ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ, ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΨΗΛΟΦΡΟΝΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ 

(ΝΙΤΣΕ, ΔΕΞΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ   ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ μέρος 3)

«Πάνω από κάθε λαό επικρέμαται μια πλάκα των αρετών. Δείτε, είναι η πλάκα των επιτευγμάτων τους. Δείτε, είναι η φωνή της θέλησής τους για δύναμη…Αξιέπαινο είναι οτιδήποτε απελευθερώνει, ακόμα και από τη βαθύτερη ανάγκη, τη σπανιότερη, την πλέον δύσκολη-αυτό αποκαλούν άγιο».

Δεν υπήρξαν μόνον ασυνήθεις ιδεολογικοπολιτικές αναζητήσεις στηριγμένες σε νιτσεϊκές αρχές ή εμπνευσμένες από αυτές, (όπως ήδη προαναφέραμε), αλλά επίσης και ιδιότυπα καθεστώτα βασισμένα σε νιτσεϊκές αρχές, όπως το ιστορικό τόλμημα του Φιούμε και το φαντασιακό αφήγημα της ρουμανικής Κουμάντσας, που θέλησαν να διαμορφώσουν μια νέα ταυτότητα. Και αυτά, όπως οι ποικίλες συναφείς ιδεολογικοπολιτικές πορείες, είχαν επίσης αξιοπρόσεκτη τροχιά και άσχημη κατάληξη. 

Φιούμε : Η ήττα της Αυστροουγγαρίας κατά το τέλος του Α’ Μεγάλου Πολέμου προκάλεσε την ύπαρξη δυο αντίπαλων πλευρών στη διοίκηση της πόλης Φιούμε (η τωρινή κροατική Ριέκα) : Και η Ιταλία και το νέο «Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων» (αργότερα Γιουγκοσλαβία / Νοτιοσλαβία) διεκδικούσαν τα ηνία ελέγχου της πόλης, λόγω της αδιαμφισβήτητης ύπαρξης εθνικών πληθυσμών τους στην ευρύτερη περιοχή της.

Μετά από μία βραχεία ιταλική κατοχή, διεθνής δύναμη από γαλλικά, βρετανικά και αμερικανικά στρατεύματα κατέλαβε την πόλη τον Νοέμβριο του 1918, ενώ το μέλλον της αποφασιζόταν στο εξελισσόμενο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

Οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν απότομα, όταν στις 12 Σεπτεμβρίου 1919, άτακτες δυνάμεις Ιταλών εθνικιστών κατέλαβαν την πόλη με επικεφαλής τους τον αξιωματικό, συγγραφέα και ποιητή Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο, Πρίγκηπα του Μοντενεβόζο. Το περιστατικό έγινε δυο μέρες μετά τη Συνθήκη του Σεν Ζερμέν, με την οποία διαλυόταν η Αυστροουγγαρία.

Στις 12 Νοεμβρίου 1920, η Ιταλία κι η Γιουγκοσλαβία υπέγραψαν συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν το Φιούμε / η Ριέκα θα αποτελούσε ανεξάρτητο ελεύθερο κρατίδιο. Η απάντηση του Ντ’ Ανούντσιο ήταν η κήρυξη πολέμου στην Ιταλία. Εν τέλει ηττήθηκε από τις βασιλικές ιταλικές δυνάμεις, οι οποίες και ανέλαβαν τον έλεγχο της πόλης τον Ιανουάριο του 1921.

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1919, ηγήθηκε μιας δύναμης 186 λεγεωνάριων από το Ρόνκι της Ιταλίας στο Φιούμε. Οι λεγεωνάριοί του ήταν μέλη του 1ου  Τάγματος του 2ου  Συντάγματος Γρεναδιέρων του Βασιλικού Ιταλικού Στρατού. Μέσα σε λίγες μέρες, στρατεύματα από άλλες στρατιωτικές μονάδες ενώθηκαν με τον Ντ’Ανούντσιο στο Φιούμε, ο οποίος σύντομα διοικούσε μια δύναμη 2.500 στρατιωτών πρώην στρατευμάτων του Βασιλικού Ιταλικού Στρατού, Ιταλών εθνικιστών και βετεράνων του ιταλικού μετώπου κατά τη διάρκεια του Α’ΜεγάλουΠολέμου. Κατάφεραν να καταλάβουν τον έλεγχο της πόλης και ανάγκασαν την αποχώρηση των Συμμαχικών δυνάμεων κατοχής, που αποτελούνταν από στρατεύματα από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πορεία από το Ρόνκι στο Φιούμε έγινε γνωστή ως Impresa di Fiume («Επιχείρηση Φιούμε»).

Επειδή η ιταλική κυβέρνηση, επιθυμώντας να σεβαστεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις, δεν ήθελε να προσαρτήσει το Φιούμε, ο Ντ’ Ανούντσιο και οι διανοούμενοι στο πλευρό του τελικά ίδρυσαν ένα ανεξάρτητο κράτος, την Ιταλική Αντιβασιλεία του Καρνάρο, ένα μοναδικό κοινωνικό πείραμα για την εποχή και μια επαναστατική πολιτιστική εμπειρία, στην οποία συμμετείχαν διάφοροι διεθνείς διανοούμενοι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα (όπως οι : Σερ Φράνσις Όσμπερτ Σατσέβερελ Σίτγουελ – Άγγλος συγγραφέας και Βαρωνέτος, Αρτούρο Τοσκανίνι-Ιταλός μουσικοσυνθέτης και διευθυντής ορχήστρας, Χένρι Φερστ – Αμερικανός ιστορικός μυθιστοριογράφος και δραματουργός, Φιλίπο Τομάσο Μαρινέτι – Ιταλός ποιητής και θεωρητικός του φουτουρισμού, Χαρουκίτσι Σίμοϊ –Ιάπων ποιητής και συγγραφέας, Γουλιέλμο Τζοβάνι Μαρία Μαρκόνι – Ιταλός ηλεκτρολόγος μηχανολόγος και διάσημος εφευρέτης, Αλτσέστε Ντε Άμπρις – Ιταλός αναρχοσυνδικαλιστής συγγραφέας, Γουίτνεϊ Γουόρεν – Αμερικανός αρχιτέκτονας και Λεόν Κοχνίτσκι-Βέλγος ποιητής και συγγραφέας).[Βλέπε Ferdinando Gerra, «L’impresa di Fiume», εκδόσεις Longanesi, Μιλάνο, 1974]

Το Φιούμε έγινε μια πόλη που προσέλκυσε καλλιτέχνες και ριζοσπάστες από όλη την Ευρώπη. Ο Ιταλός πιλότος και εξερευνητής Γκουίντο Κέλερ δίδαξε γιόγκα σε λεγεωνάριους, ενώ ο Χαρουκίτσι Σιμόι δίδαξε καράτε. Ο Βλαντιμίρ ϊλιτς Ουλιάνωφ – Λένιν έστειλε στον Ντ’Ανούντσιο ένα κουτί χαβιάρι [όπως καταμαρτυρεί η Lucy Hughes-Hallett στο γλαφυρό βιβλίο της του 2014 «The Pike – Gabriele d’ Annunzio: Poet, seducer and preacher of war»] Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Φιούμε τον Σεπτέμβριο του 1919, ο Φιλίπο Τομάσο Μαρινέτι, ιδρυτής του φουτουριστικού κινήματος, επαίνεσε τους ηγέτες της επιχείρησης  ως «προωθημένους» και «πρωτοπόρους λιποτάκτες» (disertori in avanti), καθώς εγκατέλειψαν τον κρατικό στρατό για ένα Μεγάλο Σκοπό. [Αποκάλεσε τους εθελοντές γρεναδιέρους «αυτόματο εργοστάσιο ηρώων» και στο θέατρο «Φοίνικας», εν μέσω «συνεχών χειροκροτημάτων», μίλησε για τους ηρωικούς «λιποτάκτες του Φιούμε», δηλαδή αυτούς που έφυγαν αυτόβουλα από τον ιταλικό στρατό και “απελευθέρωσαν την πόλη του εθνικού ολοκαυτώματος”, τους όρισε  δε “ως «προωθημένους λιποτάκτες, πολύ διαφορετικούς από τους συνήθεις, τους οποίους αποκαλώ «οπισθοδρομικούς λιποτάκτες», δηλαδή, εκείνους τους προδότες πολιτικούς που πούλησαν τη χώρα τους στο εξωτερικό”].

Μεταξύ των πολλών πολιτικών πειραμάτων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια αυτής της εμπειρίας, ο Ντ’ Ανούντσιο και οι άντρες του ανέλαβαν μια πρώτη προσπάθεια να ιδρύσουν ένα κίνημα αδέσμευτων εθνών, στην λεγόμενη «Κοινωνία του Φιούμε», μιαν οργάνωση αντίθετη προς την «Κοινωνία των Εθνών» του Αμερικανού Προέδρους Γουίλσων, την οποία θεωρούσαν ως μέσο διαιώνισης ενός διεφθαρμένου και ιμπεριαλιστικού status quo. Η οργάνωση στόχευε πρωτίστως να βοηθήσει όλες τις καταπιεσμένες εθνικότητες στον αγώνα τους για πολιτική αξιοπρέπεια και αναγνώριση, δημιουργώντας δεσμούς με πολλά κινήματα σε διάφορες ηπείρους, αλλά ποτέ δεν βρήκε την απαραίτητη εξωτερική υποστήριξη και η κύρια κληρονομιά της παραμένει σήμερα η αναγνώριση της Σοβιετικής Ρωσίας από την Αντιβασιλεία του Καρνάρο, του πρώτου κράτους στον κόσμο που αναγνώρισε την ΕΣΣΔ.

Ο Φιλελεύθερος Τζιοβάνι Τζιολίτι έγινε πάλι Πρωθυπουργός της Ιταλίας τον Ιούνιο του 1920. Αυτό σηματοδότησε μια σκλήρυνση των επίσημων στάσεων απέναντι στο πραξικόπημα του Ντ’ Ανούντσιο. Στις 12 Νοεμβρίου, η Ιταλία και η Γιουγκοσλαβία συνήψαν τη Συνθήκη του Ραπάλο, η οποία προέβλεπε την κήρυξη του Φιούμε ως ανεξάρτητο κράτος, το «Ελεύθερο Κράτος του Φιούμε», υπό μια κυβέρνηση αποδεκτή και από τις δύο δυνάμεις. Η απάντηση του Ντ’ Ανούντσιο ήταν χαρακτηριστικά προκλητική και αμφίβολης αποτελεσματικότητας: Ο Ντ’ Ανούντσιο αρνήθηκε να δεχτεί το τελεσίγραφο του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Καβίλια να εγκαταλείψει το Φιούμε και χαρακτήρισε τη Συνθήκη του Ραπάλο παράνομη, ενώ η Αντιβασιλεία του κήρυξε τον πόλεμο στην Ιταλία. Η κήρυξη πολέμου κατά της Ιταλίας  προκάλεσε τον βομβαρδισμό του Φιούμε από τις ιταλικές βασιλικές δυνάμεις, ο οποίος οδήγησε στην παράδοση της πόλης στο τέλος του έτους, μετά από πέντε ημέρες αντίστασης (γνωστής ως «Αιματηρά Χριστούγεννα»).

Ο Βασιλικός Ιταλικός Στρατός εξαπέλυσε μιαν ολοκληρωτική επίθεση εναντίον του Φιούμε στις 24 Δεκεμβρίου 1920:Μετά από αρκετές ώρες σφοδρών μαχών, κηρύχθηκε εκεχειρία για την ημέρα των Χριστουγέννων. Η μάχη συνεχίστηκε στη συνέχεια στις 26 Δεκεμβρίου. Δεδομένου ότι οι λεγεωνάριοι του Ντ’Ανούντσιο αρνούνταν να παραδοθούν και αντιστεκόντουσαν σθεναρά στην επίθεση χρησιμοποιώντας πολυβόλα και χειροβομβίδες, τα ιταλικά θωρηκτά  Andrea Doria και Duilio άνοιξαν πυρ εναντίον του Φιούμε και βομβάρδισαν την πόλη για τρεις ημέρες. Ο Ντ’Ανούντσιο παραιτήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου και η Αντιβασιλεία συνθηκολόγησε στις 30 Δεκεμβρίου 1920, καταλαμβανόμενη από ιταλικές δυνάμεις.

Τα ιταλικά στρατεύματα «απελευθέρωσαν» την πόλη από τις πολιτοφυλακές του Ντ’ Ανούντσιο στις τελευταίες ημέρες του Δεκεμβρίου 1920. Μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο και δύο επιπλέον χρόνια οικονομικής παράλυσης, η οικονομία της πόλης πλησίαζε στην κατάρρευση και ο πληθυσμός είχε εξαντληθεί.

Κουμάντσα – Τον Νοέμβριο του 1918, ο Γεώργιος Μαυροκορδάτος, κληρονομικός «οσποδάρος» της Κουμάντσας, μιάς ρουμανικής κωμόπολης στη Μαύρη Θάλασσα, και οι φίλοι του στη «Λέσχη των Σκυθών» (μια ετερόκλητη παρέα από τυχοδιώκτες, λόγιους, αυτόχθονες ημι-βάρβαρους και λαθρέμπορους) αποφασίζουν να διώξουν με τα όπλα τη μικρή γερμανική φρουρά που έχει καταλάβει την πόλη μετά την άτακτη ρουμανική υποχώρηση του 1916. Το κίνημά τους, έχοντας την επιδοκιμασία ενός ανάμικτου πληθυσμού από Έλληνες, Ρουμάνους, Καραΐτες Εβραίους, Τούρκους και Κουμάνους, εγκαθιστά μια μικροσκοπική «Δημοκρατία των Συμβουλίων» δηλαδή «των Σοβιέτ», που το Σύνταγμά της είναι ένα ανθολόγιο από τσιτάτα του Νίτσε και η οικονομική της αυτάρκεια προέρχεται …..από την κλοπή ενός αρχαίου θησαυρού.

Αυτή η ουτοπική παραβολή είναι πρωτίστως ένα πρόσχημα για να υπογραμμιστεί η ρηξικέλευθη ανατρεπτική διάσταση του έργου του Νίτσε, αλλά ο Αμερικανός συγγραφέας Peter Lamborn Wilson (1945–2022)σκιαγραφεί επίσης μέσω αυτής τις πολύτιμες συγκλίσεις μεταξύ ατομικών πεπρωμένων και κοινοτιστικών πόθων; Στο εν λόγω έργο του οι συγκλίσεις αυτές γίνονται δυνατές χάρη στην (έστω και προσωρινή) αυτονομία μιας ζωής που έχει αποσπαστεί από την τερατώδη κρατική απάνθρωπη «μεγα-μηχανή».

Ο Wilson ή «Hakim Bey», ήταν ένας αφοσιωμένος αναρχικός, συγγραφέας και ποιητής, γνωστός κυρίως για την έννοια των «Προσωρινών Αυτόνομων Ζωνών». Ήταν επίσης ένας προκλητικός και επιδραστικός συγγραφέας σε ριζοσπαστικούς, κύκλους της «αντι-διανόησης» του ακαδημαϊκού και κοινωνικού περιθωρίου. Έγινε γνωστός για την εξερεύνηση αναρχικών, ουτοπικών και αποκρυφιστικών ιδεών στο ευρύτερο έργο του. Υπήρξε επίσης συγγραφέας του επιδραστικού βιβλίου «TAZ: Η Προσωρινή Αυτόνομη Ζώνη, Οντολογική Αναρχία, Ποιητική Τρομοκρατία» στο οποίο μιλά για την κύρια ιδεολογική του σύλληψη.

Αλλά ο Peter Lamborn Wilson είναι επίσης γνωστός για την εικοτολογική ιστορία του «Ένα Νιτσεϊκό Πραξικόπημα», που αφηγείται ένα φανταστικό, βραχύβιο κράτος στη Ρουμανία, αποκαλούμενο «Αυτόνομο Σαντζάκι της Κουμάντσα», στα 1918. Σε αυτό το φανταστικό ιστορικό γεγονός, μια ομάδα Νιτσεϊκών κατέλαβε την εξουσία στην πόλη Κουμάντσα, εφαρμόζοντας ένα «Συμβουλιακό» σύστημα που περιελάμβανε αναδιανομή γης και … νομιμοποίηση του λαθρεμπορίου. Η ιστορία δημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμό του Χακίμ Μπέη και είναι διαθέσιμη ως βιβλίο «Κουμάντσα 1918 : Ένα νιτσέικο πρακτικόπημα».

Λεπτομέρειες του φαντασιακού «γεγονότος»  του 1918: Προέλευση: Το Αυτόνομο Σαντζάκι της Κουμάντσα ήταν ένα μικρό, διετές κράτος που δημιούργησε ο Γουίλσον στο πλαίσιο της εξερεύνησης των νιτσεϊκών ιδεών. Διακυβέρνηση: Βασιζόταν σε ένα Συμβουλιακό σύστημα, με ένα μέλος από κάθε εθνοτική ομάδα στην Κουμάντσα. Δράσεις: Το κυβερνών σώμα αναδιανέμει την αριστοκρατική γη, νομιμοποιεί το …. λαθρεμπόριο και διοργανώνει μεγάλες σειρές συναυλιών. Φιλοσοφία: Το σύνταγμα του κράτους περιελάμβανε αυτούσια αποσπάσματα από τον φιλόσοφο Νίτσε, με επίκεντρο τον εορτασμό των εορτών και της χαράς.

Ο νιτσεϊκός αναρχικός συγγραφέας  γράφει μεταξύ άλλων στο αφήγημά του :

…Οι όροι «Δεξιά» και «Αριστερά», όπως όλοι γνωρίζουν, προέρχονται από μια διάταξη των καθισμάτων στην παλιά Γαλλική Συνέλευση, μια κυκλική συνάθροιση που είχε ως αποτέλεσμα οι δύο ακραίες πτέρυγες να κάθονται η μία δίπλα στην άλλη. Ίσως το απλό τυχαίο αυτής της εγγύτητας να οδήγησε σε μια κάποια μετατόπιση μεταξύ των δύο παρατάξεων – αλλά η έλξη των άκρων θα είχε συμβεί κάποια στιγμή ακόμη και χωρίς τη φυσική εγγύτητα. Οι εξτρεμιστές, άλλωστε, είναι όλοι ακραίοι. Και οι ιδεολογίες δεν είναι καθαρές, όπως θέλουν οι ιδεολόγοι να πιστεύουμε εμείς (και οι ίδιοι). Κάθε ιδέα, λόγω της οργανικής της ατέλειας ή της μη πραγματικότητας, μπορεί να περιέχει ή να αντανακλά ή να απορροφά οποιαδήποτε άλλη ιδέα. Ο Στάλιν και ο Χίτλερ μπορούν να κάνουν μια συμφωνία και η ιδεολογία μπορεί να την προσαρμόσει. Το βλέπουμε αυτό στη Ρωσία σήμερα, με τους «Κοκκινόφαιους» Εθνικομπολσεβίκους της, και μπορούμε να το δούμε και στα τέλη του 19ου  αιώνα, με τους μαθητές του Προυντόν και του Σορέλ να ακολουθούν τη λογική ορισμένων «αριστερών» ιδεών προς τη «Δεξιά», προς τον μοναρχισμό ή τον φασισμό. Αν η αυτονομία και η εξουσία φαίνονται εύκολα διακριτές στην εμπειρία, ίσως να συγχέονται στο χαρτί – και όταν είναι «αυστηρά» διακριτές στο χαρτί, μπορεί να μπερδευτούν στο επίπεδο της ψυχολογίας ή στη σύγχυση της «πραγματικής ζωής».

Για παράδειγμα, η προσωπική επιθυμία κάποιου για ελευθερία μπορεί να προβληθεί σε ολόκληρη την κοινωνία ως αφαίρεση – κάποιος είναι αναρχικός. Αλλά η ίδια επιθυμία μπορεί να προβληθεί σε μια συγκεκριμένη ομάδα (έθνος, φυλή, τάξη, κλίκα) αποκλείοντας άλλες ομάδες – τους «εχθρούς της ελευθερίας» – χωρίς καμία ψυχολογική ή ακόμα και γνωστική ασυμφωνία. Τελικά κάποιος μπορεί να «αποκηρύξει» την αρχική του θέση χωρίς ενδοιασμούς. Έχει παραμείνει «πιστός στον εαυτό του». Αν αυτό ισχύει, ακόμη και για αυστηρές ιδεολογίες όπως ο Μαρξισμός, πρέπει να ισχύει ακόμη περισσότερο για λιγότερο συστηματικά συστήματα ή ακόμα και αντισυστήματα όπως ο αναρχισμός, ειδικά οι προυντονικές ή σορελιανές τάσεις του, ή η στιρνεριανή/νιτσεϊκή του πτέρυγα. Παρακαλώ καταλάβετε ότι αυτές οι παρατηρήσεις δεν προορίζονται ως κάποιο είδος εύκολης «κριτικής» του Μαρξ, του Προυντόν, του Σορέλ, του Στίρνερ ή του Νίτσε. Η «ιστορία» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κάνει οποιονδήποτε να φαίνεται ανόητος και για να κάνει όλες τις αιτίες να φαίνονται απελπιστικές.

…Ο Μαυροκορδάτος και οι Σκύθες προφανώς σκόπευαν να προσπαθήσουν να μετατρέψουν το Αυτόνομο Σαντζάκι της Κουμάντσα σε μια νιτσεϊκή ουτοπία. Το γνωρίζουμε αυτό επειδή το δήλωσαν εντύπως, στην εφημερίδα «Άστρο της Αυγής», η οποία τώρα επανέλαβε την έκδοσή της. Το πιο σημαντικό έγγραφο που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των δύο ετών του πειράματος ήταν ένα προσχέδιο για τις αρχές ενός προτεινόμενου Συντάγματος. Αυτές οι αρχές υιοθετήθηκαν «προσωρινά» από την Προσωρινή Κυβέρνηση, αλλά στη συνέχεια κανένα πραγματικό σύνταγμα δεν δημοσιεύθηκε ποτέ, καθώς η Κυβέρνηση παρέμεινε «προσωρινή». Αυτό μπορεί να ήταν τυχαίο ή μπορεί να ήταν σκόπιμο. Πιστεύω ότι οι Σκύθες σκόπευαν να αφήσουν τα πάντα να κρέμονται χαλαρά για όσο το δυνατόν περισσότερο. Όλο το νόημα της κρατικής υπόστασης είναι η στασιμότητα, η ίδια η ακαμψία και η οριστικότητα που όλοι οι καλοί Νιτσεϊκοί απεχθάνονται.

«Γίνε αυτός που είσαι» – ο Νίτσε δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει αυτή την προτροπή από τον Πίνδαρο (αυτόν τον πιο Νιτσεϊκό από τους αρχαίους ποιητές) – και η διαδικασία του γίγνεσθαι δεν σταματά ποτέ μέχρι τον θάνατο. Σε ένα πιο συνηθισμένο επίπεδο, οι «Προσωρινοί» απέφυγαν να κάνουν οποιεσδήποτε αμετάκλητες κινήσεις εναντίον της Ρουμανίας ή των Συμμάχων. Δεν είχαν καμία επιθυμία να προκαλέσουν την οργή κανενός απλώς για να υπερασπιστούν κάποια υψηλά σλόγκαν όπως «ανεξαρτησία» ή «Σύνταγμα» ή «δικαιώματα». Ο Μαυροκορδάτος είχε πολύ προφανή πρόθεση να κάνουν ό,τι ήταν καλύτερο για ολόκληρο τον λαό και τον τόπο της Κουμάντσα, όχι για κάποια «φιλοσοφία» ή ιδεολογία. Αυτή η αποφασιστικότητα από μόνη της ήταν πολύ Νιτσεϊκή.

Θα μπορούσε κανείς, ωστόσο, να αμφισβητήσει την πρακτικότητα αυτής της πρόθεσης. Κρίνοντας από τις διαρροές τους στο «Άστρο» και από τις πράξεις τους, ο Μαυροκορδάτος και οι σύντροφοί του ήταν νεαροί ρομαντικοί που έβλεπαν τους εαυτούς τους ως το μέλλον. Μιλούσαν σαν να περίμεναν οι ιδέες τους να γίνουν γνωστές και να εξαπλωθούν – η αποκαλυπτική ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής Ευρώπης ενθάρρυνε τέτοιες άγριες εικασίες. Η κατάρρευση του Δυτικού Πολιτισμού ήταν αναμενόμενη σε καθημερινή βάση. Η Ρωσική Επανάσταση θεωρήθηκε ως η αρχή του Τέλους. Γνωρίζουμε ότι πειράματα όπως η Κουμάντσα, το Μόναχο, το Φιούμε ή το Σοβιέτ του Λίμερικ ήταν ανέφικτα και καταδικασμένα σε αποτυχία, επειδή γνωρίζουμε (προς μεγάλη μας λύπη) ότι ο Δυτικός Πολιτισμός δεν επρόκειτο να καταρρεύσει αλλά να δώσει μεταστάσεις και επρόκειτο να ξεκινήσει έναν ολόκληρο αιώνα πολέμου και «ψυχρού πολέμου» που θα τελείωνε με τον θρίαμβο του Κεφαλαίου το 1989-1991. Αλλά θα ήταν αρκετά άδικο εκ μέρους μας να απαιτήσουμε τέτοια γνώση για τους επαναστάτες του 1918.

….. Ένας λόγος για την απόφαση των Σκυθών να αποφύγουν μια κατάσταση «Λυκόφωτος των Θεών» (Ράγκναροκ) ήταν πιθανώς η μείωση του θησαυροφυλακίου. Όσα κι αν είχαν λάβει για τα λάφυρα από την Κωνστάντζα και την Πετρόασα, τα σπαταλούσαν σαν να μην υπήρχε αύριο – μια ρεαλιστική πολιτική, στην πραγματικότητα, επειδή στην πραγματικότητα δεν υπήρχε αύριο. Υποψιάζομαι ότι τα τελευταία υπολείμματα μοιράστηκαν μεταξύ των προσφύγων και των «πίσω», και αυτό ήταν το τέλος. Ο Μαυροκορδάτος εγκαταστάθηκε τώρα στην Κωνσταντινούπολη. Μερικοί από την χούντα παρέμειναν επίσης εκεί, κατά πάσα πιθανότητα – ο Σεΐχης Μεχμέτ για παράδειγμα. Άλλοι άρχισαν …. να εξαφανίζονται.

….. Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να προσθέσουμε μια σύντομη σημείωση για τον ρόλο της Κουμάντσα στα γεγονότα που συγκλόνισαν τη Ρουμανία το 1989, με τον θάνατο του δικτάτορα Τσαουσέσκου. Ο τηλεοπτικός σταθμός στο Βουκουρέστι, που αποτέλεσε το πραγματικό επίκεντρο της «Επανάστασης», ανέφερε ότι 200 ​​άνθρωποι είχαν σφαγιαστεί στην Κουμάντσα από δυνάμεις της Σεκουριτάτε (Υπηρεσίας Πληροφοριών) πιστές στο σταλινοειδές καθεστώς. Αργότερα δημοσιεύματα «παραδέχτηκαν» ότι στην πραγματικότητα μόνον έξι άνθρωποι είχαν σκοτωθεί – αλλά προβλήθηκαν κινηματογραφικά πλάνα με πολλά πτώματα.

Ακόμη, αργότερα «έγινε παραδεκτό» ότι, κανείς δεν είχε πυροβοληθεί στην Κουμάντσα. Τα πτώματα ήταν ψεύτικα (ξεθαμμένα από νέους τάφους και πυροβολημένα σε εμφανή σημεία, όπως το μέτωπο, ώστε οι πληγές να μπορούν να φανούν στην τηλεόραση). Η αλήθεια – κατά την οποία η Κουμάντσα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας μικρόκοσμος που αντανακλούσε παρόμοια γεγονότα σε όλη τη χώρα – είναι ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε «Επανάσταση». Η τηλεόραση είχε προσομοιώσει μιαν επανάσταση (στην οποία, βεβαίως, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι πέθαναν γενναία και άσκοπα) προκειμένου να καλύψει αυτό που πραγματικά συνέβαινε! Στην πραγματικότητα, ο Τσαουσέσκου είχε καθαιρεθεί από μια φράξια της Σεκουριτάτε, η οποία πλέον αυτοαποκαλούνταν «Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας», και είχε καταλάβει τον τηλεοπτικό σταθμό. Ενώ οι Ρουμάνοι νόμιζαν ότι πέθαιναν για την «ελευθερία», απλώς παρακολουθούσαν τους ίδιους ανθρώπους να παίρνουν την εξουσία, κρυμμένοι πίσω από μερικούς γενναίους και παραπλανημένους επαναστάτες και ένα μπαράζ εξαιρετικά εξελιγμένης χειραγώγησης από τα μέσα ενημέρωσης (συμπεριλαμβανομένων ηχογραφήσεων πυρών πολυβόλων, που χρησιμοποιήθηκαν για την τρομοκράτηση πλήθους διαδηλωτών). Δεν υπήρξε «Επανάσταση». Δεν υπήρξε «προδοσία» της Επανάστασης επειδή δεν υπήρχε επανάσταση να προδοθεί – εκτός από τη συνείδηση ​​ενός ολόκληρου κόσμου, που είναι κολλημένος στον τηλεοπτικό σωλήνα και πρόθυμος να πιστέψει οτιδήποτε βλέπει σε βίντεο. Σε σύγκριση με αυτή την «παραλογικότητα» τύπου Ιονέσκου, το «Αυτόνομο Σαντζάκι της Κουμάντσας» φαίνεται σαν ….. ένα συμπαγές κομμάτι ιστορίας.

Για άλλη μια φορά ο κόσμος απέτυχε να βάλει τέλος στον 19ον  αιώνα. Οι επαναστάτες του 1918 ονειρεύονταν μια νέα εποχή. Οι επαναστάτες του 1989 ονειρεύονταν μια νέα εποχή. Αλλά το μόνο που πήραν ήταν ….ο Καπιταλισμός !»

Ορθά μίλησε ο αφηγητής  της εικασίας!

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

245
fb-share-icon
Insta
Tiktok