Η διαφαινόμενη διάλυση της ιδεολογίας της παγκοσμιοποίησης συμβαδίζει με την επιστροφή του εθνικού κράτους. Η απροκάλυπτη δέσμευση των ΗΠΑ στο MAGA (Make America Great Again) και οι διεργασίες Ρωσίας-Κίνας με στόχο έναν πολυπολικό κόσμο απεικονίζουν την μετατόπιση της ισορροπίας από μια παγκοσμιοποιημένη και κοσμοπολίτικη ιδέα της παγκόσμιας τάξης σε μια αυτοπεποίθηση επιδίωξης εθνικών συμφερόντων.
Ωστόσο, η επιστροφή του έθνους-κράτους ως κύριου παράγοντα στην ρύθμιση των παγκόσμιων υποθέσεων δεν συνοδεύεται στην Δύση από την εμφάνιση μιας ισχυρής εθνικής συνείδησης. Ο εθνικισμός ως κινητήρια δύναμη εξακολουθεί να είναι σχετικά αδύναμος και εξακολουθεί να περιμένει να αποκατασταθεί ως ιδεολογία. Στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, για παράδειγμα, ακόμη και οι συντηρητικοί είναι απρόθυμοι να αποκαλούν τους εαυτούς τους εθνικιστές. Στα μάτια τους, ο εθνικισμός έχει τόσο κακή επίγευση που φοβούνται ότι θα απαξιωθούν αν ταυτιστούν μαζί του. Αυτοί οι συντηρητικοί, μαζί με τους κολαούζους τους της διεθνούς Αριστεράς, προειδοποιούν επανειλημμένα για την επιστροφή του ξενοφοβικού εθνικισμού, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα η σχέση μεταξύ των ανθρώπων και της πατρίδας τους χαρακτηρίζεται από μια πραγματιστική, αυτονόητη ταυτότητα.
Κατά την άποψη μας, ο σημερινός εθνικισμός ωχριά μπροστά στους ιστορικούς προκατόχους του. Για πολύ καιρό δαιμονοποιήθηκε συστηματικά ως δύναμη του κακού. Ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο εθνικισμός είχε μια βαθιά αρνητική χροιά. Στην δε επιστημονική βιβλιογραφία, ο εθνικισμός έχει συχνά ταυτιστεί στον ρόλο ενός κοσμικού προπατορικού αμαρτήματος. Έως σήμερα, η δαιμονοποίηση του εθνικισμού διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον κυρίαρχο αντιλαϊκό λόγο. Σε αυτό το αφήγημα, το εθνικό συναίσθημα θεωρείται ως μια ξεπερασμένη, επικίνδυνη και παράλογη προκατάληψη. Αυτή η απεικόνιση της εθνικής συνείδησης είναι ευρέως διαδεδομένη στην κουλτούρα των ελίτ, όπου χλευάζεται ως μισαλλοδοξία των απλών ανθρώπων. Η αντιλαϊκή, δήθεν δημοκρατική, ιδεολογία επισημαίνει επανειλημμένα ότι αυτή η στενόμυαλη ευαισθησία, αν αφυπνιστεί, θα έχει αναπόφευκτα επιβλαβείς συνέπειες. Στον σύγχρονο δυτικό πολιτικό λόγο, ο εθνικισμός και οι όροι που συνδέονται με αυτόν, εθνική ταυτότητα, εθνικά συναισθήματα, έχουν λάβει το είδος των αρνητικών χαρακτηριστικών που συνήθως οδηγούν στην ηθική καταδίκη. Μια ηθική καταδίκη που συνήθως συνοδεύεται με καθοδηγούμενες εισαγγελικές και δικαστικές παρεμβάσεις περί «εγκληματικών οργανώσεων».
Η άνοδος του ναζισμού και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θεωρούνται συχνά ως αναπόφευκτη συνέπεια εθνικιστικών ανταγωνισμών και ιδεολογιών. Από αυτή την άποψη, η εθνική ταυτότητα ερμηνεύεται ως μια πολιτιστική φύτρα που είναι επικίνδυνη επειδή μπορεί να κινητοποιηθεί για στόχους αποκλεισμού και ρατσισμού. Για το λόγο αυτό, η κλασική διάκριση μεταξύ πατριωτισμού, ταύτισης με το έθνος, δημοκρατικού, αστικού, πολιτιστικού, θρησκευτικού και φυλετικού εθνικισμού έχασε την αξία της στην πράξη. Σύμφωνα με αυτή την τελεολογική κατανόηση του εθνικισμού, αυτό που αρχικά εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα ως μια αθώα έκφραση εθνικής ταυτότητας και πίστης, αναπόφευκτα αποκρυσταλλώθηκε σε μια απειλητική πολιτική ιδεολογία, η πιο βάρβαρη εκδήλωση της οποίας θεωρήθηκε ότι ήταν ο εθνικοσοσιαλισμός του μεσοπολέμου, με τον εθνικισμό να κατηγορείται σχεδόν αποκλειστικά για τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στην δεκαετία του 1950 και 1960, ο εθνικισμός αντιμετωπίστηκε σε πολλές αναφορές ως ανεπιθύμητη παράλογη παθολογία. Ορισμένοι θεωρητικοί αμφισβήτησαν την φύση του εθνικισμού και των εθνικών συναισθημάτων, αποκαλώντας εκείνους που προσκολλήθηκαν σε τέτοιες προκαταλήψεις κατώτερους ανθρώπους. Θεωρητικοί του λιμπεραλισμού δεν έκρυβαν την περιφρόνησή τους για εκείνους που προσκολλήθηκαν στο εθνικό συναίσθημα, λέγοντας ότι «ένα έθνος είναι μια ομάδα ανθρώπων που τους ενώνει ένα κοινό λάθος σχετικά με την καταγωγή τους και μια κοινή αποστροφή προς τους γείτονές τους».

Σήμερα στην Δύση, κυρίως από την παγκοσμιοποιημένη ελίτ, αμφισβητείται ακόμη και αυτή η νομιμότητα του εθνικού κράτους. Τα σύνορα συχνά καταγγέλλονται ως κάτι που σημαίνει αποκλεισμό και ως κάτι που είναι κακό. Αυτό το συναίσθημα απέκτησε κυρίαρχη επιρροή στην δυτική διανόηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επικρατώντας στις διεθνείς υποθέσεις ένα αφήγημα στο οποίο το έθνος-κράτος θεωρείται ως κάτι παθολογικό από την φύση του. Τέτοιες απόψεις έχουν οδηγήσει υποστηρικτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θεωρούν τα εθνικά αισθήματα ως εκφράσεις πρωτόγονων δεσμών οι οποίες, εξ ορισμού, δεν μπορούν να διαδραματίσουν θετικό ρόλο σε μια σύγχρονη κοινωνία.
Μέχρι προσφάτως, η κοσμοπολίτικη περιφρόνηση για το έθνος που εξαπλωνόταν από την παγκοσμιοποιημένη ελίτ κυριαρχούσε στην δημόσια ζωή. Η εχθρότητα των παγκοσμιοποιητών προς τα σύνορα και το έθνος συνοδεύτηκε από μια βαθιά περιφρόνηση για εκείνους που προσκολλήθηκαν με επιμονή σε αυτά τα σύνορα. Χωρίς εξαίρεση, χαρακτηρίστηκαν ως ηλίθιοι εθνικιστές, ξενόφοβοι, των οποίων η ανασφάλεια τους ανάγκασε να τυλιχτούν με την εθνική τους σημαία. Η έλλειψη κατανόησης της παγκοσμιοποιημένης ελίτ για το πώς μπορεί κάποιος να αγαπά την χώρα του ήταν αναμφίβολα η αντίδραση κάποιου που θεωρεί την αυθόρμητη πίστη σε μια κοινότητα και τα σύνορα που την περιβάλλουν ενοχλητικό χαρακτηριστικό της ζωής.
Εκ των υστέρων, μπορούμε να πούμε ότι η ποινικοποίηση της εθνικής συνείδησης και του εθνικισμού ήταν εξαιρετικά επιτυχής στο να επηρεάσει την εικόνα της κοινωνίας. Από την παιδική ηλικία, οι άνθρωποι διδάχθηκαν να προσέχουν τον «εθνικιστικό πειρασμό» και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι πολιτικοί, τα μέσα ενημέρωσης προώθησαν συστηματικά την από-εθνικοποίηση της ταυτότητας. Το αποτέλεσμα αυτού του προγράμματος κατήχησης ήταν ότι η ταύτιση των ανθρώπων με το έθνος τους αποδυναμώθηκε και πολλές από τις αξίες που συνδέονται με την εθνική συνείδηση υπονομεύτηκαν και καταγγέλθηκαν ακόμη και ποινικά. Το παρελθόν, ειδικά η ιστορία του έθνους, έχει μετατραπεί σε μια ιστορία ντροπής.
Ο πόλεμος ενάντια στο παρελθόν παίζει σημαντικό ρόλο στην αποδυνάμωση του αισθήματος της εθνικής αλληλεγγύης και της ταύτισης με το ίδιο το έθνος. Αυτό έχει επίσης αποδυναμώσει όλες τις σημαντικές αξίες που στηρίζουν τον εθνικισμό ως ισχυρή κινητήρια δύναμη, ήτοι πίστη, αίσθηση καθήκοντος, θάρρος. Το αν ο εθνικισμός μπορεί να γίνει και πάλι μια ισχυρή δύναμη κινητοποίησης στην Δύση εξαρτάται από το αν θα καταφέρει να οικοδομήσει πάνω στο παρελθόν, έτσι ώστε οι αξίες της πίστης και της αίσθησης του καθήκοντος να διατηρήσουν την σημασία τους για την σημερινή κοινωνία.
Πρέπει να αδράξουμε την ευκαιρία που προσφέρει η επιστροφή του έθνους-κράτους για να αποκαταστήσουμε τον εθνικισμό στην χώρα μας. Προφανώς αυτό δεν μπορεί να γίνει με σχολιαρόπαιδα που φέρουν τατουάζ με αγκυλωτούς σταυρούς, με «στημένους» κοινοβουλευτικούς, με παραζαλισμένους ηγέτες που αποτελούν αλεξικέραυνο του «δημοκρατικού» συστήματος, με βασιβουζούκους ναζί που εγκωμιάζουν την μαριονέτα των παγκοσμιοποιητών Ζελένσκι, με εθνοζόμπι ηγετίσκους που νομίζουν ότι ενσωματώνουν την απόλυτη εθνολίμπιντο.
Ο εθνικισμός προσφέρει στους ανθρώπους την ευκαιρία να δημιουργήσουν το είδος της κινητήριας αλληλεγγύης που μπορεί να ξεπεράσει την κατακερματισμένη ύπαρξη που προσφέρει ένας κόσμος αλλοτρίωσης. Ο εθνικισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το έθνος, είναι το μόνο θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να ανθίσει η κοινωνία.