Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη στρατηγική των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, εστιάζοντας συγκεκριμένα στη βάση αεροσκαφών Μπαγκράμ. Κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο 2025, ο Τραμπ, καθισμένος δίπλα στον βρετανό Πρωθυπουργό Keir Starmer, δήλωσε ξεκάθαρα ότι επιθυμεί η χώρα του να ανακτήσει τον έλεγχο της βάσης, την οποία χαρακτήρισε ως «δώρο δωρεάν στους Ταλιμπάν» κατά την ατιμωτική υποχώρηση του Αμερικανικού στρατού. «Θέλουμε πίσω αυτή τη βάση», τόνισε, ενώ σε μεταγενέστερη δήλωσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προειδοποίησε με την γνωστή διπλωματική του γλώσσα της τηλεόρασης για «άσχημα πράγματα» εάν το Αφγανιστάν δεν την επέστρεφε στις ΗΠΑ.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Ταλιμπάν, που κυβερνούν τη χώρα από το 2021, απέρριψαν κατηγορηματικά το αίτημα, τόνισαν ότι υπό «καμία περίπτωση» δεν θα παραχωρούσαν την βάση σε τρίτη χώρα και βρήκαν σημαντική διπλωματική στήριξη από μια ευρεία γκάμα περιφερειακών δυνάμεων.
Στις αρχές Οκτωβρίου στην Μόσχα, στο πλαίσιο συνάντησης αξιωματούχων από χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Ινδία, το Πακιστάν και τέσσερα κράτη της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Κιργιζία, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν) οι ανακοινώσεις ενώθηκαν σε μια κοινή καταδίκη της ανάπτυξης ξένων στρατιωτικών βάσεων στο Αφγανιστάν. Η κοινή δήλωση, που δεν ανέφερε ρητά τις ΗΠΑ, χαρακτήρισε τέτοιες προσπάθειες «απαράδεκτες», υποστηρίζοντας ότι δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας.
Αυτή η ομόφωνη στάση είναι αξιοσημείωτη, δεδομένου ότι πολλές από αυτές τις χώρες έχουν ιστορικά αντικρουόμενα συμφέροντα και ρήξεις στην περιοχή. Η συσπείρωση αυτή ερμηνεύεται από αναλυτές ως έκφραση μιας ευρύτερης περιφερειακής αντίληψης που θεωρεί τα αφγανικά ζητήματα «περιφερειακή ευθύνη» και απορρίπτει την εξωτερική παρέμβαση.
Σύμφωνα με τον Taimur Khan του Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών Ισλαμαμπάντ (ISSI), η κοινή αυτή θέση ενισχύει σημαντικά το διπλωματικό χέρι των Ταλιμπάν, προσφέροντάς τους περιφερειακή νομιμότητα καθώς αντιμετωπίζουν την πίεση από τον Τραμπ. Αυτή η νομιμότητα εκδηλώνεται μέσω της εμβάθυνσης των διασυνδέσεων των Ταλιμπάν με γειτονικά κράτη, όπως η πρόσφατη ιστορική επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών τους, Amir Khan Muttaqi, στο Νέο Δελχί, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των κρατών δεν τους έχει αναγνωρίσει επίσημα ως κυβέρνηση.
Η βάση του Μπαγκράμ, που βρίσκεται 44 χλμ βόρεια της Καμπούλ και χτίστηκε αρχικά από τη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1950. Παραμένει στρατηγικός στόχος λόγω της ικανότητάς της να φιλοξενήσει μεγάλα στρατιωτικά αεροσκάφη – μια σπάνια υποδομή στο ορεινό Αφγανιστάν.
Ωστόσο, οι ειδικοί εκφράζουν σκεπτικισμό σχετικά με την πραγματική πρόθεση ή δυνατότητα της Ουάσινγκτον για μια νέα στρατιωτική δέσμευση. Ο Kamran Bokhari του New Lines Institute επισημαίνει ότι η τρέχουσα αμερικανική γεωστρατηγική εστιάζει σε «στρατιωτική απομάκρυνση» και ότι το κόστος συντήρησης μιας τέτοιας βάσης θα υπερέβαινε κατά πολύ την ωφέλειά της. Τα οικονομικά προβλήματα των ΗΠΑ, δεν κρύβονται πλέον κάτω από το χαλί…
Αντίθετα, το αίτημα για το Μπαγκράμ μπορεί να είναι σήμα προς τους Ταλιμπάν ότι οι ΗΠΑ είναι ανοιχτές σε νέες μορφές συναλλαγών, ίσως με στόχο την αντιστάθμιση της κινεζικής επιρροής στην Κεντρική Ασία.
Για τους Ταλιμπάν, το αίτημα δημιουργεί ένα δίλημμα. Από την μία, η παράδοση της βάσης είναι πολιτικά αδιανόητη, καθώς θα υπονόμευε εσωτερικά τη νομιμότητα της κυβέρνησής τους. Από την άλλη, έχουν ανάγκη από άμβλυνση των διεθνών κυρώσεων για να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση και χρειάζονται τη σύνδεση με τη Δύση. Παράλληλα, η ενίσχυση των διπλωματικών τους δεσμών με γειτονικά κράτη τους βοηθά να αντιμετωπίσουν την πίεση.
Τα κίνητρα των γειτονικών χωρών για στήριξη των Ταλιμπάν είναι ρεαλιστικά. Πρόκειται για την προώθηση της σταθερότητας στα σύνορα, την διασφάλιση εγγυήσεων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την ασφάλεια των εμπορικών οδών. Οι χώρες της Κεντρικής Ασίας, ιδιαίτερα, φοβούνται την εκ νέου εμφάνιση της χώρας ως πεδίου μάχης «πληρεξουσίων».
Ο Kuat Akizhanov από το Κεντρικό Ασιατικό Ινστιτούτο Περιφερειακής Οικονομικής Συνεργασίας (CAREC) εξηγεί ότι μια αμερικανική βάση θα έθετε τα μικρότερα κράτη της περιοχής στην πρώτη γραμμή του ανταγωνισμού ΗΠΑ‑Ρωσίας‑Κίνας, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικές αλλά και στρατιωτικές διενέξεις.
Συνεπώς, η συλλογική απάντηση στην πρόκληση του Μπαγκράμ δεν αντικατοπτρίζει τυφλή αντιαμερικανική στάση, αλλά μια βαθιά περιφερειακή στροφή προς τη λύση των προκλήσεων μέσω οικονομικής ολοκλήρωσης και συλλογικής ασφάλειας, υπό την αιγίδα οργανισμών όπως π.χ. ο Οργανισμός Συνεργασίας Σαγκάης (SCO). Όπως συμπεραίνει ο Khan, αυτό που βλέπουμε δεν είναι τυπική διπλωματική αναγνώριση των Ταλιμπάν, αλλά μια «λειτουργική κατανόηση» ότι η συνέχιση της απομόνωσης του Αφγανιστάν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα κανενός, ενώ η σταθεροποίησή του μέσω περιφερειακής συνεργασίας είναι ο μόνος βιώσιμος δρόμος. Η διαμάχη για το Μπαγκράμ, λοιπόν, λειτουργεί ως κατοπτρισμός μιας ευρύτερης γεωστρατηγικής ανασύνταξης, όπου η περιοχή επιδιώκει να καθορίσει μόνη της το μέλλον της, χωρίς εξωτερικές στρατιωτικές παρεμβάσεις.
Η Αμερικανική άτακτη υποχώρηση από το Αφγανιστάν, δεν ήταν μια μεμονωμένη άτυχη στιγμή. Είναι ένα ορόσημο που δηλώνει την οριστική αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή και την αποφασιστικότητα κρατών που έχουν πληγεί από ασταμάτητους πολέμους να πάρουν τις τύχες των λαών τους, στα χέρια τους.
Μπορεί να μην συμφωνούμε με τις πρακτικές των Ταλιμπάν, αλλά ας σταματήσει και η υποκρισία, ότι η Δύση που πνίγεται στην διαφθορά, αγωνιά για τις τύχες των γυναικών στην Ασία.