(ΝΙΤΣΕ, ΔΕΞΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ)
«Μόνον εκεί που είναι ζωή, είναι επίσης και θέληση: όχι όμως θέληση για ζωή, αλλά – αυτό σας διδάσκω – Θέληση για δύναμη!» «Τάδε έφη Ζαρατούστρας»
Μέρος 4
Η αντίληψή του Νίτσε περί «Μεγάλης Πολιτικής», ως μια κατάσταση αναζήτησης, βαθιάς επιθυμίας και προσμονής της Ισχύος, όπου οι μάζες υποτάσσονται και ταυτίζονται με τους Ισχυρούς και Ανώτερους ανθρώπους χάριν ασκήσεως πολεμικής «εναντίον άλλων Εθνών», όπως αναφέρεται στο ομώνυμο στοχασμό στην «Χαραυγή», είναι μια θέση που βρίσκουμε εξελιγμένη σε πλανητική κλίμακα («Κυρίαρχοι της Γης») στις διάσπαρτες σημειώσεις και στα δομημένα δοκίμια που ενοποιήθηκαν μετά τον θάνατό του, σε αυτό που απεκλήθη ως Μείζον Έργο / Magnum Opus του Νίτσε, την φημισμένη «Θέληση γιά Δύναμη» («Der Wille zur Macht» του 1901). Ένα πόνημα ορόσημο, το οποίο αντικειμενικά επηρέασε έντονα πολλά και διάφορα εθνικιστικά και πατριωτικά καθεστώτα.
Πρόκειται για ένα βιβλίο σημειώσεων που αντλήθηκαν από τα λογοτεχνικά «κατάλοιπα» (ή «Nachlass») του φιλοσόφου από την αδελφή του Ελίζαμπετ Φέρστερ – Νίτσε (Elisabeth Förster-Νίτσε) και τον στενό του φίλο Γιόζαν Χάϊνριχ Κέζελιτς (Johann Heinrich Köselitz, που ο Νίτσε ψευδονόμασε Peter Gast). Ο τίτλος προήλθε από ένα έργο που ο ίδιος ο Νίτσε είχε σκεφτεί να γράψει. Βέβαια έχουν ειπωθεί πολλά για το βιβλίο αυτό, καθώς κατά βάση αποτελεί την εμφανέστερη προδρομική σύνδεση του φιλοσόφου με τον Φασισμό. Το έργο μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά από τον Anthony Ludovici το 1910, και έκτοτε έχει γνωρίσει πολλές άλλες μεταφράσεις και δημοσιεύσεις.
Το 2006, ο Δρ. Τόμας Μπρόμπγιερ (Thomas Brobjer, Σουηδός φυσικός, χημικός και επίσης «Ιστορικός των Ιδεών», καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα, ο οποίος είναι συν-επιμελητής πέντε τόμων σε μια 10τομη συλλογή των Απάντων του Νίτσε στα Σουηδικά], ανέφερε στην περίληψη της μελέτης του, «Το magnum opus του Νίτσε». (Ιστορία των Ευρωπαϊκών Ιδεών. 32 (3): 278–294): “Ο Νίτσε δεν έγραψε ένα ολοκληρωμένο magnum opus, ένα «Κύριο Έργο», αλλά σχεδίαζε να το κάνει τουλάχιστον κατά τα τελευταία 5 χρόνια της ενεργού ζωής του. Θα δείξω ότι κατά τη διάρκεια και μετά τη συγγραφή του «Τάδε έφη Ζαρατούστρας» αυτός ήταν ο κύριος στόχος και η φιλοδοξία του. Το προβλεπόμενο έργο πέρασε από μια σειρά σχετικών φάσεων, εκ των οποίων η πολυσυζητημένη και αμφιλεγόμενη «Θέληση για Δύναμη» ήταν απλώς μία. Αυτή η πρόθεση να γραφτεί ένα magnum opus έχει απορριφθεί ή σχεδόν αγνοηθεί εντελώς από σχεδόν όλους τους σχολιαστές (ακόμα και από τους πολλούς συγγραφείς βιογραφιών του Νίτσε). Θα επιστήσω την προσοχή σε αυτή την πρόθεση, θα συζητήσω γιατί έχει αγνοηθεί και θα δείξω ότι η επίγνωσή της είναι σημαντική για την κατανόηση της σκέψης του ύστερου Νίτσε και για τον προσδιορισμό της αξίας και της πρωτοτυπίας των ύστερων σημειώσεών του. Αποτέλεσε αποτυχία των ιστορικών της φιλοσοφίας, των διανοούμενων ιστορικών και των μελετητών του Νίτσε να μην το λάβουν αυτό υπόψη και να το συνυπολογίσουν “.
Δεδομένου ότι ο Νίτσε εζήτησε από τον σπιτονοικοκύρη του να κάψει μερικές από τις σημειώσεις του το 1888, όταν έφυγε από το Ζιλς Μαρία (Ζιλς ιμ Ενγκαντίν, στο ελβετικό καντόνι Γκραουμπύντεν), αλλά αυτές οι σημειώσεις τελικά ενσωματώθηκαν στη συλλογή «Η Θέληση για Δύναμη», ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Νίτσε απέρριψε δήθεν το σχέδιό του για τη «Θέληση για δύναμη» στο τέλος της διαυγούς ζωής του. Ωστόσο, μια πρόσφατη μελέτη (της Huang Jing, καθηγήτριας φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Σουν Γιατ Σεν της Καντώνας : «Did Νίτσε wanted his notes burned? Some reflections on the Nachlass problem.» British Journal for the History of Philosophy 27:6, 1194-1214, 2019) δείχνει ότι η ιστορία του «καψίματος» υποδηλώνει ελάχιστα για το σχέδιο του Νίτσε για το βιβλίο, όχι μόνον επειδή μόνο 11 «αφορισμοί» που σώθηκαν από τις φλόγες δημοσιεύθηκαν στο «Η Θέληση για Δύναμη», αλλά και επειδή αυτές οι εγκαταλελειμμένες σημειώσεις επικεντρώνονται κυρίως σε θέματα όπως η κριτική της ηθικής, ενώ θίγουν το «αίσθημα της δύναμης» μόνο μία φορά.
Η Θέληση για Δύναμη είναι κυρίαρχο στοιχείο της φιλοσοφίας του Νίτσε. Θεωρεί πως η «Θέληση για Δύναμη» συνιστά ένα από τα πιο υγιή και δημιουργικά εγγενή γνωρίσματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί που κάποιοι άλλοι φιλόσοφοι ανίχνευσαν ως πρώτιστο στοιχείο το Νου ή την Ερωτική Ορμή ο Νίτσε ανακάλυψε την Ορμή της Δύναμης. Γι αυτό με επιμονή ζητούσε στα κείμενά του την αβίαστη εξωτερίκευσή της και καταδίκαζε κάθε εμπόδιο που φορούσε άλλοτε το μανδύα του Νόμου κι άλλοτε των Ηθικών κανόνων.
Η ζωή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θέληση για δύναμη και δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς αυτήν, αφού η θέληση για δύναμη διέπει τη ζωή και αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της. Ο Νίτσε στη Θέληση για Δύναμη χαρακτηριστικά δηλώνει: «- ο κόσμος αυτός είναι η θέληση για δύναμη -και τίποτε άλλο! Κι εσείς οι ίδιοι είστε αυτή η θέληση για δύναμη -και τίποτε άλλο!». Εδώ καθίσταται σαφές ότι η θέληση για δύναμη αποτελεί το κύριο γνώρισμα του κόσμου και των όντων. Σύμφωνα με το φιλόσοφο, το κάθε ον είναι μια δύναμη, εφόσον αυτή συνιστά τη βαθύτερη πραγματικότητα των όντων. Πιο συγκεκριμένα, η δύναμη θεωρείται ως η πιο βαθιά πραγματικότητα των όντων, τα οποία σαφώς πρέπει να θεωρούνται σύνολα δυνάμεων που τείνουν προς ορισμένα αποτελέσματα.
Το κάθε ον δεν είναι απλώς μια δύναμη, αλλά μια δύναμη που θέλει. Η θέληση για δύναμη έχει δύο νοήματα: αφενός, μπορεί να εννοηθεί ως θετική θέληση για δημιουργία και, αφετέρου, ως αρνητική θέληση για επιβολή, κυριαρχία και εξουσία. Ο Νίτσε την εννοεί μόνο ως θέληση για αυθυπέρβαση. Δηλαδή, ως θέληση για υπέρβαση του εαυτού και δημιουργία ενός ποιοτικά ανώτερου εαυτού. Συγκεκριμένα, η θέληση για δύναμη δεν ανήκει στην περιοχή του «έχειν», αλλά στην περιοχή του «είναι».
Η έννοια της θέλησης για δύναμη εμφανίζεται για πρώτη φορά στο έργο του Νίτσε «Χαρούμενη Επιστήμη» (Die fröhliche Wissenschaft), όπου ορίζεται ως «το πραγματικά θεμελιώδες ένστικτο της ζωής που αποβλέπει στην επέκταση της δύναμης και που γι’ αυτό το λόγο συχνά θέτει υπό αμφισβήτηση ή και θυσιάζει την αυτοσυντήρηση». Η θέληση για δύναμη παρουσιάζεται ως αντίθετη της θέλησης για διατήρηση του εαυτού, η οποία χαρακτηρίζεται ως «έκφραση μιας απελπιστικής κατάστασης και ενός περιορισμού του θεμελιώδους ενστίκτου της ζωής». Σε αυτό το μέρος ο Νίτσε διαχωρίζει την έννοια της θέλησης για δύναμη από την έννοια της θέλησης για ζωή ή επιβίωση, εφόσον η πρώτη αποβλέπει στη συνεχή αυτο-ανάπτυξη και αυτοβελτίωση, ενώ η δεύτερη επιδιώκει την αυτο-συντήρηση, τη διατήρηση και τη στασιμότητα του εαυτού. Η θέληση για δύναμη συνιστά το βασικό ένστικτο της ζωής, το οποίο αποσκοπεί στη συνεχή ανάπτυξη του εαυτού και όχι στην απλή διατήρησή του. Η ίδια άποψη επισημαίνεται και σε ένα απόσπασμα στη «Γενεαλογία της Ηθικής : Μία Πολεμική», (Zur Genealogie der Moral: Eine Streitschrift) όπου τονίζεται επίσης ότι η «βασική έννοια της ζωής είναι η έννοια της δραστηριότητας» και «η ουσία της ζωής είναι η θέλησή της για δύναμη», η οποία αποβλέπει στη συνεχή ανάπτυξη, στο συνεχές προχώρημα και στη συνεχή δημιουργία.
Ο Νίτσε θεωρεί φυσικό και αγαθό ό,τι επωάζει και θρέφει τη «Βούληση για Δύναμη». Ο φιλόσοφος θεωρούσε πως η Ηθικοί κανόνες του Χριστιανισμού εμπόδιζαν την ανάπτυξη του ανθρώπου και στένευαν την ελευθερία του. Πίστευε πως η χριστιανική ηθική εκκολάπτει δούλους και υποτακτικούς. Πίστευε, επίσης, πως η μοναδική αξία για τον ευτυχισμένο άνθρωπο είναι η Δύναμη, ενώ αντίθετα θεωρούσε πως η Ηθική είναι το αποκούμπι των δειλών και των αδυνάτων.
Οι δυνατοί, όπως ο Νίτσε επισημαίνει ρητά, δεν έχουν ανάγκη να αποδεικνύουν τη δύναμή τους ούτε στους εαυτούς τους ούτε στους άλλους με το να καταπιέζουν ή να βλάπτουν άλλους και εάν βλάψουν άλλους, το κάνουν τυχαία ενόσω χρησιμοποιούν τη δύναμή τους δημιουργικά: Βλάπτουν άλλους χωρίς να το σκεφτούν, δηλαδή χωρίς να το προσχεδιάσουν και να το επιδιώξουν, όπως θα έκαναν οι “αδύναμοι”. Σε αντίθεση λοιπόν προς τον “δυνατό”, «ο αδύναμος άνθρωπος “θέλει να βλάψει και να βλέπει τα σημάδια του πόνου”». Ειδικότερα, μόνον οι αδύναμοι έχουν ανάγκη να πείθουν τους εαυτούς τους και τους άλλους για τη δύναμή τους, προκαλώντας κακό, ενώ οι αληθινά δυνατοί δεν ασχολούνται με τους άλλους, αλλά δρουν μέσα από μια πληρότητα και υπερχείλιση,
Οι “αδύναμοι” έχουν ως βαθύτερο κίνητρο το φόβο, (που είναι η αρνητική τροπή της θέλησής τους για δύναμη, η οποία τους οδηγεί να στρέφονται εναντίον των άλλων προκειμένου να προστατέψουν τον εαυτό τους), ενώ οι “δυνατοί” υποκινούνται από την πληρότητα και την εκχύλιση , το ξεχείλισμα της θετικής θέλησής τους για δύναμη και δεν έχουν ανάγκη να αμυνθούν για να προστατευτούν.
Συνοψίζοντας, επισημαίνει ότι «τόσον οι “δυνατοί” όσο και οι “αδύναμοι” διέπονται από τη θέληση για δύναμη, η δε ακραία ή παρατεταμένη καταπίεση και απογοήτευση μπορεί εύκολα να στρέψει αυτό προς τους άλλους». Επομένως, οι “αδύναμοι” στρέφουν αρνητικά τη θέλησή τους για δύναμη, με αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται βίαια και κυριαρχικά, πλήττοντας τους άλλους, ενώ οι “δυνατοί” τη στρέφουν θετικά, με αποτέλεσμα να οδηγούνται στην αυτοκυριαρχία και στην αυτοπραγμάτωση.
«Μόνον ο κίνδυνος μας μαθαίνει να γνωρίζουμε τα μέσα που διαθέτουμε, τις αρετές μας, την πανοπλία και τα όπλα μας, το πνεύμα μας. Μόνο αυτός μας αναγκάζει να είμαστε δυνατοί» («Το Λυκόφως των Ειδώλων, ή πως φιλοσοφεί κάποις με ένα σφυρί» – Götzen-Dämmerung, oder, Wie man mit dem Hammer philosophiert). Συνεπώς, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει όλες τις δυνατότητές του μόνον όταν βρίσκεται σε κίνδυνο, διότι ο κίνδυνος είναι αυτός που τον ωθεί να αναμετρηθεί με τα όριά του ενεργοποιώντας κάθε δυνατότητά του και εκφράζοντας το μέγιστο βαθμό της θέλησής του για δύναμη. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Νίτσε στο ιδιο βιβλίο: «πρέπει να έχει κανείς ανάγκη να είναι δυνατός: αλλιώς δεν πρόκειται να γίνει ποτέ».
Ο Νίτσε παροτρύνει τον άνθρωπο να στηρίζεται μόνο στη δημιουργική θέλησή του και να αποφεύγει οποιεσδήποτε εικασίες ξεπερνούν τις δυνατότητες αυτής της θέλησής του, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την εικασία του Θεού.
Η θεωρία της Θέλησης για Δύναμη οδήγησε το Νίτσε στη σύλληψη του ιδανικού του ανθρώπου, του «Υπεράνθρωπου».
Ο Νίτσε χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως «ένα σκοινί, τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και στον υπεράνθρωπο – ένα σχοινί πάνω από μιαν άβυσσο». Δηλαδή, ο άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί, έχει τη δύναμη να περάσει μέσα από την άβυσσο, να την αντιμετωπίσει και να ανυψωθεί πάνω από αυτήν, και έτσι να καταφέρει από το ζώο να φτάσει στον υπεράνθρωπο. Ακόμη, δηλώνει πως «αυτό που είναι μεγάλο στον άνθρωπο είναι ότι αυτός είναι γεφύρι και όχι σκοπός» και πως «αυτό που μπορεί να αγαπήσει κανείς στον άνθρωπο είναι ότι αυτός είναι ένα πέρασμα και μια δύση». Μ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς, ο Νίτσε καθιστά φανερό ότι ο άνθρωπος ενέχει τη δυνατότητα να υπερβεί τον εαυτό του και να δημιουργήσει τον υπεράνθρωπο, αρκεί να ενεργοποιήσει τη δημιουργική θέλησή του για δύναμη. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που τονίζεται είναι ότι ο άνθρωπος δε συνιστά το «σκοπό», δηλαδή δεν είναι το τέλος, αλλά είναι ένα «πέρασμα», μια «γέφυρα» και ένα «σκοινί», που μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία του υπερανθρώπου.
Άρα, ο Νίτσε υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος αποτελεί ουσιαστικά το μέσο για τη δημιουργία του υπερανθρώπου, καθώς έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί· και δημιουργώντας να αναπτύσσει τη δύναμή του και να βελτιώνει τον εαυτό του υπερβαίνοντάς τον συνεχώς. Γι’ αυτό και ο φιλόσοφος παροτρύνει τον άνθρωπο να μη «ψάχνει πίσω από τα άστρα για να βρει μια αιτία για να καταστραφεί και να γίνει θύμα», αλλά «να θυσιάζεται στη γη, έτσι ώστε η γη να γίνει κάποτε γη του υπερανθρώπου».
Σ’ αυτό το σημείο λοιπόν, ο φιλόσοφος τονίζει πως ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώκει τη δημιουργία του υπερανθρώπου στη γη, δηλαδή στην «ενθαδική» (την ενθάδε, την εδώ) του ύπαρξη, και να μην περιμένει τη σωτηρία του, ελπίζοντας σε έναν άλλον ανώτερο κόσμο του επέκεινα, διότι μόνον ο ίδιος μπορεί να σώσει και να βοηθήσει τον εαυτό του.
Η συνεχής ανάπτυξη και επέκταση της δύναμης, η οποία ενθαρρύνεται από τον Νίτσε, εμποδίζεται από το χριστιανισμό. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο Νίτσε: «η εκκλησία στέλνει όλους τους μεγάλους ανθρώπους” στην κόλαση – πολεμά κάθε “μεγαλείο στον άνθρωπο”». Ο Νίτσε κατηγορεί το χριστιανισμό, επειδή προωθεί μόνον το συμβιβασμό και τη μετριότητα, ενώ εμποδίζει την ανάπτυξη των μεμονωμένων ανώτερων ατόμων. Δηλαδή, ο χριστιανισμός αποκλείει τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μοναδικών και ιδιαίτερων προσωπικοτήτων, αφού αντικρούει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση, ενισχύοντας την ομοιομορφία και τη συμμόρφωση.
Ο Νίτσε, ενάντια σ’ αυτή τη συμμόρφωση, το συμβιβασμό και την ομοιομορφία και σε αντίθεση προς τους “σύγχρονους” ανθρώπους, τους “καλούς” ανθρώπους, τους χριστιανούς και άλλους μηδενιστές, εισάγει την έννοια του “υπερανθρώπου”, με τον οποίον εννοεί «έναν τύπο ανώτατης ολοκλήρωσης». Δηλαδή, εννοεί τον άνθρωπο που καταφέρνει, μέσω της συνεχής δημιουργίας και ανάπτυξης του εαυτού του, να υπερβεί τον εαυτό του. Ο “υπεράνθρωπος” είναι ο άνθρωπος που κατορθώνει να «υπερβεί τη ζωική του φύση, να οργανώσει το χάος των παθών του, να εξιδανικεύσει τις παρορμήσεις του και να δώσει ύφος στο χαρακτήρα του» ή, όπως ο ίδιος ο Νίτσε τον ορίζει, ο “υπεράνθρωπος” είναι αυτός που καταφέρνει να «πειθαρχήσει τον εαυτό του στην ολότητά του, να δημιουργήσει τον εαυτό του και να γίνει ο άνθρωπος της ανοχής, όχι από αδυναμία αλλά από δύναμη, “ένα πνεύμα που γίνεται ελεύθερο” [Ο όρος “ελεύθερο πνεύμα” εμφανίζεται στον υπότιτλο του έργου του «Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο», ο οποίος είναι: «Ένα βιβλίο για ελεύθερα πνεύματα». Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται συχνά από τον φιλόσοφο σχετικά με την ανάδυση του «Εαυτού»]
Το ιδεώδες ‘’να γίνουμε ηθικότεροι”, κατά τον Νίτσε, αντιτίθεται προς «την ανύψωση και την ενδυνάμωση του ανθρώπινου γένους», αφού ο Νίτσε πιστεύει ότι «ο ηθικός άνθρωπος είναι κατώτερο είδος από τον ανήθικο, πιο αδύναμο είδος», διότι «είναι ένας τύπος σε σχέση με την ηθική, αλλά όχι τύπος από μόνος του». Δηλαδή, ο “ηθικός” άνθρωπος ορίζεται ως τέτοιος λόγω της ηθικής που κάθε φορά ακολουθεί, και είναι αδύναμος επειδή εξαρτάται από την ηθική, επειδή σκέπτεται, συμπεριφέρεται και πράττει σύμφωνα με κάποιες αρχές, αξίες και κάποιους κανόνες που επιβάλλονται από την εκάστοτε ηθική. Επομένως, ο “ηθικός” άνθρωπος είναι αντίθετος προς τον τύπο του “δυνατού” ανθρώπου που αναδεικνύει ο Νίτσε, καθώς δεν είναι ανεξάρτητος και αυτοδύναμος. Αυτό λοιπόν που μετράει για τον Νίτσε δεν είναι πόσο καλοί έγιναν οι άνθρωποι, αλλά πόσο θέλησαν να αποκτήσουν περισσότερη δύναμη, πόσο υπήρξαν πρότυπα “θέλησης για δύναμη”.
Ο Νίτσε ακολουθεί τον δικό του σταθερότυπο στην μελέτη της πορείας του ανθρώπου και των συλλογικοτήτων του μέσα στον χρόνο, εκδηλώνοντας κάποια ιδιοσυστατικά χαρακτηριστικά :
α. Μέθοδος. Ο Νίτσε δεν αναζητά την αιώνια και μεταφυσική αλήθεια. Αντίθετα, εστιάζει στη φυσική ιστορία και την γενεαλογία των ανθρώπινων κοινωνιών. Ενδιαφέρεται να δείξει πώς τα συστήματα τάξης και αξιών έχουν ανταποκριθεί στις συνθήκες της ζωής και πώς προωθούν ή λειτουργούν εναντίον της ίδιας της «Ζωής».
β. Πολιτική συνθήκη. Ο Νίτσε κατανοεί την «ηθική» ως ένα σύστημα για την παραγωγή τάξης και αξιών. Όλες οι ηθικές νομοθετούν για τους ανθρώπους με κάποιο τρόπο – τι είδους όντα πρέπει να είμαστε και πώς πρέπει να συμβιώνουμε. Ο Νίτσε βλέπει στη σύγχρονη πολιτική μια χριστιανική κληρονομιά, μιαν ασθενική και νοσηρή κληρονομιά που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει (ή να αντιταχθεί) στον μηδενισμό τον οποίον έχει δημιουργήσει η ίδια.
γ. Κοινωνικοπολιτικό καθήκον. Ο Νίτσε κατανοεί την πολιτική ως καθήκον. Μια τέτοια πολιτική χρειάζεται οπωσδήποτε τάξη. Ο Νίτσε – όπως και ο Πλάτων – συνδέει το άτομο και την κοινωνία.
δ. «Ευρωπαϊκή» νεωτερικότητα. Σε αντίθεση με τον θριαμβευτικό χαρακτήρα της επικροτούμενης από τους περισσοτέρους ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι αυτή οδεύει προς την καταστροφή. Εκείνος, ανυπόκριτα και δίχως κανονιστικές κατευθύνσεις επαναφέρει τα προβλήματα του πόνου, της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας και τα βλέπει ανυπόκριτα σε βάθος.
Εδώ επίσης είναι απαραίτητο να πούμε κάτι σχετικά με το τι εννοούσε ο Νίτσε με την ιδέα της δουλείας, καθώς αυτή διόλου δεν είναι μια απλή έννοια. Όταν ο Νίτσε μιλάει για τη δουλεία, στην πραγματικότητα μιλάει για πάρα πολλά διαφορετικά πράγματα (τα οποία μερικές φορές συγχωνεύονται και μερικές φορές όχι). Μερικές φορές μιλάει για πολύ συγκεκριμένες κοινωνίες όπου η δουλεία ήταν σαφής (όπως η Ελλάδα και η Ρώμη). Άλλες φορές μιλάει για ανθρώπους που βρίσκονται σε θέση δουλείας (όπως ο δουλοπάροικος του Μεσαίωνα). Άλλες φορές αναφέρεται στην τάξη των ανθρώπων που πρέπει να εργάζονται για να διαιωνίσουν την ύπαρξή τους (όπως το σύγχρονο προλεταριάτο – ο Μαρξ αποκαλεί επίσης αυτούς τους ανθρώπους «μισθωτούς δούλους».
Βέβαια, ενώ έκανε ακριβέστατη διάγνωση της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, ο Νίτσε δεν είχε τίποτα να πει (στο δημοσιευμένο έργο του) για τη φυλετική μορφή δουλείας που χαρακτήριζε το διατλαντικό δουλεμπόριο και στην εποχή του-, ενώ τα ιδιωτικά του σχόλια δείχνουν απαξίωση και πολύ μικρή κατανόηση αυτού.
Για τον Νίτσε, όλες οι κοινωνίες χαρακτηρίζονται από έναν αγώνα μεταξύ κυρίων και δούλων (κατανοητόν όπως τον περιγράψαμε εν πολλοίς παραπάνω). Οι δύο ομάδες παράγουν πολύ διαφορετικά σύνολα αξιών και αυτές οι αξίες αντανακλούν τις βασικές τους στάσεις και διαθέσεις απέναντι στον κόσμο, καθώς και τις ταξικές τους θέσεις.
Το «Ελληνικό Κράτος» ήταν μια πρώιμη εισαγωγή σε ένα βιβλίο που ο Νίτσε δεν έγραψε ποτέ. Ωστόσο, πηγάζει από την πρώιμη σκέψη του και προαναγγέλλει πολλές από τις μεταγενέστερες πολιτικές του θέσεις. Το δοκίμιο ήταν (εν μέρει) ενδεικτικό των εντάσεων του με τον Ριχάρδο Βάγκνερ και της τελικής απόρριψής αυτού.
α. Αρχικά, ο Νίτσε εθαύμαζε τον Βάγκνερ, την πρωτοποριακή μουσική του και την προσπάθειά του να αναζωογονήσει τον πολιτισμό μέσω της τέχνης. Από την πλευρά του ο Βάγκνερ επίστευε ότι ο Νίτσε θα μπορούσε να προσθέσει ουσιώδη φιλοσοφική επιρροή στο έργο του.
β. Αλλά όταν ο Βάγκνερ καθιέρωσε το φεστιβάλ του στο Μπαϊρόιτ, ο Νίτσε απογοητεύτηκε από τον αυξανόμενο αντισημιτισμό του Βάγκνερ καθώς και τον γερμανικό εθνικισμό διαπλεκόμενο με τον Χριστιανισμό.
γ. Ο Νίτσε συγκλονίστηκε από την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Έπρεπε να σκεφτεί το ζήτημα της δουλείας, δηλαδή αν ήταν μόνον οικονομική ή συνδεδεμένη με την πολιτική και τον πολιτισμό. Το είδος της δουλείας που σκέττεται ο Νίτσε είναι: (α) η δουλεία στον αρχαίο κόσμο και στη συνέχεια (β) η δουλεία των εργαζομένων. Με άλλα λόγια, σκέπτεται μια τάξη ανθρώπων που ξεκάθαρα είναι υποταγμένοι σε μιαν άλλη τάξη ανθρώπων.
δ. Ο Νίτσε διαφώνησε με την πεποίθηση του Βάγκνερ ότι ο ελληνικός πολιτισμός κατέρρευσε υπό τη δουλεία και επίσης ότι η αληθινή τέχνη μπορούσε να προκύψει μόνο με την απελευθέρωση του μισθωτού σκλάβου.
ε. Ο Νίτσε επίσης διαφώνησε ριζικά με την θεμέλια πεποίθηση του Βάγκνερ ότι ο φόβος της βίας οδηγούσε τελικά σε μια κοινωνική σύμβαση (ο Νίτσε απορρίπτει τη θεωρία των συμβάσεων).
Τα συμπεράσματα του πολύ πρώιμου δοκιμίου του «Ελληνικό Κράτος» αντηχούν στο μεταγενέστερο έργο του Νίτσε. Είναι κρίσιμο ότι αυτό το δοκίμιο συνδέει το άτομο και την πολιτική, παρέχοντας και στα δύο μέρη ένα έργο. Στο «Ελληνικό Κράτος» του ο Νίτσε υποστηρίζει ότι:
α. Η εργασία είναι ντροπή. Οι Έλληνες της αρχαιότητος (σε αντίθεση με τους συγχρόνους μας ανθρώπους) δεν είχαν ψευδαισθήσεις για την εξευτελιστική φύση της εργασίας.
β. Η ζωή είναι χωρίς νόημα. Οι Έλληνες αντιμετώπισαν την επισφαλή φύση της ζωής και την απόλυτη έλλειψη νοήματος. Πώς λοιπόν επέζησαν;
γ. Οι Έλληνες επέζησαν μέσω της λυτρωτικής δύναμης της τέχνης. Δημιούργησαν έναν κόσμο για τον εαυτό τους και απέδωσαν αυτό το νόημα, όχι ως διαφυγή, αλλά ως σκοπό τους.
δ. Ωστόσο, για να υπάρχει αυτό, κάποιος πρέπει να το δημιουργήσει. Οι Έλληνες ήθελαν επίμονα πολιτισμό, αλλά δεν σεβόντουσαν αυτούς που τον παρήγαγαν (συμπεριλαμβανομένων των καλλιτεχνών). Αν έπρεπε να υπάρξει πολιτισμός, τότε ήταν απαραίτητη κάποια μορφή δουλείας.
ε. Το Κράτος, λοιπόν, βασίζεται στη «Βία» (την κοινωνική βαθμίδωση – διαστρωμάτωση και στη σωματική και ψυχική δύναμη), αλλά παράγει πολιτισμό. Ο Πλάτων το εγνώριζε αυτό πολύ καλά.
Τα διαχρονικά μαθήματα του Ελληνικού Κράτους
α. Το κράτος σχηματίζεται όταν η ισχυρή βούληση διατάζει τους αδύναμους. Κανένα «κοινωνικό συμβόλαιο», όπως και «τα δικαιώματα του ανθρώπου» και η «αξιοπρέπεια της εργασίας» δεν είναι δουλικές εκλογικεύσεις – ορθολογικοποιήσεις.
β. Η δουλεία ήταν απαραίτητη για τον πολιτισμό και το κράτος ήταν το βάθρο για την παραγωγή πολιτισμού.
γ. Το σύγχρονο έθνος-κράτος είναι γεμάτο «δουλικές» νοοτροπίες.
δ. Το σύγχρονο έθνος-κράτος χρησιμοποιεί τον πολιτισμό για να προωθήσει τους δικούς του σκοπούς.
ε. Το σύγχρονο έθνος-κράτος υπηρετεί το εγωιστικό άτομο (η υπάρχουσα σύγχρονη πολιτική το αντικατοπτρίζει αυτό απόλυτα).
στ. Το κομβικό ερώτημα του Νίτσε γύρω από το ζήτημα είναι : Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από την σηπτική κοινωνική εντροπία, την δρώσα αποσυνθετική αταξία, (της οποίας η επερχόμενη κορύφωση αντικατοπτρίζει την πλήρη αποδιοργάνωση και ισοδυναμεί με την παύση της ζωής) και να αποκαταστήσουμε την πραγματική πολιτική Ηγεσία, την αυθεντία και την εξουσία της;
Εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε και ν΄αποκριθούμε !