Η ΑΡΧΑΙΟΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ – ΜΕΡΟΣ 5
Η Παραδοσιοκρατική σκέψη, η οποία παραμένει το υψηλότερο και δυσκολότερο πρότυπο δυνητικής αποτιμήσεως των νέων ιδεών και ιδανικών, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να εφαρμοστεί και στην εξέταση της μεταϊστορικής θέσεως των υπολειμμάτων των Αβρααμικών θρησκειών.
Το περιγραφικό σκίτσο του Τζορτζανί για τις παλαιές Αβρααμικές θρησκείες ως ξεπερασμένα μεγαλομανιακά σχέδια ανθρώπινης υποδούλωσης και υποταγής, βασισμένες στις υπερφυσικές παρεμβάσεις από υπάνθρωπες, απάνθρωπες (και τελικά κακόβουλες) πνευματικές δυνάμεις, μπορεί να θεωρηθεί μια «ακτιβιστική» Αρχαιοφουτουριστική αναδιατύπωση της θέσης των Παραδοσιοκρατών ότι σχεδόν όλες οι εναπομένουσες θεσμικές «θρησκείες» του σύγχρονου κόσμου είναι ουσιαστικά ισοδύναμες με τις νεωτεριστικές αντιστροφές και διαστρεβλώσεις των αυθεντικών θρησκειών του χαμένου κόσμου της Παράδοσης. Η διαφορά είναι ότι ο Τζορτζανί υποθέτει ότι αυτές οι θρησκείες ήταν πάντα αρνητικές πνευματικές δυνάμεις, ενώ η Παραδοσιοκρατία υποθέτει ότι η προέλευσή τους είχε θετική δύναμη και ήσαν αναγωγικά κατευθυνόμενες προς την αλήθεια. Αλλά από μια Παραδοσιακή οπτική γωνία, είναι εξίσου αλήθεια ότι ενώ σε ιδιωτικό και εσωτερικό επίπεδο, ίχνη αυτών των αυθεντικών θρησκειών μπορεί να έχουν διατηρήσει ένα βαθμό υπαρξιακής πνευματικής σημασίας, σε συλλογικό και εξωτερικό επίπεδο, σχεδόν όλες υπόκεινται στον εκφυλισμό και την ανατροπή της Σκοτεινής Εποχής.
Αφηρημένα, τα απομεινάρια αυτών των θρησκειών μπορεί να έχουν διατηρήσει μιαν ορισμένη «αναμνηστική αξία», αλλά συγκεκριμένα το ιστορικό κλείσιμο του Υπερβατικού βασιλείου κατά τη Σύγχρονη Εποχή έχει προκαλέσει την «κυριαρχία» αυτών των «αντεστραμμένων θρησκειών» από υπανθρώπινες δυνάμεις, οι οποίες λειτουργούν σε ένα ψυχολογικό κενό συλλογικού ναρκισσισμού και τρέφονται με διαπολιτισμικές δυσαρέσκειες. Έτσι, χωρίς να αμφισβητούνται οι ιδιωτικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και χωρίς να αμφισβητείται η ειλικρινής θρησκευτική προσήλωση, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί η γενικά καθοδική κατεύθυνση της οργανωμένης και θεσμικής θρησκείας υπό την σύγχρονη αιγίδα της «ύστερης» Νεωτερικότητας.
Ο Τζορτζανί αναγνωρίζει ότι, σε γενικές γραμμές, οι «ψεύτικες θρησκείες» του σύγχρονου κόσμου αποτελούν ουσιαστικά «δαιμονικά κατεχόμενες» πλαστογραφίες: προγράμματα για κοινωνικοπολιτική χειραγώγηση και βιοεξελικτικές ομαδικές στρατηγικές για πρωτόγονους λαούς. Ως αφοσιωμένος Ιρανός εθνικιστής, η πολεμική στάση του Τζορτζανί ενάντια στις σύγχρονες Αβρααμικές θρησκείες είναι προφανώς εμπνευσμένη από την εξαιρετικά τραυματική ιστορική εμπειρία του Ιράν με τις μαχητικές μορφές πολιτικού Ισλάμ. Το όραμά του για μια Προμηθεϊκή εξέγερση ενάντια στον «έναν αληθινό θεό», έναν «θεό» που διαδίδεται από θρησκείες όπως το αταβιστικό Σύγχρονο Ισλάμ, μπορεί να γίνει κατανοητό σε αυτό το πλαίσιο: Κάθε Ιρανός που έχει πραγματική επίγνωση του μεγάλου παρελθόντος του ζωροαστρικού Αυτοκρατορικού Ιράν μπορεί να συγχωρεθεί που δυσανασχετεί με τον κοινωνικοπολιτικό πρωτογονισμό ο οποίος επιβάλλεται από τους σημερινούς ισλαμικούς του σφετεριστές.
Παρ’ όλα αυτά, το βασικό επιχείρημα του Τζορτζανί παραμένει έγκυρο: η αντίθεση μεταξύ του νοητικά «κλειστού» αταβισμού των «ανεστραμμένων θρησκειών» (κυρίαρχου μεταξύ των πρωτόγονων εθνών της Ασίας και της Αφρικής) και του Φαουστικού «ανοικτού» αταβισμού της Δυτικής Νεωτερικότητας (κυρίαρχου μεταξύ των ανεπτυγμένων εθνών της Ευρώπης και της Αμερικής) είναι αναμφίβολα η βασική διαλεκτική που καθοδηγεί τη σύγχρονη μεταπολιτική και γεωπολιτική. Αναγνωρίζοντας ρητά την «δαιμονική» ποιότητα αυτού του ανταγωνισμού, η Αρχαιοφουτουριστική «διαλεκτική» ανάλυση του Τζορτζανί επικυρώνει την Παραδοσιοκρατική θέση ότι η Σκοτεινή Νεωτερικότητα, αν και λειτουργεί μέσω ανθρώπινων παραγόντων, ανθρώπινων ιδεών και ανθρώπινων θεσμών, είναι τελικά μη ανθρώπινης προέλευσης (ο Τζορτζανί χρησιμοποιεί τον όρο «εωσφορικής»), προσανατολισμένη σε μη ανθρώπινα, διαβολικά συμφέροντα.
Έτσι, σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα, το έργο του Τζορτζανί είναι επιστημολογικά έγκυρο. Το επόμενο βήμα είναι να προσδιοριστεί η θέση του στο πλαίσιο της σύγχρονης φιλοσοφίας και η σημασία του για την «Ταυτοτική μεταπολιτική» που επιζητούμε. Ο μεγάλος Λατινοαμερικανός σοφός Νικολάς Γκόμες Ντάβιλα έγραψε ευστοχότατα : «Όσοn υψηλότερος είναι ο σκοπός, τόσο λιγότερο σημαντικός είναι ο αριθμός των υποστηρικτών του. Χρειάζεται ένας στρατός για να υπερασπιστεί ένα έθνος, αλλά μόνο ένας άνδρας χρειάζεται για να υπερασπιστεί μια ιδέα».
[Ο Νικολάς Γκόμες Ντάβιλα (Nicolás Gómez Dávila, 1913 –1994) ήταν Κολομβιανός συντηρητικός φιλόσοφος και συγγραφέας επιγραμματικών αφορισμών. Η φήμη του Γκόμες Ντάβιλα άρχισε να μεγαλώνει μόνο στα τελευταία λίγα χρόνια του βίου του, ιδίως μέσα από μεταφράσεις των κειμένων του στη γερμανική γλώσσα. Υπήρξε ένας από τους πλέον ριζικούς κριτικούς του μοντερνισμού με το έργο του, το οποίο αποτελείται σχεδόν αποκλειστικώς από αφορισμούς, τους οποίους αποκαλούσε escolios («σχόλια»). Αν και υπεστήριξε τον μετέπειτα Πρόεδρο της χώρας Αλμπέρτο Γιέρας Καμάργκο για τον ρόλο του στην ανατροπή της χούντας, ο ίδιος απείχε από οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα, μια απόφαση την οποία είχε πάρει ενωρίς στη συγγραφική του πορεία.
Από αυτή την απόφασή του απέρρευσε η ισχυρά επικριτική στάση του Γκόμες Ντάβιλα όχι μόνο έναντι των αριστερών, αλλά και δεξιών και συντηρητικών πολιτικών πρακτικών, παρά το ότι οι καθαρά αντιδραστικές αρχές του εμφανίζουν κάποιες ομοιότητες με συντηρητικές απόψεις. Η σκεπτικιστική ανθρωπολογία του βασιζόταν σε λεπτομερή μελέτη του Θουκυδίδου και του Γιάκομπ Μπούρκχαρτ, καθώς και στην υπεράσπιση της σημασίας των ιεραρχικών δομών στην κοινωνία, την πολιτεία και την Εκκλησία. Ο Γκόμες Ντάβιλα επέκρινε εμφατικώς την έννοια της «λαϊκής κυριαρχίας» ως μια αυθαίρετη θεοποίηση του ανθρώπου και απόρριψη της κυριαρχίας του Θεού.
Αν και πιστός Ρωμαιοκαθολικός, ήταν βαθιά επικριτικός κατά των μεταρρυθμίσεων της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, την οποία θεώρησε ως μία δόλια και προβληματική υπερ-προσαρμογή «στα του συγχρόνου κόσμου». Ιδιαιτέρως κατήγγειλε την αντικατάσταση της λατινικής εκκλησιαστικής γλώσσας στη Θεία Λειτουργία με την καθομιλούμενη γλώσσα στον κάθε τόπο. Παρόμοια με τον παραδοσιοκράτη μοναρχικό Χουάν Δονόσο Κορτές, ο Γκόμες Ντάβιλα πίστευε ότι όλα τα πολιτικά σφάλματα ήταν σε τελική ανάλυση απόρροιες θεολογικών σφαλμάτων. Η σκέψη του μπορεί έτσι να χαρακτηρισθεί ως μια μορφή «πολιτικής θεολογίας». ]
Από μεταπολιτικής απόψεως, το έργο του Τζορτζανί αντιπροσωπεύει μιαν ακόμη – πολύ ουσιαστική – ρήξη ενάντια στον κυρίαρχο μεταμοντέρνο ιδεολογικό λόγο του Πολιτισμικού Μηδενισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από κοσμικό μηδενισμό, παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελευθερισμό, ναρκισσιστικό υπερατομικισμό και ακραίο πολιτισμικό σχετικισμό. Μεταπολιτικά, το έργο του Τζορτζανί μπορεί να εντοπιστεί στο (ομολογουμένως μάλλον αόριστο) φάσμα του «Αρχαιο-Φουτουρισμού», αυτής της φιλοσοφικής σχολής που ιστορικά σχετίζεται με αυτό που ονομάζεται ειρωνικά και απαξιωτικά «Σκοτεινός Διαφωτισμός». Και οι δύο αυτοί όροι είναι ουσιαστικά λανθασμένοι, και χρησιμοποιούνται συχνότερα με απαξιωτικό και υποτιμητικό τρόπο από ιδεολογικούς κριτικούς, από καθεστωτικούς επικριτές των υποτιθέμενων «αντιδημοκρατικών» και «αντιδραστικών» στοχαστών και κινημάτων, τα οποία έχουν ως αποστολή να παρουσιάζουν και να συκοφαντούν, όμως αυτοί οι όροι είναι παρόλα αυτά χρήσιμοι ως προσωρινοί δείκτες.
Από μια Παραδοσιοκρατική οπτική γωνία, και τα δύο κινήματα, «Αρχαιο-Φουτουρισμός» και «Σκοτεινός Διαφωτισμός», είναι (αναπόφευκτα, δεδομένου του μετανεωτερικού υποβάθρου τους) ιδεολογικά υβρίδια. Τείνουν να ασχολούνται με συγκεκριμένες πτυχές της Νεωτερικότητας (τεχνολογικά επιτεύγματα, επιστημονική εξερεύνηση, φουτουριστική αισθητική) ενώ απορρίπτουν τις μηδενιστικές, υλιστικές και σχετικιστικές ιδεολογίες και στάσεις της. Θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι αυτά τα κινήματα τείνουν να ενδιαφέρονται για «άχρονες» παρά για «αρχαϊκές» εναλλακτικές λύσεις σε αυτές τις ιδεολογίες και συμπεριφορές. Τείνουν να απορρίπτουν τις προϋποθέσεις του Διαφωτισμού της Νεωτερικότητας ακριβώς επειδή συνδέουν αυτές τις προϋποθέσεις με το πνευματικό και διανοητικό σκοτάδι και όχι με το φως.
Από αυτή την άποψη, ο Αρχαιοφουτουρισμός και ο Σκοτεινός Διαφωτισμός μοιράζονται σημαντικό έδαφος με την Παραδοσιακή σκέψη, η οποία θεωρεί τη Σύγχρονη Εποχή ως το ισοδύναμο μιας κοσμικής Σκοτεινής Εποχής (οι Χριστιανικοί «Ύστατοι Καιροί», η Ινδουιστική «Κάλι Γιούγκα», η Σπενγκλεριανή «Χειμερινή Εποχή»). Ωστόσο, διαφέρουν από την Παραδοσιοκρατία στο βαθμό που ο μεταπολιτικός τους λόγος τείνει να είναι λειτουργικός : Παρέχει μια βάση όχι μόνο για άρση της ακτιβιστικής συναίνεσης, αλλά και για επαναστατική πολιτική ! Με άλλα λόγια, ο Αρχαιοφουτουρισμός και ο Σκοτεινός Διαφωτισμός έχουν τη δυνατότητα να επεκταθούν σε πλήρως λειτουργικές κοινωνικοπολιτικές ιδεολογίες και σε αποτελεσματικά πολιτικά προγράμματα. Αυτή η δυνατότητα είναι ορατή στις πολλαπλές αλληλεπικαλύψεις από την Αρχαιοφουτουριστική σκέψη και τη Σκοτεινή Διαφωτιστική σκέψη στο Δυτικό «Ταυτοτικό Κίνημα».
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων τουλάχιστον δεκαετιών, οι θεσμικοί και ακαδημαϊκοί κλάδοι των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών έχουν χάσει σχεδόν κάθε αξιοπιστία και σεβασμό μεταξύ της νέας γενιάς σε όλη τη Δύση – και δικαίως. Οι αντι-ορθολογικές παραισθήσεις και οι ακτιβισμοί των «Αγωνιστών της Κοινωνικής Δικαιοσύνης» που πυροδοτούνται από την ιδεολογία του Πολιτισμικού Μηδενισμού έχουν προκαλέσει την απόλυτη εκχώρηση των επιστημονικών προτύπων και της πνευματικής ακεραιότητας σε πολιτικά ορθά δόγματα. Η σκόπιμη «υποβάθμιση» που επιβάλλεται από την υπερδημοκρατική μαζική εκπαίδευση έχει εξαλείψει τα βασικά πρότυπα ποιότητας. Η εισβολή των διορισμένων πανεπιστημιακών με την «θετική δράση» έχει οδηγήσει σε μια «ιδιοσυμφεροντική» τυραννία από μιαν ανίκανη και αγανακτισμένη κλίκα ακτιβιστών «φύλου» και «μειονοτήτων» (σκεφθείτε για παράδειγμα τις άφθονες διδακτορικές διατριβές/διαβατήρια κοινωνικής ανέλιξης, που χορηγούνται –κρουνηδόν- π.χ. από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και σε ποιους).
Οι θεσμικοί και ακαδημαϊκοί κλάδοι των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών έχουν πλέον ουσιαστικά υποβιβαστεί σε εργαλεία ιδεολογικής λογοκρισίας και πνευματικής καταστολής στην υπηρεσία της εχθρικής ελίτ του «Πολιτισμικού Μηδενισμού» των Διεθνών Επικυριάρχων. Οι πολιτικά «ενσωματωμένοι» και άνετα κατοχυρωμένοι εκπρόσωποί τους ενσωματώνονται πλέον πλήρως σε αυτήν την εχθρική ελίτ : Έχουν ξεπουλήσει το κύρος και την κληρονομιά ενός από τους παλαιότερους και πιο πολύτιμους παραδοσιακούς θεσμούς του Δυτικού κόσμου – εκείνου των Ακαδημαϊκών Δασκάλων.
Η ακαδημαϊκή ελίτ χωρίζεται πλέον σε δύο τμήματα: αφενός, υπάρχουν οι «τεχνοκράτες» που εκπροσωπούν τις θετικές επιστήμες, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι αξιόπιστοι εντός των στενών ειδικοτήτων τους, αλλά δεν διαθέτουν καμία δέσμευση δημόσιας πολιτικής και μεταπολιτικής ισχύος, αφετέρου δε, υπάρχουν οι «ψευδοεπιστήμονες» που έχουν σφετεριστεί τις πρώην ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, οι οποίοι πλέον λειτουργούν ουσιαστικά ως η «ιερατική τάξη» εντός των πλαισίων του Πολιτισμικού Μηδενιστικού κατεστημένου.