημιουργούνται οι συνθήκες για την αναθεώρηση των ηθικών και κοινωνικών αξιών και τη μεταστροφή τους, ώστε να στοχεύουν στην ανάπτυξη του ανθρώπου και στην ευτυχία του. Αυτό ακριβώς είναι ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε.
Ζαρατούστρας – Ο Υπεράνθρωπος
«Σάς διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Τι κάνατε εσείς, για να τον ξεπεράσετε;» «Τάδε έφη Ζαρατούστρας»
Στο οραματικό αυτό κείμενο παρουσιάζεται η ιστορία του φιλόσοφου Ζαρατούστρα, ο οποίος, όταν έγινε τριάντα ετών, απομακρύνθηκε από τον ανθρώπινο πολιτισμό και έγινε ερημίτης σε ένα βουνό. Έπειτα από δέκα χρόνια απομόνωσης, κατά τη διάρκεια των οποίων συνέθεσε το φιλοσοφικό του βιοθεώρημα, πήρε την απόφαση να αφήσει το βουνό του και να μεταφέρει στους ανθρώπους το περιεχόμενο της σκέψης του, διδάσκοντάς τους τον Υπεράνθρωπο και προσπαθώντας να προετοιμάσει τους ανθρώπους για τη μετάβαση σε αυτό το ανώτερο πνευματικά στάδιο. Κηρύττει, λοιπόν, τον θάνατο του Θεού και την ανάγκη για αναθεώρηση των αξιών που θα έχουν ως αποτέλεσμα μιαν οντολογική αναβάθμιση. Κεντρικό πυρήνα του κειμένου αποτελεί, επίσης, η ιδέα της «αιώνιας επιστροφής», που αποτελεί μία από τις κορυφαίες συλλήψεις του Νίτσε.
Στο τεράστιο αυτό έργο του ο Νίτσε παραθέτει ακριβώς την ιδέα του υπεράνθρωπου, όπου ένα πνευματικά ανώτερο ον, καταπατά τον άνθρωπο, τον αφήνει πίσω, και τελικά τον ξεπερνά. Ο Νίτσε υποστηρίζει πως η εξέλιξη μας δεν έχει ολοκληρωθεί κάνοντας έναν παραλληλισμό βασιζόμενος πάνω στην εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. «Ο πίθηκος, είναι για τον άνθρωπο, ότι είναι για τον υπεράνθρωπο ο άνθρωπος». Δηλώνοντας ότι αυτό που είμαστε τώρα είναι μια γέφυρα, μια τεντωμένη χορδή, όπου πρέπει να διαβούμε, με τόλμη και θάρρος, με κίνδυνο και αρετή, μέχρι να φτάσουμε στο «Μεγάλο μεσημέρι» δηλαδή στα μισά της διαδρομής, από τον άνθρωπο προς το κάτι ανώτερο.
Στην πρώτη ομιλία του ο Ζαρατούστρα, συγκεντρώνει τα πλήθη, με σκοπό να εκφράσει τις ιδέες τους. Πράγμα που όπως θα περίμενε κανείς, δεν πηγαίνει και τόσο καλά. Με μια πίκρα ο Νίτσε σε εκείνο το σημείο θέλει να δείξει την«δύναμη του συρφετού» και την ανελαστικότητα της μάζας, απέναντι σε κάθε τι καινούργιο. Ξαφνικά, όσο ο κόσμος χλευάζει τον Ζαρατούστρα, πάνω από το πλήθος, ένας σχοινοβάτης αποφασίζει να περπατήσει σ΄ ένα τεντωμένο σχοινί που στηρίζεται σε δυο πύργους. Χωρίς επιτυχία όμως, καθώς πέφτει από το σχοινί όσο ένας άλλος ζογκλέρ με χάρη και ευελιξία περνάει από πάνω του, και τον ρίχνει κάτω αφήνοντας τον ετοιμοθάνατο. Με αυτήν την αλληγορική παραβολή ο Νίτσε τονίζει ξανά το ταξίδι του ανθρώπου, παρομοιάζοντας την τωρινή μας κατάσταση με ένα τεντωμένο σκοινί και θέτοντας παραμέτρους στο εγχείρημα του υπεράνθρωπου.
«Πρώτα πρέπει να μάθεις να περπατάς, μετά να τρέχεις, και τέλος να πετάς. Μη ξεχνάς όμως πάντα να είσαι προσγειωμένος στο έδαφος» δηλώνει παρακάτω, ταυτίζοντας τον γενναίο σχοινοβάτη με τον δημιουργό. Ο δημιουργός ο όποιος ξεφεύγει από το «σκυλολόι και τον συρφετό» καταπατά τους φόβους του, ξεπερνά τον εαυτό του και βαδίζει προς κάτι ανώτερο. Ταυτόχρονα όμως, ο σχοινοβάτης πρέπει να πεθάνει, πρέπει να «δύσει» για να γεννηθεί ο υπεράνθρωπος. Δείχνοντας μας πως η καταστροφή είναι πάντα απαραίτητη για την δημιουργία, «χρειάζεσαι χάος στην ζωή σου, για να γεννήσεις ένα αστέρι που χορεύει» τονίζει ο Νίτσε, δείχνοντας μας, πως οι σκληρότερες προσωπικότητες, και οι πιο ατσάλινες θελήσεις, βγαίνουν μέσα απ΄ το σκοτάδι, και την άβυσσο.
Ποια είναι όμως τα γνωρίσματα που συνθέτουν τον υπεράνθρωπο; Ποιο είναι το πρότυπο του υπεράνθρωπου στο μυαλό του Νίτσε; Και το πιο βασικό: Μπορούμε ποτέ να φτάσουμε εκεί πέρα; Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ο υπεράνθρωπος δεν έχει καμία σχέση με ένα απαραιτήτως τεράστιο IQ, με την δυνατότητα να διενεργείς τεράστιες αριθμητικές πράξεις ή να παίζεις πιάνο από τη…. βρεφική ηλικία σου. Οι αξίες που ενδείκνυνται είναι εντελώς διαφορετικές. Ξεκινώντας την τεραστία αυτή ανάλυση ο Νίτσε, βρέθηκε σε θανάσιμη αντιπαράθεση με τις κλασσικές αξίες του χριστιανισμού, καθώς όλα τα δεινά της σημερινής κοινωνίας κατ’ αυτόν ξεκινάνε και τελειώνουν εκεί. Στην γενεαλογία της ηθικής ο Νίτσε επανεξετάζει όλες τις αξίες κάνοντας «Μιαν ηθική επαναξιολόγηση» φτάνοντας στην ριζά του καλού του κακού.
Αρχίζοντας από την αυγή της θέσπισης των αξίων από τους (υπεράνθρωπους) δηλώνει (ίσως λίγο κυνικά και απόλυτα) πως αξίες όπως επιτυχία, δόξα, νίκη, δημιουργία και ερωτική επιτυχία ήταν αξίες των λίγων, των αριστοκρατών, των υπεράνθρωπων. Πολύ σύντομα όμως, ο συρφετός και η πλέμπα πληγωμένη από την σκιά των τιτάνων υπεράνθρωπων, γέμιζε την καρδιά της με φθόνο, καθώς δεν μπορούσε με κανένα φυσικό τρόπο να φτάσει τους δημιουργούς των αξιών. Έτσι ο Νίτσε μας λέει πως, η μάζα, οι πολλοί δηλαδή, γέννησαν τον χριστιανισμό, την θέσπιση δηλαδή καινούργιων εσφαλμένων αξιών. Μέσα από τα σπάργανα μιας κοινωνίας που θυμίζει μιαν ανοιχτή πληγή, μια ιδεολογία που είχε την μορφή αντίποινων γεννήθηκε για να πλήξει τους υπεράνθρωπους μέσω της ενοχής. Έτσι αξίες όπως δημιουργία, πρωτοπορία, χρήμα, επιτυχία, δόξα, σεξουαλική θελκτικότητα και ηγεσία, δαιμονοποιήθηκαν μέσα από τον φθόνο των φτωχών.
Με τον τρόπον αυτόν οι πολλοί κατάφεραν καταδικάζοντας τις ζώσες αξίες τους με την ίδρυση των αντίθετων τους αξιών, που ήσαν εφικτές για τους πολλούς. Τους «τελευταίους ανθρώπους» όπως τους χαρακτηρίζει. Έτσι για τον συρφετό η πενία μετατράπηκε σε ταπεινοφροσύνη και αιώνια βασιλεία, ενώ ο πλούτος σε αιώνια καταδίκη. Η ερωτική θελκτικότητα σε λαγνεία που πρέπει να την απαρνείται κανείς μέσω της παρθενίας. Η καλλιέργεια του σώματος και του πνεύματος σε ματαιοδοξία, που πρέπει να τιμωρείται με νηστεία και καταπόνηση. Η αγάπη της ζωής και η δημιουργία, σε αγάπη και λατρεία του θανάτου και περιφρόνηση της ζωής. Και τέλος η συναγωνιστική ζήλια που μας ανυψώνει και μας περνάει στην γέφυρα του υπεράνθρωπου, σε κάτι που πρέπει να ξορκίσουμε από μέσα μας και να ντρεπόμαστε.
Μετά την επαναξιολόγηση ο Νίτσε κλείνει με μια διάσημη ρήση του δηλώνοντας τον βαθύ αθεϊσμό του, άλλα ταυτόχρονα την πίστη στην δύναμη και την μοίρα του ανθρώπου, το λεγόμενο «Amor Fati» (αγάπη της μοίρας). «Ο Θεός πέθανε! Πρέπει να είναι νεκρός, γιατί αν οι θεοί ήταν ζωντανοί, πως θα άντεχα να μην είμαι και εγώ θεός; Μέχρι τώρα υπήρχε ο θεός, πλέον όμως σας δίδαξα τον υπεράνθρωπο!»
Παραθέτοντας λοιπόν όλες τις αξίες που συνθέτουν τον υπεράνθρωπο, βλέπουμε πως οι ρήσεις του χριστιανισμού διδάσκουν το άκρως αντίθετο, κρατώντας μας «αγκυροβολημένους» στον πυθμένα της ύπαρξης, μακριά από οποιαδήποτε ανέλιξη. Γυρνώντας λίγο στην εποχή μας θα δούμε ότι τα προφητικά λογία του Νίτσε δεν απέχουν και πολύ από την πραγματικότητα. Ενώ ο χριστιανισμός διδάσκει την άρνηση του εαυτού μας, ο Νίτσε μας λέει ότι το μυστικό για τον δρόμο του δημιουργού-υπεράνθρωπου είναι η αποδοχή, με άλλα λόγια το ελληνικό «γνώθι σαυτόν». Όπως ένα δέντρο, ριζώνει μέσα στο χώμα, βαθιά στο σκοτάδι, στην άβυσσο, στο κακό για να ανεβεί ψηλά, έτσι και ο άνθρωπος πρέπει να αγκαλιάσει τις σκοτεινότερες γωνίες της ψυχής του, και να τις ξεπεράσει για να φτάσει στα πρότυπα του Νίτσε. Αγκαλιάζοντας τον φθόνο που μας δίνει πνοή, και μετατρέποντας τον σε δημιουργία. Μόνο τότε θα καταφέρουμε πραγματικά να ξεπεράσουμε την γέφυρα που στέκει ετοιμόρροπη πάνω από τα μανιασμένα σκυλιά του συρφετού που καραδοκούν κάτω στο σκοτάδι.
Το έργο «Ταδε εφη Ζαρατούστρα» του Φρίντριχ Νίτσε αναλύει κεντρικές φιλοσοφικές έννοιες όπως ο «Θεός απέθανε», ο Υπεράνθρωπος, η «Θέληση για Δύναμη» και η «Αιώνια Επιστροφή». Ο Νίτσε χρησιμοποιεί έναν αλληγορικό, γλαφυρό ποιητικό λόγο για να εκφράσει την κριτική του στον παραδοσιακό ηθικό και μεταφυσικό τρόπο σκέψης, προτείνοντας την ανάγκη υπέρβασης του «τέλειου ανθρώπου» και την υιοθέτηση μιας νέας ηθικής, βασισμένης στην αυτοπραγμάτωση και την επιβεβαίωση της ζωής.
Κεντρικές Έννοιες
«Ο Θεός απέθανε»: Ο Νίτσε διακηρύσσει τον θάνατο του Θεού, σηματοδοτώντας την απώλεια του παραδοσιακού θεμελίου των αξιών και της ηθικής. Αυτό, αν και δημιουργεί ένα «χάος», αφήνει χώρο για τη γέννηση του Υπερανθρώπου.
Ο Υπεράνθρωπος (Übermensch): Είναι ο ιδανικός τύπος ανθρώπου που ο Νίτσε οραματίζεται ως την υπέρβαση του υπάρχοντος ανθρώπινου τύπου. Ο Υπεράνθρωπος αγκαλιάζει την επίγεια ζωή και τις προκλήσεις της, δημιουργώντας τις δικές του αξίες αντί να ακολουθεί έτοιμους κανόνες.
Η Θέληση για Δύναμη: Είναι η θεμελιώδης δύναμη της ζωής, μια εγγενής επιθυμία για ανάπτυξη, αυτοκυριαρχία και επέκταση της δύναμης. Δεν περιορίζεται στην κυριαρχία πάνω στους άλλους, αλλά περιλαμβάνει και την αυτοκυριαρχία και τη δημιουργία.
Η «Αιώνια Επιστροφή»: Μια κοσμολογική και ηθική ιδέα όπου ό,τι υπάρχει, θα επιστρέφει ξανά και ξανά, αιώνια. Ο Ζαρατούστρας προτρέπει να ζούμε τη ζωή μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να την επιθυμούμε ακριβώς όπως είναι, χωρίς καμία αλλαγή, επιβεβαιώνοντας έτσι την αξία της επίγειας ζωής. H ιδέα της αιώνιας επιστροφής αν και δεν απαντάται πρώτη φορά στο Τάδε έφη Ζαρατούστρας, εντούτοις, διαπνέει όλο το έργο. Πρόκειται για τη θεμελιώδη αρχή όλων των πραγμάτων, την κυκλική κίνηση του «είναι». Καθετί που τώρα είναι, ήταν και στο παρελθόν και έτσι θα είναι και στο μέλλον, αφού διέπεται από μια κυκλική αναγκαιότητα. Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να ζει τη ζωή του με γνώμονα τη διάθεσή του να την επαναλάβει, χωρίς την παραμικρή αλλαγή. Ο κόσμος μας, λοιπόν, είναι ο μόνος δυνατός κόσμος, αφού ό,τι υπάρχει επιστρέφει κάποτε και, αν κάτι ήταν διαφορετικό, κατ’ ανάγκην όλα τα άλλα θα ήταν διαφορετικά. Άρα, ο άνθρωπος έρχεται στο επίκεντρο και οφείλει να αναζητεί τη λύτρωση και την εξύψωσή του στον επίγειο κόσμο, αντί να τη μεταθέτει στο διηνεκές της όποιας μεταθανάτιας ζωής.
Το «Τάδε έφη Ζαρατούστρας», ίσως είναι από τις λίγες περιπτώσεις που το έργο τείνει να ξεπεράσει το δημιουργό του σε δόξα και αναγνωσιμότητα ή και αναγνωρισιμότητα. Η αποσυμβολοποίηση είναι μία επικίνδυνη διαδικασία γιατί ο Ζαρατούστρα, ως ποιητικό και φιλοσοφικό σύμβολο, έχει όλα τις χαρακτηριστικές αντιφάσεις του δημιουργού του. Είναι, δηλαδή, ένα κράμα του διονυσιακού και του απολλώνιου στοιχείου.
Με το έργο αυτό ο φιλόσοφος τείνει να ενσωματώσει και την ποιητική του ιδιότητα καταφεύγοντας στη χρήση εικόνων και αλληγοριών. Ο Νίτσε, αυτός ο ιεροφάντης της νέας «προστακτικής ηθικής» των Κυρίων, προβάλλει τον Υπεράνθρωπο ως ποιητικό σύμβολο του απείρου και της ανθρώπινης θέλησης, που τείνει αιώνια προς ένα ιδανικό και το πλησιάζει αδιάκοπα, χωρίς, τελικά, να το φτάνει ποτέ, όπως τονίζεται και στην εισαγωγή του βιβλίου.
Ο καλύτερος τρόπος καταγραφής και παρουσίασης των «κρυμμένων νοημάτων» του Ζαρατούστρα είναι να αφήσουμε τον ίδιο τον φιλόσοφο να μάς τα αποκαλύψει : Ο Νίτσε θεωρεί το «Τάδε έφη Ζαρατούστρας» ως ένα ξεχωριστό κείμενο και το προσφέρει ως δώρο στην ανθρωπότητα «Με αυτόν (Ζαρατούστρα) έκανα στην ανθρωπότητα το μεγαλύτερο δώρο που της έκαναν ποτέ μέχρι τώρα…).
Σε ένα άλλο σημείο μέσα στην επιστολή του στον Σάξονα από το Κέμνιτς εκδότη του βιβλίου (όπως και άλλων) , Ernst Schmeitzner χαρακτηρίζει το βιβλίο ως «ένα ποίημα ή ένα πέμπτο Ευαγγέλιο». Ο Ζαρατούστρας είναι για το Νίτσε “«ένας διθύραμβος στη μοναξιά», «ένας εκμηδενιστής της ηθικής…«μισός άγιος», «μισός μεγαλοφυϊα»”.
Κάπου ο Νίτσε βλέπει τον Ζαρατούστρα ως αντικείμενο μίσους από το λαό, αφού ήταν πολύ δύσκολο να γίνει κατανοητός από το πλήθος. «Αλλ’ αυτός που μισείται από τον λαό, όπως ένας λύκος από τους σκύλους: Είναι το ελεύθερο πνεύμα, ο εχθρός των αλυσίδων, εκείνος που δεν λατρεύει τίποτα…».
Το μίσος του πλήθους διοχετεύεται στους ανώτερους και στους ξεχωριστούς «Τον δημιουργό μισούν περισσότερο: Αυτόν που συντρίβει πλάκες και παλιές αξίες, τον καταστροφέα,αυτόν ονομάζουν εγκληματία…».
Ο φιλόσοφος, υπέρμαχος της δύναμης, θεωρεί πως στην κοινωνία πρέπει να κυριαρχούν και να κυβερνούν οι δυνατοί, γιατί διαφορετικά «Δεν υπάρχει πιο σκληρή δυστυχία μέσα σ’ όλα τ’ ανθρώπινα πεπρωμένα, από το να μην είναι οι πιο δυνατοί της γης οι πρώτοι ανάμεσα στους ανθρώπους. Γι αυτό κι όλα γίνονται ψεύτικα και στραβά και τερατώδη»
Στο ίδιο πνεύμα της «Θέλησης για Δύναμη» και στην προτροπή για την αξία και την αναγκαιότητα του Υπεράνθρωπου καταγγέλλει την σύγχρονη κοινωνική δυσανεξία εξαιτίας της εξουσίας των «μικρών».
«Γιατί, σήμερα, οι μικροί άνθρωποι έγιναν εξουσιαστές…».

Σημασία και Στόχος του Έργου
Κριτική στον Μοντερνισμό: Μέσα από τον «Τελευταίο Άνθρωπο», ο Νίτσε ασκεί κριτική στον «εξημερωμένο άνθρωπο» της εποχής του, ο οποίος αναζητά άνεση και ασφάλεια στην κοινωνία αντί να αγκαλιάζει τη δημιουργικότητα και την ατομική του αυθεντικότητα.
Υπέρβαση της Παραδοσιακής Ηθικής: Το έργο επικρίνει την παραδοσιακή ηθική, η οποία εμποδίζει την πλήρη έκφραση της ζωτικότητας και την αυτονομία του ατόμου, προτείνοντας ένα νέο ηθικό πλαίσιο.
«Φιλοσοφικό Λιμπρέτο»: Το «Ταδε εφη Ζαρατούστρας» είναι ένα φιλοσοφικό-λογοτεχνικό έργο που μιμείται τη γλώσσα της Αγίας Γραφής, αλλά χρησιμοποιώντας λογοπαίγνια και «ανύπαρκτες» λέξεις για να εκφράσει τις φιλοσοφικές του ιδέες με έναν μοναδικό, αλληγορικό τρόπο
Ο Ζαρατούστρας και οι Μαθητές του
Ίσως το πιο αποκαλυπτικό κομμάτι του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» που σκιαγραφεί την αντιφατική μορφή του Ζαρατούστρα είναι αυτό που ο ίδιος απευθύνεται στους μαθητές του και τους προτρέπει να τον αμφισβητήσουν και να αναζητήσουν τον εαυτό τους, αφήνοντας τον δάσκαλό τους στη Μοναξιά του.
Αυτό το οξύμωρο, ο ίδιος ο ποιητής-προφήτης να συμβουλεύει τους μαθητές του να είναι επιφυλακτικοί και κριτικοί απέναντι στην αυθεντία του υποδηλώνει και το βαθύτερο νόημα της διδασκαλίας του και ό,τι συμβολίζει. Τη διαρκή υποψία και αμφισβήτηση κάθε αυθεντίας που τείνει να γίνει συνήθεια ή και κανονικότητα.
«Μόνος φεύγω τώρα, μαθητές μου! Κι εσείς φύγετε τώρα και να είστε μόνοι. Έτσι θέλω να γίνει!
Φύγετε μακριά από μένα και φυλαχτείτε από τον Ζαρατούστρα! Κι ακόμα καλύτερα: ντραπείτε γι αυτόν! Ίσως σας εξαπάτησε.
Ο άνθρωπος της γνώσης πρέπει όχι μόνο να αγαπά τους εχθρούς του, πρέπει και να μισεί τους φίλους του.
Ντροπιάζει κανείς τον δάσκαλό του όταν μένει για πάντα μόνο μαθητής. Και γιατί δε θέλετε να μαδήσετε το στεφάνι μου;
Με σέβεστε: τι θα γίνει, όμως, αν μία μέρα ανατραπεί ο σεβασμός σας; Φυλαχτείτε μη σας καταπλακώσει κανένα άγαλμα!
Λέτε ότι πιστεύετε στον Ζαρaτούστρα; Όμως πόση σημασία έχει ο Ζαρατούστρας! Είστε πιστοί μου, αλλά πόση σημασία έχουν γενικά οι πιστοί!
Δεν είχατε αναζητήσει ακόμα τον εαυτό σας; Τότε με βρήκατε. Έτσι κάνουν όλοι οι πιστοί, γι αυτό αξίζει τόσο λίγο οποιαδήποτε πίστη.
Τώρα σας καλώ να με εγκαταλείψετε και να βρείτε τον εαυτό σας. Και μόνον όταν όλοι σας θα με έχετε απαρνηθεί, θα επιστρέψω σ’ εσάς»
(«Τάδε έφη Ζαρατούστρας»).

«Μόνον εκεί που είναι ζωή, είναι επίσης και θέληση: όχι όμως θέληση για ζωή, αλλά – αυτό σας διδάσκω – Θέληση για δύναμη!»
«Τάδε έφη Ζαρατούστρας»