Στις παλιές χολιγουντιανές κλασικές καουμπόικες ταινίες το αμερικανικό ιππικό έφτανε πάντα καλπάζοντας την τελευταία στιγμή, ως από μηχανής θεός, για να προστατεύσει απειλούμενους αμερικανούς εποίκους από κακούς Ινδιάνους ή Μεξικανούς. Στην τελική αναπόφευκτη αναμέτρηση νικητές ήταν πάντα οι «καλοί» που υπερασπίζονταν την ελευθερία, την δικαιοσύνη και την επιβίωση από τους «κακούς» επιδρομείς.
Πρόσφατα η εβδομαδιαία εφημερίδα Politico δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο «Το ιππικό των ΗΠΑ δεν έρχεται», τεκμηριώνοντας με λεπτομέρειες τον βαθμό στον οποίο ο ευρωπαϊκός αμυντικός σχεδιασμός και η υποδομή έχουν εδώ και δεκαετίες «χτιστεί αποκλειστικά με την υπόθεση της αμερικανικής υποστήριξης» και «τις αμερικανικές ενισχύσεις στην πρώτη γραμμή». Τώρα, «η προοπτική να μην συμβεί αυτό ρίχνει τα σχέδια στρατιωτικής κινητικότητας σε αταξία» και «η ήπειρος στέκεται μόνη και ανυπεράσπιστη, χωρίς κατεύθυνση και στερημένη από λύσεις στα καταστροφικά αποτελέσματα της προσκύνησής της στην ηγεμονία των ΗΠΑ για πολλές δεκαετίες».
Το άρθρο ήρθε ως εγκληματολογικό επιστέγασμα-συμπέρασμα στις δηλώσεις Τραμπ περί «απεγκλωβισμού», «απόσυρσης» των ΗΠΑ από την Συμμαχία σε περίπτωση που τα υπόλοιπα μέλη δεν αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ τους , μια μεγάλη αύξηση σε σύγκριση με τον σημερινό στόχο του 2%. Φυσικά, ο Τραμπ δεν έχει ακόμη απεγκλωβίσει την Ουάσιγκτον από το ΝΑΤΟ, ο αμερικανός Πρόεδρος είναι γνωστός για τα «ήξεις αφίξεις» του. Τι όμως θα συμβεί αν το «αμερικανικό ιππικό» εγκαταλείψει την άμυνα της Δυτικής Ευρώπης;
Η απάντηση υπογραμμίζει μια δυσάρεστη πραγματικότητα, καθώς όπως υποστηρίζει η Politico «χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ, η μετακίνηση στρατευμάτων σε όλη την Ευρώπη θα ήταν πολύ πιο αργή, δαπανηρή και θα παρεμποδιζόταν από ένα συνονθύλευμα υλικοτεχνικών εμποδίων». Σε περίπτωση ολοκληρωτικού πολέμου, αυτές οι ελλείψεις «θα μπορούσαν να αποβούν μοιραίες». Η ενημερωτική πλατφόρμα ισχυρίζεται ότι όπως αντίστοιχα συνέβη και στον Β΄ παγκόσμιο Πόλεμο «ένας από τους βασικούς ρόλους των ευρωπαϊκών μελών της συμμαχίας είναι να αντισταθούν σε μια εισβολή, ενώ οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν την τεράστια δύναμή τους, στέλνοντας στρατεύματα, εξοπλισμό και προμήθειες πέρα από τον Ατλαντικό για να κερδίσουν τον πόλεμο».
Oι σχεδιασμοί του ΝΑΤΟ δεν επικεντρώθηκαν ποτέ σε μια στρατιωτική συμμαχία χωρίς τις ΗΠΑ, για 70 και πλέον χρόνια, η στρατιωτική επιμελητεία έχει οικοδομηθεί με την υπόθεση της αμερικανικής υποστήριξης. Έτσι μεγάλο μέρος της υποδομής μεταφορών της ηπείρου έχει «διαμορφωθεί από την προσδοκία ότι οι ενισχύσεις των ΗΠΑ θα φτάσουν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού» και «τόσο τα κληροδοτημένα όσο και τα νέα έργα στρατιωτικής κινητικότητας βασίζονται στην προϋπόθεση ότι οι Αμερικανοί θα έρθουν». Φυσικά, το προφανές ερώτημα αν η Ουάσιγκτον σκόπευε ποτέ να εκπληρώσει πραγματικά αυτή την «προϋπόθεση» δεν τίθεται από την πλατφόρμα του Politico.
Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1989 και την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες άρχισαν να σκέφτονται κριτικά για την συνεχιζόμενη αναγκαιότητα του ΝΑΤΟ, μιας στρατιωτικής συμμαχίας που δημιουργήθηκε για να αποτρέψει μια εισβολή που δεν ήρθε ποτέ και ούτε είχε σχεδιαστεί ποτέ. Το 1991, ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν και ο Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Κολ ξεκίνησαν συζητήσεις για ολοκληρωμένη αμυντική και εξωτερική πολιτική σε όλη την Ευρώπη, με ρητό σκοπό την μείωση της επιρροής των ΗΠΑ στην ήπειρο.

Τα μέλη της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ τον Φεβρουάριο του 1992 συμφώνησαν για κοινή «εξωτερική και πολιτική ασφάλειας της ΕΕ. Η Γαλλία και η Γερμανία άρχισαν επίσης να θέτουν τα θεμέλια ενός πανευρωπαϊκού στρατού, που ονομάστηκε «Eurocorps». Όμως ταυτόχρονα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ κατέστησε απολύτως σαφή την αποδοκιμασία της για αυτή την νέα κατεύθυνση. Τον Νοέμβριο του 1991, ο Τζορτζ Μπους προειδοποίησε αυστηρά τις Βρυξέλλες δηλώνοντας: «Η υπόθεση μας είναι ότι ο αμερικανικός ρόλος στην άμυνα και τις υποθέσεις της Ευρώπης δεν θα καταστεί περιττός από την Ευρωπαϊκή Ένωση». Η Washington Post το 1992 σε άρθρο της επισήμανε: «Ανώτεροι Γερμανοί αξιωματούχοι λένε ότι συνεχίζουν να αισθάνονται έντονη πίεση από τις ΗΠΑ να υπαναχωρήσουν από τα σχέδια για ένα ευρωπαϊκό σώμα στρατού και να κάνουν απροσδιόριστες αλλά προφανώς ατελείωτες επιδείξεις της δέσμευσής τους στο ΝΑΤΟ ως τον ανώτατο μηχανισμό για την υπεράσπιση της Ευρώπης. Αμερικανοί αξιωματούχοι πιέζουν τις μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες να μείνουν έξω από το αναπτυσσόμενο γερμανογαλλικό Eurocorps».
Το σκεπτικό για την αντίθεση της Ουάσιγκτον στο Eurocorps ήταν σαφές και δηλώθηκε ανοιχτά από πολλούς ευρωπαίους αξιωματούχους.
Ήτοι, η πραγματική λειτουργία της Συμμαχίας ήταν και είναι να αποτρέψει την Ευρώπη από το να καθιερωθεί ως ανεξάρτητο φρούριο και ίσως μια μέρα, αντίπαλος.
Δηλαδή να λειτουργήσει χωρίς την βοήθεια του «αμερικανικού ιππικού». Ο ίδιος ο Μπους το αναγνώρισε αυτό σε ομιλία του λίγο πριν την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, κατά την διάρκεια της οποίας αναφέρθηκε στους «κινδύνους ότι οι παλιοί σύμμαχοι του Ψυχρού Πολέμου θα γίνουν νέοι οικονομικοί αντίπαλοι, οι ψυχροί πολεμιστές θα μετατραπούν σε πολεμιστές του εμπορίου» (ομολογουμένως προφητικά τα λόγια του).
Εκτός από την εξουδετέρωση των δυνητικών οικονομικών ανταγωνιστών, η κατοχή του ΝΑΤΟ από τις ΗΠΑ διασφαλίζει επίσης ότι τα κράτη μέλη παραμένουν αξιόπιστες πηγές κέρδους για τις αμερικανικές αμυντικές εταιρείες. Όπως αναγνώρισε ο πρώην Ανώτατος Διοικητής της συμμαχίας Alexander Haig τον Ιανουάριο του 2002, η παρουσία στρατευμάτων των ΗΠΑ στην Γερμανία ήταν απαραίτητη όχι μόνο επειδή παρέχει «την βάση της επιρροής μας στην ευρωπαϊκή περιοχή… είναι επίσης η καλή τη πίστει βάση της οικονομικής μας επιτυχίας… κρατά τις ευρωπαϊκές αγορές ανοικτές σε εμάς. Εάν οι ΗΠΑ αποσυρθούν, αυτές οι αγορές θα είναι πιθανώς πιο δύσκολα προσβάσιμες».
Είναι γνωστό ότι όλα τα μέλη της Συμμαχίας είναι υποχρεωμένα να αγοράζουν συνεχώς σε υπερβολικές τιμές αμερικανικά οπλικά συστήματα στο όνομα της «διαλειτουργικότητας», ακόμη και αν τα εν λόγω συστήματα δεν είναι κατάλληλα για τους σκοπούς των αγοραστών. Για παράδειγμα, πολλά κράτη του ΝΑΤΟ έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην απόκτηση του «διαβόητου» stealth μαχητικού αεροσκάφους F-35 της Lockheed Martin, το οποίο έχει συντριβεί τόσο συχνά που ακόμη και Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν δημοσίως ανησυχίες για την ασφάλειά του.
Η Politico επισημαίνει ότι «η Ουάσιγκτον σκόπιμα κατέστρεψε την αυτόνομη στρατιωτική εξέλιξη της Ευρώπης», σημειώνοντας ότι «η οποιαδήποτε συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία συμβαίνει μέσα σε ένα σύστημα όπου η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να ελέγχει τα βασικά εργαλεία της στρατιωτικής κινητικότητας, τα αεροσκάφη, τα πλοία, τις γραμμές καυσίμων, τους δορυφόρους, την άμυνα στον κυβερνοχώρο και τα πρότυπα διαλειτουργικότητας. Η Ευρώπη δεν διαθέτει την υποδομή για την μετακίνηση στρατευμάτων, αρμάτων μάχης και καυσίμων σε οποιαδήποτε πιθανή τοπική εμπόλεμη ζώνη».
Ούτως ειπείν, η παύση της στρατιωτικής υποστήριξης των ΗΠΑ θα άφηνε τα μέλη του ΝΑΤΟ χωρίς καν βασικό εξοπλισμό φόρτωσης όπως ράμπες και βαγόνια. Οι ευρωπαϊκές υποδομές δεν μπορούν να χειριστούν το έργο της αποτελεσματικής μεταφοράς όπλων, εξοπλισμού ή στρατιωτών, καθώς τα υπάρχοντα δίκτυα μεταφορών της ηπείρου δεν είναι σχεδιασμένα για μεγάλης κλίμακας ταχείες στρατιωτικές κινήσεις. Επίσης, ο εναέριος ανεφοδιασμός, απαραίτητος σε αμφισβητούμενο εναέριο χώρο, είναι σήμερα ένα αποτελεσματικό μονοπώλιο των ΗΠΑ. Η άμυνα της ανατολικής πλευράς της Ευρώπης βασίζεται στα χρηματοδοτούμενα από τις ΗΠΑ δίκτυα καυσίμων του ΝΑΤΟ που εκτείνονται σε ολόκληρη την ήπειρο.
Αυτή η εξάρτηση είναι ακόμη πιο τραγική και εκτείνεται πέρα από την εφοδιαστική, καθώς η ευρωπαϊκή άμυνα βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες οι οποίες ελέγχουν την άμυνα στον κυβερνοχώρο και ανιχνεύουν υβριδικές απειλές εναντίον στρατιωτικών δικτύων και υποδομών. Χωρίς τις δυνατότητες των ΗΠΑ στον κυβερνοχώρο, η Ευρώπη θα γινόταν εύκολος στόχος για κυβερνοεπιθέσεις, σαμποτάζ και πολλά άλλα. «Ακόμη και με αυξημένες επενδύσεις, η Ευρώπη θα δυσκολευτεί να αντικαταστήσει αυτές τις δυνατότητες», σημειώνει η Politico. Για να το θέσουμε επιγραμματικά: Όλος ο ευρωπαϊκός στρατιωτικός σχεδιασμός περνά μέσα από την Ουάσιγκτον. Η νατοϊκή Ευρώπη επενδύοντας σε μεγάλο βαθμό σε μια πολεμική στρατηγική βασισμένη στην υποστήριξη των ΗΠΑ που μπορεί να μην υλοποιηθεί ποτέ, κινδυνεύει να έχει προετοιμαστεί για λάθος σύγκρουση.
Το «αμερικανικό ιππικό» που οι ευρωπαϊκές πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες έχουν υποσχεθεί εδώ και δεκαετίες στους λαούς τους ότι θα έρθει να τους σώσει σε περίπτωση πολέμου, μπορεί να μην φτάσει ποτέ. Οι πολεμοχαρείς, ναπολεόντειες δηλώσεις πολιτικών που δηλώνουν έτοιμοι και πρόθυμοι να στείλουν στρατεύματα εναντίον του «εχθρού» είναι έπεα πτερόεντα, καθώς η πολεμοκαπηλεία τους εξαρτάται αποκλειστικά από την προθυμία της Ουάσιγκτον.
Εάν τελικά οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες ξυπνήσουν από τις ονειρώξεις τους και συνειδητοποιήσουν την πραγματικότητα του ΝΑΤΟ, τότε ίσως μια γενικευμένη σύγκρουση στην ευρωπαϊκή ήπειρο μπορεί να αποφευχθεί.