«Γεωσοφία»* – Μέρος 1
Ο παραδοσιοκράτης συγγραφεύς Alexander Wolfheze είναι φιλόλογος σημιτικών γλωσσών, ασσυριολόγος και πολιτιστικός ανθρωπολόγος, επίσης δε ειδικός ερευνητής στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής και μελετητής της μεσαιωνικής ιστορίας. Στην σειράν αυτήν διερευνά ελληνικoύς και ενίοτε, ειδικότερον, βυζαντινούς αντιτύπους και αρχέτυπα, σχετικώς με την αφηγηματικήν επανάσταση που απαιτείται για μια επιτυχημένη Ανακατάκτηση της Πεσούσης Δύσεως. Η Ανακατάκτηση και Αναγέννηση της Δύσεως που παρακμάζει και της οποίας είμεθα «εκ πεπρωμένου» οι επιβάτες, απαιτεί πράγματι μιαν Επανάσταση. Η αναγνώριση και η επιβολή της Γεωσοφικής Αρχής που επάγει με το ιδιότυπον, εκτενές και λεπτομερές ύφος του ο γράφων θα χρησιμεύσει ως βάση αυτής της Αρχαιο-Φουτουριστικής Επαναστάσεως.
«Η φύση επιβάλλει ανθρώπινη διευθέτηση»
William Gordon East «The Geography behind History»-1938
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
«Σιωπηλή Άνοιξη» 1
(Αντί προλόγου, αναφέρεται υπαινικτικώς η πολυσήμαντος και έτι αναμενομένη «Ελληνική άνοιξη», το σωτήριον απαύγασμα του ελληνικού πολιτικού-ιδεολογικού Λόγου επί της ευρωπαϊκής πραγματικότητος. Λόγου ικανού να αντιπαραβληθεί με την κρατούσα πολύμορφον έκφραση των Διεθνών Επικυριάρχων και τα ανυπόστατα προπαγανδιστικά ιδεολογήματά της, περί «συγκλίσεως» της «ισχυράς» (;) Ευρώπης. Οι πλέον αισιόδοξες ρεαλιστικές αναλύσεις περί της νυν κατεχομένης «ευρώπης», παραπέμπουν στην εικόνα της κυριαρχίας «πολιτικών νάνων» επί μιας κατ΄ουσίαν απροσώπου, γραφειοκρατικής και νεοφιλελευθέρας πλουτοκρατικής επικρατείας ολιγαρχικών συμφερόντων, μιας «ανθενωτικής ψευδοενώσως» που αποφασίζει ερήμην των ευρωπαϊκών λαών, «ποιμαινομένη» από την απάνθρωπον γραφειοκρατίαν των Βρυξελλών. Η αντίπαλός της, πολυεπίπεδος και πολυσύνθετος «Ελληνική άνοιξη», είναι μία επαναστατική πράξη καθ΄ εαυτήν, είναι στάση Παραδόσεως, Γνώσεως, Ταυτότητος και Ανατροπής, οπότε δεν δύναται να περιορίζεται στις στενόκαρδες και ευχολογιακές αμφισβητήσεις της κυριάρχου πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από τις ποικίλες συστημικές «Αριστερές», νάρθηκες και βακτηρίες των διαφόρων ανεθνικών «Δεξιών».)
Στο Ιερόν Κοράνιον, η 17η Σούρα, ελ-Ισρά (To Νυκτερινό Ταξίδι), απευθύνεται στους Μπάνι Ισραήλ – «Υιούς Ισραήλ» λέγουσα :
…..
4. Και δώσαμε στα Παιδιά του Ισραήλ μια (ξεκάθαρη) προειδοποίηση στη Βίβλο (λέγοντας): Θα κάνετε το κακό δύο φορές επάνω στη γn και θα υψωθείτε στα ύψη της ὑπεροψίας (έναντι του Aλλάχ και των ανθρώπων).
…..
34. Και μην πλησιάζετε την περιουσία των ορφανών, εκτός αν την βελτιώσετε, μέχρις ὁτου φθάσουν στην ηλικία της τέλειας δύναμης. Κι εκπληρώνετε (κάθε) υπόσχεση, γιατί (κάθε) υπόσχεση θα εξεταστεί (σε βἀθος) (κατά την Ημέρα του Λογαριασμού).
Περίπου προ ενός έτους, ο «Χρόνος Διαχωρισμού», η «Ημέρα Διακοπής», η 5η ημέρα του Εαρινού Ανθοφόρου Μηνός Νισάν, το Σάββατον «Ημέρα αναπαύσεως», η Χαβνταλά, Σαμπάτ, της 5ης του Νισάν, η ημετέρα 13η Απριλίου, του έτους 2024 (δηλαδή του ιουδαϊκού έτους 5784 από γεννέσεως Κόσμου, – που συνέβη στο αντίστοιχον ιδικόν μας 3761 πΧ) υπήρξεν ιδιαιτέρως σημαντική: Τα τελευταία λεπτά της επέρασαν βραδέως πριν η Επιχείρηση «Έντιμος Υπόσχεση» φωτίσει τον νυχτερινόν ουρανόν των Αγίων Τόπων.
Ως διδακτικόν εργαλείον, το όνομα αυτής της επιχειρήσεως είχε σκοπόν να προειδοποιήσει τους «Παλαιούς Ισραηλίτες», δεσμευμένους στην Διαθήκην του Μωυσέως, (αλλά τώρα διεκδικούντες ολόκληρον την γήν μεταξύ ποταμού και θαλάσσης κατά παράβαση της Διαθήκης), ότι δεν πρέπει να παρεκκλίνουν από την ατραπόν της δικαιοσύνης. Ταυτοχρόνως, εχρησίμευσεν επίσης για να προειδοποιήσει τους «Νέους Ισραηλίτες» Χριστιανούς, που επιδιώκουν την Βασιλείαν των Ουρανών του Χριστού, αλλά τώρα υποστηρίζουν υλιστικές κοσμικές αξιώσεις, παραβιάζοντες την επιδίωξη αυτήν, ότι δεν πρέπει να εγκαταλείψουν την πρώτην τους αγάπη.
Αυτήν την ώρα, μιαν ωριαία ζώνη δυτικότερον, το δειλινόν εξηκολούθει να επικρατεί επάνω από την Ελλάδα, η γλώσσα και οι διδάσκαλοι της οποίας έχουν διαδώσει τα Καλά Νέα της Καινής Διαθήκης παντού. Εκεί, ένας ασυνήθιστος για την εποχήν θερμός άνεμος από την Αφρική είχε γεμίσει τον αέρα με την αχνή οσμήν της σκόνης της ερήμου, χρωματίζων τις ασβεστωμένες οικίες και τα βαθύχρωμα πράσινα άλση σε ένα απόκοσμο κίτρινο-πορτοκαλί χρώμα.
Σε αυτήν την τελευταίαν ώραν φωτός, ο άνεμος εκόπασε και η σιωπή εβασίλευε στους ερήμους δρόμους και στα άδεια χωράφια. Είχεν έλθει, μία στιγμή αήχου, απνόου αγωνίας προαναγγέλλουσα την αγωνίαν των μεσονυχτίων η οποία συντόμως θα κατέκλυε τις χώρες προς ανατολάς, όταν πύρινα βέλη διεπέρασαν την νύκτα, κατευθυνόμενα δυτικώς για να παραδώσουν το μήνυμα των Περσών στους Ισραηλίτες. Καθώς ο ήλιος έρριπτεν τις τελευταίες του ακτίνες επάνω από την παρυφήν των αρχαίων λόφων της Ελλάδος, η άπνοος αγωνία έδωσεν την θέση της στο μελαγχολικόν σκότος. Ο ήλιος της ιστορίας δύει επάνω από την Δύση, όπως ακριβώς ο ήλιος αυτής της εαρινής ημέρας έδυσεν επάνω από τον γενέθλιον τόπον του.
Στην Ελλάδα, σχεδόν πριν από τρεις χιλιετίες, εγεννήθη η Δύση, ο πλέον σύγχρονος και πλέον αποκλίνων πολιτισμός στην καταγεγραμμένην ιστορία, αναδυόμενος στο δυτικότερον άκρον της «Παγκοσμίας Νήσου», της Αφρο-Ευρασίας του Χάλφορντ Μακίντερ, απέναντι από την «Θάλασσα του Σκότους» του Παγκοσμίου Ωκεανού.
Οι περιπετειώδεις και αενάως εξερευνητές ναυτικοί της Αρχαίας Ελλάδος, που απαθανατίζονται αρχετυπικώς στην αφήγηση του Ομήρου για τον Οδυσσέα, ήσαν οι πρώτοι Ευρωπαίοι που εγκατέλειψαν την σχετικήν ασφάλειαν της Θαλάσσης της Μέσης Γης, διήλθαν από τις Ηράκλειες Στήλες και έπλευσαν πέραν, στον μεγάλον ωκεανόν της Ατλαντίδος. 2 Ήσαν οι πρώτοι «Δυτικοί», οι πρώτοι «πρωτοτυπικοί» πρωτοπόροι του Νέο-Ατλαντικού εγχειρήματος και της θαλασσοκρατικής ηγεμονίας, που τελικώς θα ήρχετο να τυποποιήσει την Δύση καθώς εισήρχετο στην Εποχήν των Ανακαλύψεων, κινούμενη περαιτέρω 3.
(συνεχίζεται)
Alexander Wolfheze
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Περί «Γεωσοφίας» : Η γεωσοφία είναι μια έννοια που εισήγαγεν το 1947 στην επιστημονικήν γεωγραφίαν ο Αμερικανός γεωγράφος Τζων Κίρτλαντ Ράϊτ (John Kirtland Wright, 1891–1969), γνωστός για την χαρτογραφίαν, την γεωσοφίαν και την μελέτη του της ιστορίας της γεωγραφικής σκέψεως. Η λέξη είναι ελληνικής προελεύσως, σύνθετος, συνισταμένη εκ των λέξεων «γεω» και «σοφία». Ο Wright την ώρισεν ως εξής:
«Η γεωσοφία … είναι η μελέτη της γεωγραφικής γνώσεως από οποιανδήποτε ή από όλες τις οπτικές γωνίες. Για την γεωγραφίαν είναι ό,τι η ιστοριογραφία για την ιστορίαν. Ασχολείται με την φύση και την έκφραση της γεωγραφικής γνώσεως, τόσον του παρελθόντος όσον και του παρόντος – με αυτό που ο “Πρύτανης της αμερικανικής γεωγραφίας” Ντέρβεντ Γουίτλσεϊ (Derwent Whittlesey, 1890-1956) έχει ονομάσει “ανθρωπίνη αίσθηση του γηίνου χώρου”. Έτσι, εκτείνεται πολύ πέραν από τον πυρήνα της επιστημονικής γεωγραφικής γνώσεως ή της γεωγραφικής γνώσεως όπως αυτή συστηματοποιείται άλλως από τους γεωγράφους. Λαμβάνουσα υπ’ όψη ολόκληρο το περιφερειακόν πεδίον, καλύπτει τις γεωγραφικές ιδέες, τόσον τις αληθείς όσο και τις ψευδείς, κάθε είδους ανθρώπων – όχι μόνον γεωγράφων, αλλά και αγροτών και αλιέων, επιχειρηματιών και ποιητών, μυθιστοριογράφων και ζωγράφων, Βεδουίνων και Οτεντότων – και για αυτόν τον λόγον σχετίζεται αναγκαστικώς σε μεγάλον βαθμόν με υποκειμενικές αντιλήψεις.»
Η γεωσοφία είναι η σχολή σκέψεως που υποστηρίζει ότι η γη δεν ημπορεί να μελετηθεί ανεξαρτήτως από τους ανθρώπους οι οποίοι ζουν και βιώνουν εμπειρικώς την Γην. Το εύρος της αντιλήψεως για την Γην είναι τόσον ποικίλον και υπάρχουν τόσες αντιλήψεις όσοι και οι ίδιοι οι άνθρωποι, επομένως είναι αδύνατον να μελετήσουμε την Γην ανεξαρτήτως από τους ανθρώπους που την βιώνουν. Αυτή η έννοια ενίσχυσεν την έννοιαν του «πολιτιστικού τοπίου». Ο Γερμανός γεωγράφος Καρλ Γκέοργκ Ρίτερ (Carl Georg Ritter, 1779 –1859) φαίνεται πως ήταν ο πρώτος που εχρησιμοποίησεν τον όρο «πολιτιστικόν τοπίον» – «Kulturlandschaft» το 1832 [«Η Γεωγραφία σε σχέση με την Φύση και την Ιστορία του Ανθρώπου» – «Die Erdkunde im Verhältniss zur Natur und zur Geschichte des Menschen»]. Ο Αμερικανός γεωγράφος Καρλ Όρτγουιν Σάουερ [(Carl Ortwin Sauer, 1889–1975), καθηγητής γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιον του Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας από το 1923 μέχρι που έγινε ομότιμος καθηγητής το 1957. Το 1927, ο Sauer έγραψεν το άρθρον «Πρόσφατες εξελίξεις την Πολιτιστικήν Γεωγραφίαν («Recent Developments in Cultural Geography»), το οποίον εξήταζεν πώς τα πολιτιστικά τοπία αποτελούνται από «τις μορφές που επικαλύπτουν το φυσικόν τοπίον»]. Συναφώς, ο μεγάλος Γερμανός γεωγράφος και εθνογράφος Φρήντριχ Ράτσελ [(Friedrich Ratzel 1844–1904), καθηγητής γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιον της Λειψίας και «πατήρ» της περιβοήτου εννοίας του Ζωτικού Χώρου – Lebensraum], επίστευεν ότι το «πολιτιστικόν τοπίον» ήταν μια θεμελιώδης έννοια στην γεωγραφίαν και στην δεκαετίαν του 1890 το ώρισεν ως «τοπίον τροποποιηθέν από την ανθρωπίνη δραστηριότητα»– στην δευτέραν έκδοση του έργου του «Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Βορείου Αμερικής» («Die Vereinigten Staaten von Nordamerika»).
Ανάλογος υπήρξεν και η προσέγγιση στο έργον του μεγάλου Γάλλου Γεωγράφου Πωλ Βιντάλ ντε λα Μπλας (Paul Vidal de La Blache, 1845-1918) σχετικώς με το «Genre-de-vie» «Είδος Ζωής» – η πεποίθηση ότι ο τρόπος ζωής μιας συγκεκριμένης περιοχής αντανακλά την οικονομικήν, κοινωνικήν, ιδεολογικήν και ψυχολογικήν ταυτότητα του εκεί ζώντος λαού, αποτυπωμένες στο τοπίον. Η έννοια του «τρόπου ζωής» («genre de vie») έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στην γαλλικήν γεωγραφίαν. Αναφέρεται στα κληρονομηθέντα χαρακτηριστικά που μανθάνουν τα μέλη μιας ανθρωπίνης ομάδος, αυτό το σύνολον που θα ημπορούσαμε να ονομάσουμε πολιτισμόν, δανειζόμενοι τον όρον από τους ανθρωπολόγους. Το «genre de vie» αντιπροσωπεύει το σύμπλεγμα θεσμών, παραδόσεων, στάσεων, σκοπών και τεχνικών δεξιοτήτων ενός λαού. Ο ντε λα Μπλας επεσήμανεν ότι το ίδιον περιβάλλον έχει διαφορετικές έννοιες για άτομα με διαφορετικά είδη ζωής: το genre de vie είναι λοιπόν ένας βασικός παράγων που καθορίζει ποίαν από τις διάφορες δυνατότητες που προσφέρει η φύση θα επιλέξει μια συγκεκριμένη ανθρωπίνη ομάς.
1. Τίτλος του δημοφιλούς επιστημονικού βιβλίου του 1962 της Ρέιτσελ Λουίζ Κάρσον (Rachel Louise Carson, 1907-1964), που είχεν ως στόχον του να ευαισθητοποιήσει το κοινό σχετικώς με τα βιοκτόνα που παρήγαγεν η αμερικανική χημική βιομηχανία και ωδήγησεν στην απαγόρευση του διαβοήτου εντομοκτόνου DDT και στην δημιουργίαν της «Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος» («Environmental Protection Agency –EPA») των ΗΠΑ.
Η Κάρσον ήταν Αμερικανίς θαλασσία βιολόγος, περιβαλλοντολόγος και συγγραφεύς. Με τα βιβλία της, με σημαντικότερον όλων την «Σιωπηλή Άνοιξη», θεωρείται ότι έδωσνε ώθηση στην ανάπτυξη του παγκοσμίου περιβαλλοντικού κινήματος. Ολίγα βιβλία είχαν την δύναμη να αλλάξουν την ιστορία του ανθρώπου. Η «Σιωπηλή Άνοιξη» της αειμνήστου Rachel Carson, που εκυκλοφόρησε το 1962, είναι ένα από αυτά τα βιβλία. Το έργον αυτό είναι μια πολύ προσεκτικώς τεκμηριωμένη μελέτη του τρόπου με τον οποίον οι άνθρωποι δηλητηριάζουμε τον πλανήτη στον οποίο ζούμε, αλλά και μια εύγλωττος έκκληση για αποκατάσταση της σχέσεως του ανθρώπου με τνη φύση. Η «Σιωπηλή Άνοιξη» δικαίως θεωρείται λοιπόν ως βιβλίον ισάξιον σε σημασία και επιρροή με άλλα που ήλλαξαν τον κόσμον μετά την δημοσίευσή τους όπως π.χ. «Ο Πλούτος των Εθνών» του Άνταμ Σμιθ (1776), «Η Καταγωή των Ειδών» του Καρόλου Δαρβίνου (1859), «Το Κεφάλαιον» του Καρόλου Μαρξ – Μαρδοχάϊ Κεσιλί (1867-1894), το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ» του Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (1973 – 1978).
Στο τέλος της δεκαετίας του 1950, η Κάρσον έστρεψε την προσοχή στο περιβάλλον και ειδικότερον στα προβλήματα που επίστευεν ότι οφείλοντο στα συνθετικά εντομοκτόνα. Η συγγραφεύς εχρειάσθη περίπου πέντε έτη για να ολοκληρώσει το σημαντικόν αυτό έργο. Το βιβλίο της «Σιωπηλή Άνοιξη» (Silent Spring) του 1962 περιγράφει τις προσπάθειες του ανθρώπου να ελέγξει τη φύση και αναφέρεται στην χρήση χημικών εντομοκτόνων, στην αποτυχία τους να εξαλείψουν το πρόβλημα λόγω αναπτύξεως αντιστάσεων από τα έντομα-στόχους και στις παρενέργειες των εντομοκτόνων αυτών στο φυσικόν περιβάλλον και στον άνθρωπον. Επαρουσίασε με λεπτομέρειες την συστηματική δηλητηρίαση του περιβάλλοντος και υπεστήριξεν ότι τα εντομοκτόνα μέσω της συσσωρεύσεώς τους στην τροφικήν αλυσίδα βλάπτουν τον ανθρώπινον οργανισμό. Υπεστήριζε μάλιστα, πως εάν εξαιρεθεί το ενδεχόμενον ενός πυρηνικού πολέμου, η μεγαλυτέρα απειλή για την ανθρωπότητα είναι η ανθρωπίνη ρύπανση του περιβάλλοντος.
Το βιβλίον ήγειρεν ανησυχίες για το περιβάλλον σε μεγάλη μερίδα της αμερικανικής κοινωνίας και οδήγησε στην αλλαγήν της εθνικής πολιτικής των ΗΠΑ για την χρήση εντομοκτόνων. Αυτή η αλλαγή περιελάμβανε την απαγόρευση του DDT και άλλων εντομοκτόνων, ενώ απετέλεσεν έμπνευση του περιβαλλοντικού κινήματος και οδήγησε στη δημιουργία της «Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος» («Environment Protection Agency» – EPA) των ΗΠΑ.
2. Αρχής γενομένης το 1417, ο Πορτογάλος Πρίγκηψ Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος έστειλεν εξερευνητικά πλοία, τα οποία κατάφεραν να διασχίσουν το Ακρωτήριον Νον και να φθάσουν στο «Προέχον Ακρωτήριον» – Κάπε Μποτζαντόρ (Cape Bojador), το οποίον τότε εθεωρείτο το νότιον όριον του κόσμου, εκτεινόμενον στην «σκοτεινήν θάλασσα» (Mare Tenebrarum, Mare Tenebrosum ή Bahr al-Zulumat στην αραβικήν), το ισχύον μεσαιωνικόν όνομα για τον νότιον Ατλαντικόν Ωκεανόν, απρόσιτον κατά τους ναυτικούς της εποχής.
Έχουν παρατεθεί διασπάρτως στην συναφή βιβλιογραφίαν αποσπάσματα από τον πρώιμον Άραβα γεωγράφον και πολυφράφον συγγραφέα Ιμπν Χαλντούν, στο έργον του «Η Θάλασσα του Ατλαντικού», ο οποίος ωνόμασεν τον Ατλαντικόν «θάλασσαν του σκότους». Ο Χαλντούν, στα τέλη του 14ου αιώνος, περιέγραψεν τον Ατλαντικό ως «έναν τεράστιον και απέραντο ωκεανόν, στον οποίον τα πλοία δεν ετόλμουν να απομακρυνθούν από την θέαν της ξηράς, επειδή ακόμα και εάν οι ναυτικοί εγνώριζαν την κατεύθυνση των ανέμων, δεν ήξεραν πού θα τους μετέφεραν αυτοί, οπότε καθώς δεν υπήρχεν κατοικημένη περιοχή πέραν από αυτήν, θα διέτρεχαν μεγάλους κινδύνους να χαθούν στην ομίχλη και στο σκότος». Ο συγγραφεύς υπεστήριξεν περαιτέρω ότι «το όριον της Δύσεως ήταν ο Ατλαντικός». Αυτό δίδει μιαν ιδέαν για την έκταση της ναυτιλιακής και γεωγραφικής γνώσεως πριν από έξη αιώνες, οπότε σεβόμεθα την υποτιθεμένη αχανή ερημία των υδάτων που περιέβαλλαν τα γνωστά μέρη του πλανήτη.
Για την Παραδοσιακήν ανάλυση από τον συγγραφέα της Εποχής των Εξερευνήσεων ως ιεροσύλου συμπτώματος της Νεωτερικότητας, όρα το βιβλίον του «A Traditionalist History of the Great War, Book II: The Former Earth» (εκδόσεις Cambridge Scholars: Newcastle upon Tyne, 2020, σελίς 56 κ.ε.) όπου γράφεται :
«….Ουσιαστικώς, η άνοδος της βεβήλου γεωγραφίας κατά την Σκοτεινήν Εποχή αντανακλά την αντικατάσταση της υπερφυσικής (θεϊκής) τάξεως της Παραδόσεως από την φυσικήν (ανθρώπινη) τάξη της Νεωτερικότητος. Το εντυπωσιακότερον χαρακτηριστικόν αυτής της διαδικασίας είναι η Σύγχρονος ιεροσυλία των ορίων, δηλαδή η σκόπιμος βεβήλωση όλων των Παραδοσιακών ορίων, τόσο των φυσικών όσο και των ανθρωπίνων. Όσον αφορά στην ανθρώπινη γεωγραφία, αυτή η ιεροσυλία αναφέρεται στην σκόπιμο διαγραφή όλων των αυθεντικών πολιτικών, θρησκευτικών, φυλετικών και εθνοτικών ορίων. Η ιεροσυλία των ορίων από την Νεωτερικότητα στον πολιτικόν τομέα είναι η πλέον θεμελιώδης κινητήριος δύναμη της πολιτικής ιστορίας της παρακμαζούσης Συγχρόνου Δύσεως. Η άμεσος σημασία της πολιτικής ιεροσυλίας των ορίων για την παγκόσμιον γεωπολιτικήν ισορροπία δυνάμεων την παραμονή του Μεγάλου Πολέμου πρέπει να εξετασθεί μέσω μιας αναλύσεως της παρακμής της Παραδοσιακής αρχής της Αυτοκρατορίας. Πριν όμως αναφερθούμε στην πολιτικήν πτυχήν της ιεροσυλίας των ορίων, κρίνεται χρήσιμο να αναφερθούμε εν συντομία στις θρησκευτικές και φυλετικές της πτυχές. Ιστορικώς, η αντίθεση μεταξύ των βορείων και νοτίων κλάδων της ανθρωπότητος έχει οδηγήσει σε διάφορες θεωρίες σχετικώς με τη διαφορετικήν φύση και προέλευσή τους, όπως εκφράζεται παγίως σε βαθείες θρησκευτικές και φυλετικές διαφορές. Από αυτήν την άποψη, είναι σημαντικόν να γίνει διάκριση μεταξύ των αυθεντικών θρησκειών και εθνοτήτων που υπήρχαν πριν από την Σκοτεινήν Εποχήν και των υποβαθμισμένων υπολειμμάτων αυτών των θρησκειών και εθνοτήτων που επιβιώνουν στην Σκοτεινήν Εποχήν. Η έναρξη της Σκοτεινής Εποχής και η ραγδαία υποχώρηση των καστών επέφερεν αναποφεύκτως την ισοπέδωση όλων των αυθεντικών μορφών θρησκείας και εθνικότητος, επέφερεν μια διαδικασίαν διαλύσεως και σήψεως που ευρίσκεται επί του παρόντος στο τελικόν της στάδιον, υπό την αιγίδα του Μετανεωτερικού Πολιτισμικού Μηδενισμού.
…. Η Νεωτεριστική – Εκσυγχρονιστική αναστάτωση του Παραδοσιακού κόσμου – και ολοκλήρου της μικροκοσμικής τάξεως της Γης – ημπορεί να λεχθεί ότι προεκλήθη από έναν μοιραίον συνδυασμόν των λανθασμένως κατευθυνομένων αΰλων (επιστημονικών) πόρων και της υπερτροφικής (πνευματικής) ποιότητος της βορείου ανθρωπότητος με τους λανθασμένως κατευθυνομένους υλικούς (οικονομικούς) πόρους και την υπερτροφικήν (δημογραφικήν) ποσότητα της νοτίου ανθρωπότητος. Από αυτήν την άποψη, το Σύγχρονο «Φαουστικόν» ήθος της βορείου ανθρωπότητος αποτελεί μιαν οπισθοδρομικήν μορφήν του Παραδοσιακού «Αρίου» ήθους, το οποίον ήταν «ευγενές» με την Παραδοσιακήν έννοιαν του «εκλεπτυσμένου» και του «τελείου». Ο αντίκτυπος της Νεωτερικότητος στους βορείους και νοτίους κλάδους της ανθρωπότητος – ένας αντίκτυπος που τους έφερε σε μορφές στενής επαφής που ημπορούν να θεωρηθούν ως η σοβαροτέρα κοσμική «ιεροσυλία των ορίων» – ημπορεί να είναι εμπειρικώς διαφορετικός, αλλά οι συνέπειες είναι εξ ίσου μοιραίες και για τους δύο. Ακόμα και τώρα, γίνεται φανερόν ότι η τελική μοίρα και των δύο κλάδων της ανθρωπότητος είναι να απωλέσουν όχι μόνον τις ιδιαίτερες εσωτερικές και εξωτερικές τους ιδιότητες, αλλά ακόμη και τα αρχικά φυσικά τους ενδιαιτήματα. Ο μοιραίος συνδυασμός υπερπληθυσμού, εξαντλήσεως των πόρων και κλιματικής αλλαγής στον Νότον ωθεί τους νοτίους λαούς να μετακινηθούν προς Βορράν. Ταυτοχρόνως, ο μοιραίος συνδυασμός δημογραφικής αυτοκτονίας, εισβολής από τον Νότο και υπερθερμάνσεως του πλανήτη καταστρέφει το ανθρώπινον και φυσικόν περιβάλλον των Βορείων λαών. Προεκτεινομένων των τρεχουσών αναπτυξιακών τροχιών, η τελική μοίρα των Βορείων και Νοτίων λαών φαίνεται εύκολον να προβλεφθεί: Ταχεία φυσική εξαφάνιση για τους πρώτους και πλήρης αταβιστική οπισθοδρόμηση για τους δευτέρους.
… Μετά τους παγκοσμίους πολέμους και μετά την καταστολήν των μπολσεβίκικων και φασιστικών εξεγέρσεων που εσημάδεψαν την Ύστερο Νεωτερικήν Εποχήν (δηλαδή τον «βραχύν 20ον αιώνα», από το 1920 έως το 1992), τα «σύνορα» της αμερικανικού τύπου και αμερικοκαρατουμένης Νεωτερικότητας επροχώρησαν σε σημείον που περιέλαβαν το μεγαλύτερον μέρος του κόσμου. Από την οπτικήν γωνίαν της Νεωτερικής «προόδου», η επακόλουθος Μετανεωτερική Εποχή χαρακτηρίζεται από αυτό που συχνά ονομάζεται «τέλος της ιστορίας» – μια ακριβεστέρα έκφραση θα ήταν η «ασάφεια της ιστορίας». Η γεωγραφική κατάκτηση του κόσμου από τη Νεωτερικότητα και η τελική εξαφάνιση των χωρικών «συνόρων» της Νεωτερικότητος είναι βέβαια σημεία ότι ο ιστορικός κύκλος της Σκοτεινής Εποχής πλησιάζει στο ναδίρ του. Μετά την εξαφάνιση των γεωγραφικών «συνόρων», το μόνον πιθανό σύνορον της Νεωτερικότητος ευρίσκεται στην ανθρώπινη ψυχή: στον βαθμόν που ολίγα ιδιωτεύοντα πρόσωπα παραμένουν εσωτερικώς ανέγγιχτα από την Νεωτερικότητα, αντιπροσωπεύουν τώρα τα μόνα αληθινά κοσμικά υπολείμματα της Παραδόσεως.
…. Η κλιμακουμένη υποχώρηση του θαλασσίου πάγου της Αρκτικής συμβολίζει την «διάλυση» του πνευματικού σταθερού πόλου της ανθρωπότητος κατά τη Σκοτεινήν Εποχή. Η επικείμενη εξαφάνιση των απομονωμένων παγετώνων των υψηλοτέρων τροπικών κορυφών της Γης (π.χ. Κιλιμάντζαρο, Πουντσάκ Τζάγια) συμβολίζει την παραβίαση των ηπειρωτικών «καρδιών» της Γης από την Σκοτεινήν Εποχή. Οι δραματικοί θάνατοι των αυτοτελών («ενδορροϊκών») εσωτερικών θαλασσών της Γης – η Νεκρά Θάλασσα και οι Θάλασσα της Αράλης, καθώς και η λίμνη Τσαντ στην Παγκόσμιον Νήσον (την «Ευρασίαν»)· οι λίμνες Τεξκόκο+ (Μεξικό), Τιτικάκα (Βολιβία –Περού) και Έυρ (ή Κάτι Θάντα – Αυστραλία) της Αυστραλίας στις «Εξωτερικές Νήσους» (τις λοιπές πλην Ευρασίας Ηπείρους) – συμβολίζουν την «αποξήρανση» της πνευματικής γονιμότητος της ανθρωπότητας κατά την Σκοτεινήν Εποχή.
[+Η αποξήρανση της λίμνης Τεξκόκο είναι ένα σημαντικόν ιστορικόν γεγονός που υπογραμμίζει τις προκλήσεις της αστικής αναπτύξεως στην Κοιλάδα του Μεξικού. Αρχικώς, οι Αζτέκοι εγκατεστάθησαν γύρω από την λίμνην Τεξκόκο, κατασκευάζοντες την πρωτεύουσά τους, την Τενοτστιτλάν, σε μία κενρικήν νησίδα για να διαχειρισθούν τις συχνές πλημμύρες της περιοχής. Μετά την ισπανικήν κατάκτηση, οι νέοι άποικοι αντεμετώπισαν παρόμοια προβλήματα πλημμύρας και προσεπάθησαν να ελέγξουν την ροήν του ύδατος, οδηγούμενοι σε διάφορα μηχανικά έργα καθ’ όλην την διάρκειαν του 17ου αιώνος. Ο μηχανικός Ενρίκο Μαρτίν ηγήθη μιας εξεχούσης προσπαθείας, επιχειρών να κατασκευάσει έναν δίαυλον εκτροπής της περισσείας ύδατος από τις υψηλότερες λίμνες στον ποταμόν Τούλα. Παρά την αρχικήν πρόοδον, το έργον αντεμετώπισεν πολλές δυσκολίες και, μετά από μια καταστροφικήν πλημμύρα το 1629, ο Μαρτίν εκατηγορήθη για την αποτυχίαν και τελικώς απέθανεν απογοητευμένος. Με την πάροδον των ετών, οι προσπάθειες αποξηράνσεως της λίμνης εσυνεχίσθησαν και μέχρι τον 19ον αιώνα προετάθησαν διάφορες μηχανικές λύσεις για την αντιμετώπιση των πλημμυρών στην Πόλη του Μεξικού, η οποία είχεν καταστεί η μεγαλυτέρα πόλη στο Δυτικόν Ημισφαίριο μέχρι το 1800. Ωστόσον, οι προσπάθειες αποξηράνσεως ωδήγησαν σε υποβάθμιση του περιβάλλοντος, διαταράσσουσες τα τοπικά οικοσυστήματα και προκαλούσες δομικές προκλήσεις για τα κτίρια που εκτίσθησαν σε αποξηραμένες κοίτες λιμνών. Σήμερον, ενώ ορισμένες από τις αρχαίες λίμνες αναζωογονούνται για την αντιμετώπιση της ρυπάνσεως, η κληρονομία της αποστραγγίσεως της λίμνης Τεξκόκο συνεχίζει να καταδεικνύει την πολύπλοκον αλληλεπίδραση μεταξύ της ανθρωπίνης δραστηριότητοςς και των περιβαλλοντικών συνεπειών.]
…. Με τον ίδιον τρόπον που η μαζική μετανάστευση και ο μαζικός τουρισμός κατά την Ύστερη και Μετανεωτερικήν εποχή καταστρέφουν τα τελευταία υπολείμματα του αυθεντικού παραδοσιακού πολιτισμού της ανθρωπότητος, η Ύστερη και Μετανεωτερική περιβαλλοντική υποβάθμιση και η οικοκτόνος εξαφάνιση καταστρέφουν τα τελευταία υπολείμματα των αρχικών φυσικών οικοτόπων της ανθρωπότητος. Δεδομένων των ασυμπτωτικών τροχιών της δημογραφικής και βιομηχανικής αναπτύξεως της ανθρωπότητος, η αναπόφευκτος συνέπεια της βεβηλώσεως της Γης από την Νεωτερικότητα δεν θα είναι τίποτα ολιγότερον από την καταστροφήν του κοσμικού οίκου της ανθρωπότητος. Εξικνουμένη έως τα λογικά της άκρα, η βεβήλωση της Γης από την σύγχρονον ανθρωπότητα, της Γης η οποία στην αρχαίαν κοσμολογίαν αναγνωρίζεται ως «Γαία Ανησιδώρα» («η τα δώρα αναπέμπουσα Γαία»), θα καταλήξει στο κοσμικόν ισοδύναμον της μητροκτονίας.
….. Η υποδούλωση της Γης από τις δυνάμεις της Νεωτερικότητος εξεκίνησεν μέσω της Δυτικής θαλασσίας εξερευνήσεως, του υπερπόντιου εμπορίου και της αποικιακής εκμεταλλεύσεως της Πρωίμου Νεωτερικής Εποχής. Το γεγονός ότι η υλική ανάπτυξη (τεχνολογία, βιομηχανία, υποδομές) εστήριξεν αυτήν την «Εποχήν των Ανακαλύψεων» είναι ιστορικώς σημαντικόν: Η τεχνολογία πλοηγήσεως ήταν εκείνη που ενεδυνάμωσεν τους Δυτικούς εξερευνητές, ήταν η στρατιωτική τεχνολογία που ενεδυνάμωσεν τους Δυτικούς κατακτητές και ήταν η Βιομηχανική Επανάσταση που κατέστησεν την παγκόσμιον κυριαρχίαν των Δυτικών αυτοκρατοριών δεδομένη.
…. Μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος, η Δύση είχεν καταστεί ο αδιαμφισβήτητος ιστορικός φορεύς της προσφάτως παγκοσμιοποιηθείσης Νεωτερικότητος. Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνος, η ραγδαία Βιομηχανική Επανάσταση είχε δώσει στην Δύση ένα αποφασιστικόν «προβάδισμα» έναντι του υπολοίπου κόσμου όσον αφορά στους υλικούς πόρους. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνος, η Δύση είχεν ουσιαστικώς επιτύχει παγκόσμιον κυριαρχίαν, είτε επισήμως είτε ανεπισήμως. Αυτή η διαδικασία της δυτικής «ιμπεριαλιστικής» επεκτάσεως έφερεν τη Νεωτερικότητα στα πλέον απομεμακρυσμένα σημεία του κόσμου, καταστρέφουσα τον ανθρώπινον και φυσικόν κόσμον.
…. Τρεις διαδικασίες έλαβαν χώρα ταυτοχρόνως:
(1) ο Σύγχρονος Κρατικός Κόσμος αντεκατέστησεν τον Προκρατικό και τον Παραδοσιακόν Κρατικόν Κόσμον,
(2) ο Σύγχρονος Πολιτισμός, δηλαδή η υλιστική-βιομηχανική κοσμική κοινωνία, αντεκατέστησεν τον Παραδοσιακόν Πολιτισμόν και
(3) η ανθρωπογενής γεωγραφία, δηλαδή τα γεωργικά, βιομηχανικά, υποδομικά και αστικά τοπία, αντεκατέστησαν την φυσικήν γεωγραφίαν. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνος, οι οικολογικές και οικοκτόνες επιπτώσεις αυτών των συνδεδυασμένων διαδικασιών έφθασαν σε ένα φυσικόν σημείον χωρίς επιστροφήν: Η δημογραφική και βιομηχανική «πρόοδος» της συγχρόνου ανθρωπότητος μετετράπη σε έναν σκόπιμον «πόλεμον ενάντια στον κόσμον». Μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνος, η αναπτυξιακή τροχιά της Νεωτερικότητας είναι πιθανόν να πλησιάσει τον οικολογικόν, δημογραφικόν και τεχνολογικόν «ορίζοντα γεγονότων» της (το «σημείον χωρίς επιστροφήν»), δηλαδή το Σύγχρονο ισοδύναμον αυτού που ήταν γνωστόν στον Παραδοσιακόν άνθρωπον ως Αποκάλυψη.
,,,Την παραμονήν του Μεγάλου Πολέμου, υπήρχεν ήδη μια ευρέως διαδεδομένη επίγνωση σε όλη τη Δύση ότι η υλική «πρόοδος» του συγχρόνου ανθρώπου ήλθεν με τίμημα μιαν εντελώς απογοητευθείσα ζωήν. Η πνευματική και ψυχολογική κατάσταση της Συγχρόνου ανθρωπότητος την παραμονήν του Μεγάλου Πολέμου ημπορεί να εκτιμηθεί από τις πρώτες αγωνίες της Δυτικής Μοντέρνας Τέχνης – ο ζωγραφικός πίναξ «Η Κραυγή», («Skrik»), του Νορβηγού πρωτο – εξπρεσσιονιστή ζωγράφου Έντβαρντ Μύνχ, του 1893 είναι ένα καλόν παράδειγμα γιά την εκτίμηση αυτήν (με γερμανικόν τίτλον της πρώτης εκθέσώς του «Η κραυγή της φύσεως» – «Der Schrei der Natur»).

…. Την παραμονήν του Μεγάλου Πολέμου, η Δυτική εξερεύνηση και ο ιμπεριαλισμός είχαν μεταφέρει την Νεωτερικότητα στα πέρατα του κόσμου: Οι κενοί χώροι στους παγκόσμιους χάρτες είχαν γεμίσει, οι πιο απομακρυσμένες χώρες και λαοί είχαν προσεγγισθεί και τα κρυμμένα ιερά της Γης είχαν αποκαλυφθεί – η Εποχή των Ανακαλύψεων είχεν ολοκληρώσει την πορείαν της.»
3. Πρβλ. Alexander Wolfheze, «Μια Παραδοσιακή Ιστορία του Μεγάλου Πολέμου, Βιβλίον II: Η Πρώην Γη» («A Traditionalist History of the Great War, Book II: The Former Earth», Cambridge Scholars: Newcastle upon Tyne, 2020. σελίδες 46-7:.
«…. Ακόμα και εάν χρησιμοποιεί έναν ιερόν αριθμόν και εάν δημιουργεί μιαν συμβολικήν συμμετρία με τις «Επτά Ηπείρους», η χρήση του όρου «Επτά Θάλασσες» για τον Παγκόσμιον Ωκεανόν, καταδεικνύει σαφώς την αλαζονείαν της συγχρόνου ανθρωπότητος σε σχέση με την Ιερά Γεωγραφία : διασπά το φοβερόν βασίλειον του Παγκοσμίου Ωκεανού, που καλύπτει περισσότερον από τα επτά δέκατα της επιφανείας της Γης, σε «διαχειρίσιμο» τμήμα οριοθετημένων και διακριτιών «θαλασσών», που ονομάζονται κυρίως από γειτονικές χερσαίες μάζες και παράκτιους λαούς. Σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου οι γειτονικές ακτές και οι νήσοι είναι ορατά από την ηπειρωτική χώρα – όπως στην περίπτωση των Στενών του Γιβραλτάρ και της Βρετανικής Μάγχης – οι στενές θάλασσες γίνονται «διαβάσεις», όπως τα ποτάμια περάσματα. Οι περιοχές αλιείας κοντά στις ακτές παρείχαν περαιτέρω ώθηση για την ανάπτυξη παρακτίων σκαφών και κυκλοφορίας.
…. Το μεγαλύτερον πεδίον δοκιμών της ανθρωπότητος για ναυπηγικές και ναυτικές δεξιότητες ήταν, αναμφιβόλως, η Μεσόγειος Θάλασσα, η «μέση θάλασσα», που ευρίσκεται ανάμεσα στις τρεις «ηπείρους» της Παγκοσμίας Νήσου (Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής) – πολύ μεγάλη για πρωτόγονο αυτοσχεδιασμό, αλλά πολύ μικρή για να χαθεί κανείς. Η Μεσόγειος είναι η μία και αληθινή «θάλασσα» της Γης – όχι τόσον τρομερά όσον ο Παγκόσμιος Ωκεανός, ο οποίος κυβερνάται από τις κοσμικές δυνάμεις του ανέμου (περιστροφή της Γης) και της παλιρροίας (σεληνιακός κύκλος), αλλά εξακολουθεί να είναι τρομερά στην στοιχειακή αγριότητα των αιφνιδίων καταιγίδων και των υπούλων ρευμάτων της. Η Μεσόγειος είναι ενσφηνωμένη στην δυτικήν πλευράν της Παγκοσμίας Νήσου και παρέχει άμεσον πρόσβαση στον Παγκόσμιον Ωκεανόν μέσω των Ηρακλείων Στηλών: Έχει προετοιμάσει, έχει δελεάσει και έχει προσκαλέσει τον Δυτικόν άνθρωπο να ταξιδέψει «περαιτέρω», στο κενό.
….Στις αρχές της Συγχρόνου Εποχής, ένας ναυσιπλόος από την πρώιμον ναυτικήν αυτοκρατορίαν της Γένοβας ήταν αυτός που τελικώς επραγματοποίησεν το απόλυτον ταξίδι: Το ταξίδι του Κολόμβου στον Παγκόσμιο Ωκεανόν ημπορεί να θεωρηθεί η απόλυτη βεβήλωση του Παγκοσμίου Ωκεανού. Από τότε, ο Παγκόσμιος Ωκεανός έχει ουσιαστικώς μειωθεί, κατατμηθεί και υποβιβασθεί σε πολλαπλούς «ωκεανούς». Οι ανοιχτές θάλασσες αυτών των «ωκεανών» μειώνονται περαιτέρω, κατατατέμνονται και υποβιβάζονται σε «θάλασσες», «κόλπους» και «όρμους». Από αυτήν την άποψη, η άτυπη χρήση του υποκοριστικού όρου «λίμνη» για τον Βόρειον Ατλαντικό, κοινή σε όλες τις αγγλοσαξονικές θαλασσοκρατίες, είναι σημαντική: υποδεικνύει την μεταβαλλομένην εμπειρία της συγχρόνου ανθρωπότητος για τον φυσικόν κόσμον, με το δέος να δίδει την θέση του στην περιφρόνηση. Οι όλο και περαιτέρω επεκτάσεις των «εδαφικών υδάτων» και των «αποκλειστικών οικονομικών ζωνών» αμφισβητούν την ιδίαν την παραδοσιακήν έννοιαν της «ανοικτής θαλάσσης». Ουσιαστικώς, η εφαρμογή του όρου «θάλασσα» για οποιοδήποτε μέρος του Παγκοσμίου Ωκεανού υποδεικνύει την ανθρωπίνη λειτουργικότητά του όσον αφορά στην πλοϊμότητα, στην εκμεταλλευσιμότητα και στην κερδοφορία. Τα πρώτα ιστορικά παραδείγματα τέτοιων «θαλασσών» ήσαν οι διάφοροι κολπίσκοι θαλασσίου ύδατος των Παγκόσμιων Ωκεανών οι οποίοι (σχεδόν) εχώριζαν τις τρεις μεγάλες χερσαίες μάζες της Παγκοσμίας Νήσου, στην περιοχήν της συμβολής τους. Αυτές ήσαν οι «ανώτερες» και «κατώτερες» θάλασσες, δηλαδή η Μεσόγειος Θάλασσα και ο Περσικός Κόλπος, αντιστοίχως «υπεράνω» και «υποκάτω» σε σχέση με τον ποταμόν Ευφράτη, καθώς και η «Ερυθρά» και η «Μαύρη» Θάλασσα, δηλαδή οι θάλασσες που ευρίσκονται «εγγύς» και «μακράν» του ηλίου.
…. Οι Επτά Θάλασσες αρχικώς αναφέροντο στους διαφόρους εσωτερικούς κλάδους του Παγκοσμίου Ωκεανού, αλλά, κατά την διάρκειαν της Συγχρόνου Εποχής, η χρήση τους επεξετάθη σταδιακώς ώστε να καλύπτει ολοέν και μεγαλύτερα τμήματα του Παγκοσμίου Ωκεανού. Κατά το πρώιμον στάδιον της Εποχής των Εξερευνήσεων, ο ενοποιητικός όρος «Παγκόσμιος Ωκεανός» εγκατελείφθη και αντεκαταστάθη από πολλαπλούς «ωκεανούς». Έτσι, στην σύγχρονον γεωγραφίαν, ο όρος «Επτά Θάλασσες» περιλαμβάνει όλους τους πρώην Παγκοσμίους Ωκεανούς. Οι σύγχρονες Επτά Θάλασσες είναι πρώτον η παλαιοτέρα πραγματική «θάλασσα», η Μεσόγειος Θάλασσα, έπειτα οι τέσσαρες «ωκεανοί» του κόσμου, ο Βόρειος Ατλαντικός, ο Νότιος Ατλαντικός, ο Ινδικός και ο Ειρηνικός Ωκεανός και τέλος οι δύο νεότεροι «ωκεανοί» του κόσμου, ο Αρκτικός και ο Ανταρκτικός Ωκεανός. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτοί οι δύο τελευταίοι έχουν μιαν εξαιρετικώς προβληματικήν θέση όσον αφορά στην Ιεράν Γεωγραφίαν επειδή -τουλάχιστον μέχρι που «ανέλαβεν» ο άνθρωπος- και οι δύο ήσαν αρχικώς πάγοι και όχι θαλάσσιες περιοχές.
…..Ο Αρκτικός Ωκεανός, ο μικρότερος, ρηχότερος και πιο απομονωμένος από τους ωκεανούς του κόσμου, ήταν ουσιαστικώς ένα μεγάλο στρώμα πάγου, ενσφηνωμένο ανάμεσα στις Ευρασιατικές και Βορειοαμερικανικές χερσαίες μάζες και στο μεγαλύτερον μέρος της καταγεγραμμένης ιστορίας, κανείς δεν εγνώριζεν εάν αυτό το στρώμα πάγου εκάλυπτεν θάλασσαν ή ξηρά.
….. Κατά την Εποχήν των Ανακαλύψεων, οι μεταβαλλόμενες εποχιακές διαβάσεις και οι μεταβαλλόμενοι σταθερότυποι τήξεως προεκάλεσαν πολλές εικασίες σχετικώς με την πιθανότητα περιπολικής ή διαπολικής πλοηγήσεως. Αλλά μόνον μετά την πλήρη έναρξη της Σκοτεινής Εποχής και την έναρξη της οικοκτόνου «κλιματικής αλλαγής» και της «υπερθερμάνσεως του πλανήτη» η ταχεία τήξη των πολικών πάγων ήρχισεν να αποκαλύπτει την Αρκτικήν περιοχή ως πραγματικώς κεκρυμμένον «ωκεανόν». Γύρω από τον αρχαίον Βόρειον Πόλον της Γης, η Σύγχρονη ανθρωπότης έχει πλέον δημιουργήσει έναν ωκεανόν εκεί όπου ουδείς ωκεανός υπήρχεν πριν. Η κυριολεκτική διάλυση του αρχαίου Αρκτικού πάγου και η απτή υγροποίηση του σταθερού Βορείου Πόλου είναι σημαντικά και δυσοίωνα σύμβολα από την άποψη της Ιεράς Γεωγραφίας : Υποδεικνύουν την σκόπιμον προσπάθειαν της ανθρωπότητος της Σκοτεινής Εποχής να παύσει οιανδήποτε σχέση με όλες τις μορφές σταθεράς Υπερβατικής αναφοράς.»