Σας παραθέτουμε, μιαν οικονομική ανάλυση του καθητγητού Richard A. Werner, απο το 2015, που τα χρόνια αποδεικνύουν ως εύστοχη και σχετικώς προφητική
” Θα χρεοκοπήσει η Ελλάδα ή θα εξέλθει από το ευρώ, ή και τα δύο;
Πρώτα θα περιγράψω την καλύτερη πορεία δράσης, και έπειτα τι πιστεύω ότι θα συμβεί. Τα δύο δεν είναι τα ίδια: Στην Ευρώπη, οι πολιτικές αποφάσεις έχουν αποκλίνει από την βέλτιστη πορεία δράσης για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Ας εξετάσουμε πρώτα τη δεκαετία του 1990. Όπως πολλοί οικονομολόγοι, τότε επισήμανα ότι:
τα σχέδια των «ευρωκρατών» για την εισαγωγή ενός ενιαίου νομίσματος ήταν εντελώς παραπλανητικά: η νομισματική πολιτική είναι το ισχυρότερο εργαλείο πολιτικής, και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο μια κυβέρνηση θα έπρεπε να το ακρωτηριάσει.
Όπως υποστήριξα τότε, ιστορικά το γερμανικό μάρκο ενισχυόταν από την εισαγωγή του το 1948 έναντι των νομισμάτων των γειτόνων του, και αυτό αντανακλούσε – και αντιστάθμιζε – την αυξημένη γερμανική ανταγωνιστικότητα. Τα ασθενέστερα νομίσματα επέτρεπαν στους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας να διατηρούν τις εξαγωγικές τους βιομηχανίες σε λειτουργία και τους εργαζομένους τους απασχολούμενους. Με την εισαγωγή ενός ενιαίου νομίσματος, οι μελλοντικές ανατιμήσεις του γερμανικού νομίσματος απαγορεύονταν. Αυτό ισοδυναμούσε με μια de facto μελλοντική υποτίμηση της γερμανικής αγοραστικής δύναμης, ανατίμηση των νομισμάτων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, και συνεπώς θα καθιστούσε τις μη γερμανικές οικονομίες ολοένα και λιγότερο ικανές να ανταγωνιστούν τις γερμανικές εξαγωγές με την πάροδο του χρόνου.
Για τους οικονομολόγους – ακόμη και τους πιο «συστημικούς» – ήταν σαφές τι θα ακολουθούσε: Αδυνατώντας να υποτιμήσουν τα νομίσματά τους, χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, πόσο μάλλον η Ελλάδα, θα έπρεπε να προβούν σε αυτό που ευφημιστικά αποκαλείται «εσωτερική υποτίμηση», δηλαδή οι μισθοί θα έπρεπε να μειωθούν σημαντικά και η εγχώρια αγοραστική δύναμη να περιοριστεί.
Χώρες που θα αρνούνταν να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές λιτότητας ή θα προσπαθούσαν να τις παρακάμψουν, θα αντιμετώπιζαν διογκούμενα εμπορικά ελλείμματα με τη Γερμανία και την ανάγκη για ολοένα μεγαλύτερο δανεισμό από την γερμανική κεντρική τράπεζα (μέσω του TARGET2). Το χρέος τους θα διογκωνόταν, ώσπου να φτάσει σε μη βιώσιμο επίπεδο, και τότε θα έπρεπε να συμβεί κάτι δραστικό – χρεοκοπία, έξοδος από το ενιαίο νόμισμα, ή και τα δύο. Ήταν μια σχεδόν μοναδική περίπτωση όπου οι περισσότεροι οικονομολόγοι – διάσημοι για τις διαφωνίες τους – συμφωνούσαν.
Όταν επισκεπτόμουν την Ευρώπη εκείνη την εποχή (ήμουν εγκατεστημένος στο Τόκιο τη δεκαετία του 1990), και συναντούσα τους συναδέλφους μου, τους επικεφαλής οικονομολόγους άλλων τραπεζών, συζητούσα φυσικά την εξαιρετικά ανησυχητική προοπτική αυτών των σχεδίων για την κατάργηση του μάρκου. Έμεινα άναυδος από την αντίδρασή τους. Περίπου οι μισοί επέμεναν ότι τα σχέδια ήταν τόσο παρανοϊκά ώστε, φυσικά, δεν θα υλοποιούνταν. Αυτή ήταν μια κακή εκτίμηση, αφού η δέσμευση στο ενιαίο νόμισμα είχε κατοχυρωθεί στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993 και οι ευρωκράτες υλοποιούσαν ένα προαποφασισμένο σχέδιο, που κατέληξε, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990, σε σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, και το 2001 σε ένα ενιαίο νόμισμα.
Είχα την ευκαιρία να ακούσω τον κ. Alexandre Lamfallusy, τον κορυφαίο τεχνοκράτη που είχε αναλάβει την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, να μιλά στο Τόκιο γύρω στο 1996. Παρουσίασε τον οδικό του χάρτη. Το εκπληκτικό στοιχείο ήταν το επίπεδο λεπτομέρειας. Μας είπε, χρόνια πριν, σε ποιες ευρωπαϊκές πόλεις θα συναντιόνταν οι επικεφαλής των κεντρικών τραπεζών και οι υπουργοί οικονομικών και τι θα αποφάσιζαν· πότε και πού θα συναντιόνταν οι αναπληρωτές τους και τι θα αποφάσιζαν· και πού και πότε θα συναντιόνταν οι αρχηγοί κρατών και τι θα αποφάσιζαν: μήνα με μήνα λεπτομερές πρόγραμμα συναντήσεων, με πλήρες σενάριο προαποφασισμένων αποτελεσμάτων, που έφεραν τα ονόματα των πόλεων όπου θα λάμβαναν χώρα. Η βέβαιη παρουσίασή του κατέστησε σαφές ότι περίμενε το σενάριο να ακολουθηθεί κατά γράμμα.
Το άλλο μισό των επικεφαλής οικονομολόγων, όπως κι εγώ, αναγνώριζαν ότι ένα ενιαίο νόμισμα θα εισαγόταν, όσο παράλογη κι αν ήταν η οικονομική λογική, αφού επρόκειτο για πολιτικό εγχείρημα. (Η οικονομία ήταν κακή, η πολιτική ακόμη χειρότερη: το τέλος της δημοκρατίας στην Ευρώπη).
Συμφωνούσαν μαζί μου ότι επρόκειτο να είναι καταστροφή. Ρώτησα τον επικεφαλής οικονομολόγο της τότε τέταρτης μεγαλύτερης γερμανικής τράπεζας: «Αν το πιστεύετε αυτό, γιατί δεν μιλάτε ανοιχτά; Προβλέπετε ζοφερό μέλλον, αλλά δεν βλέπω καμία έκθεση από εσάς ή την τράπεζά σας γι’ αυτό». Η απάντησή του ήταν σοκαριστική:
Είπε ότι υπήρχαν σαφείς οδηγίες από τα διοικητικά συμβούλια όλων των μεγάλων γερμανικών τραπεζών προς το προσωπικό τους ότι καμία έκθεση για την κατάργηση του μάρκου και την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος που να είναι με οποιονδήποτε τρόπο αρνητική δεν επιτρεπόταν να δημοσιευθεί.
Οι οικονομολόγοι του ιδιωτικού τομέα είχαν φιμωθεί από τα αφεντικά τους. Το ίδιο άκουσα από δημοσιογράφους. Έτσι τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης παρέθεταν μόνο τις «στημένες» εκθέσεις των τραπεζικών οικονομολόγων.
Όπως προειδοποίησα στο βιβλίο μου Princes of the Yen το 2003, στην πράξη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επρόκειτο να επιδεινώσει τα πράγματα σε μεγάλο βαθμό δημιουργώντας τεράστιες πιστωτικές φούσκες, τραπεζικές κρίσεις και υφέσεις στην πρώτη δεκαετία λειτουργίας της. Στη συνέχεια η ΕΚΤ εξασφάλισε μια παρατεταμένη κρίση μη τερματίζοντας αυτές τις τραπεζικές καταρρεύσεις, όπως στην Ιρλανδία, γρήγορα και χωρίς κόστος για τον φορολογούμενο (όπως οι κεντρικές τράπεζες έχουν μοναδική δυνατότητα να κάνουν). Αντίθετα, η ΕΚΤ ανάγκασε τις κυβερνήσεις να επωμιστούν τεράστια εθνικά χρέη για να διασώσουν τα πλέον χρεοκοπημένα τραπεζικά τους συστήματα. Έτσι, η Ιρλανδία μετατράπηκε από «πρότυπο δημοσιονομικής πειθαρχίας» σε σχεδόν χρεοκοπημένο κράτος, που χρειάστηκε «διάσωση» από το ΔΝΤ.
Και αυτό, σε συνδυασμό με την υπερβολική κατανάλωση και δαπάνη κατά τα χρόνια της άνθησης, είναι ο λόγος που η Ελλάδα βρέθηκε στη σημερινή της δύσκολη θέση.
Ήρθε λοιπόν η ώρα να αναγνωρίσουμε ότι η εισαγωγή του ευρώ ήταν λάθος. Είναι ώρα να περιορίσουμε τις απώλειες, αντί να ρίχνουμε καλό χρήμα πίσω από κακό. Οι χώρες της ευρωζώνης θα πρέπει τώρα να δείξουν αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και να εξέλθουν όλες μαζί από το ευρώ. Αυτό μπορεί να γίνει απλώς αντιστρέφοντας τις διαδικασίες εισαγωγής του ευρώ.
Με την εγκατάλειψη του ευρώ, κάθε χώρα θα ανακτούσε τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής και θα μπορούσε έτσι να λύσει το δικό της ιδιαίτερο πρόβλημα.
Ορισμένες, όπως η Ελλάδα, μπορεί να χρεοκοπήσουν, αλλά η κεντρική τους τράπεζα θα μπορούσε να περιορίσει τη ζημιά αγοράζοντας τα «σκάρτα» ομόλογα από τις τράπεζες στην ονομαστική τους αξία και κρατώντας τα στον ισολογισμό της χωρίς αποτίμηση στην αγορά (οι κεντρικές τράπεζες έχουν αυτήν την επιλογή, όπως έδειξε ξανά η Fed τον Οκτώβριο του 2008).
Οι τράπεζες θα είχαν τότε ισχυρότερους ισολογισμούς από ποτέ, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ξανά πίστωση, και σε αντάλλαγμα για αυτήν την ανέξοδη διάσωση οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να επιβάλουν ότι η τραπεζική πίστωση – που δημιουργεί νέο χρήμα – θα επιτρέπεται μόνο για συναλλαγές που συμβάλλουν στο ΑΕΠ με βιώσιμο τρόπο. Έτσι θα μπορούσε να οργανωθεί ανάπτυξη χωρίς κρίσεις και μαζική ανεργία.
Όσο για το ερώτημα τι θα συμβεί τελικά με την Ελλάδα, μπορούμε να είμαστε σύντομοι: Ο Πρόεδρος Ομπάμα τηλεφώνησε στην Άνγκελα Μέρκελ πριν από δεκαπέντε μέρες και, όπως φαίνεται, της είπε ότι ήταν «κρίσιμο» να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ.
Νομικά, η Γερμανία δεν είναι κυρίαρχο κράτος· στην πράξη, είναι υποτελής στις ΗΠΑ. Είναι λοιπόν πιθανό να υπάρξει συμφωνία, καθώς το αμερικανικό σχέδιο της «όλο και στενότερης ένωσης», δηλαδή η μεταβίβαση όλων των εξουσιών και της κυριαρχίας σε μια μη εκλεγμένη ελίτ των Βρυξελλών που λογοδοτεί στην Ουάσιγκτον, πρέπει να συνεχιστεί, ανεξαρτήτως του κόστους για τους ευρωπαϊκούς λαούς.“
Σχόλιο ΙΣΤΟΣ
Εδώ απλώς να θυμίσουμε ότι η παρουσία του ΔΝΤ στην Ελλάδα ουδόλως μείωσε τα «μη βιώσιμα ελλείματα» αντίθετα τα εκτόξευσε, η οικονομία ουσιαστικά ψυχορραγεί και η χώρα ουσιωδώς χρεωκόπησε. Το μόνο που «κατάφερε» το ΔΝΤ ήταν να ενεχυριάσει κάθε πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της Ελλάδος και να ενισχύσει τα μονοπώλια και τραστ, που δήθεν η Ε.Ε. δεν συμπαθεί…
Αυτοί, οι ίδιοι πολιτικοί απατεώνες, σπρώχνουν σήμερα την Ε.Ε. σε μια πολεμική κόντρα με την Ρωσία. Είμαστε σίγουροι ότι και αυτό το έχουν μελετήσει καλά….

Ο καθηγητής Richard Werner
είναι Καθηγητής Διεθνούς Τραπεζικής στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, Διευθυντής του Κέντρου Τραπεζικής, Χρηματοοικονομικής και Βιώσιμης Ανάπτυξης, και Πρόεδρος της Local First Community Interest Company.