ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ: ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ ΑΙΓΑΙΟΥ & ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Διαχρονικά το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν περιοχές σημαντικής γεωστρατηγικής αξίας, προσελκύοντας την προσοχή τόσο των περιφερειακών δυνάμεων όσο και των παγκόσμιων παραγόντων.

Σε αυτό το άρθρο, εμβαθύνουμε στις εκτιμήσεις της αμυντικής στρατηγικής της Ελλάδας σε αυτά τα δύο θέατρα επιχειρήσεων που περιλαμβάνουν σημαντικά το θαλάσσιο στοιχείο, παρουσιάζοντας δύο αντίθετες κύριες προσεγγίσεις: την παραδοσιακή άποψη της αντιμετώπισης αυτών των υδάτων ως ναυμαχία που απαιτεί ναυτική κυριαρχία και την εναλλακτική προοπτική αξιοποίησης της γεωγραφίας αυτών των θεάτρων επιχειρήσεων με τις νήσους ως αβύθιστα πλοία και τις θαλάσσιες περιοχές ως φυσικές τάφρους, ενισχυμένες από προηγμένες μη επανδρωμένες πλατφόρμες, πυροβολικό, αντι-αποβατικά συστήματα κρούσης, αντιαεροπορικά συστήματα και έμφαση στον υποβρυχιακό πόλεμο.

Η ανάλυση μας επιδιώκει να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: η αμυντική στρατηγική της Ελλάδας εξαρτάται πραγματικά αποκλειστικά από μια σημαντική συμβατική ναυτική παρουσία, ή με άλλα λόγια η απόκτηση μονάδων επιφανείας δίνουν πλεονέκτημα νίκης ή υπάρχουν πιο αποτελεσματικά μέσα για την ενίσχυση των πιθανοτήτων επικράτησης έναντι σε οποιονδήποτε εισβολέα στο Αιγαίο Αριπέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο?

Από την αρχαιότητα, η ναυτική υπεροχή θεωρήθηκε υψίστης σημασίας για τον έλεγχο του Αρχιπελάγους του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Η ιστορική προτεραιότητα των ναυτικών εμπλοκών υπογραμμίζει τη σημασία της ναυτικής ισχύος στη διαμόρφωση της περιφερειακής δυναμικής.

Ιστορικά, στόλοι με αρκετές μονάδες επιφανείας μπορούσαν να επιβάλλουν προβολή ισχύος σε μια θαλάσσια περιοχή καθώς και να αναμετρηθούν με άλλους σχετικά ισοδύναμους αντίπαλους στόλους. Από την άλλη πλευρά τα πλεονεκτήματα του ασύμμετρου πολέμου στην θάλασσα, στην πιο μοντέρνα τους μορφή, είναι ορατά ήδη από το 1630. Άλλωστε τα πυρπολικά ήταν ίσως το κύριο διάνυσμα επίθεσης εναντίον του τουρκικού στόλου από τις λιγότερες σε αριθμό ελληνικές δυνάμεις. 

Σήμερα, η εξάρτηση αποκλειστικά από συμβατικά πλοία επιφανείας και συμβατικό υποβρύχιο στόλο για το αμυντικό δόγμα της Ελλάδας παρουσιάζει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Ενώ οι ναυτικές δυνάμεις παρέχουν ευελιξία στην προβολή ισχύος και στην εξασφάλιση θαλάσσιων εμπορικών οδών, αντιμετωπίζουν επίσης τρωτά σημεία όπως η ευαισθησία σε ασύμμετρες απειλές (μη-επανδρωμένα συστήματα) και σε μη-αντίστοιχες απειλές (πυροβολαρχίες ακτής).

Επιπροσθέτως το υψηλό λειτουργικό κόστος ενός συμβατικού πολεμικού ναυτικού είναι μια παράμετρος που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Περαιτέρω, είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η βύθιση ενός πολεμικού πλοίου με αρκετό πλήρωμα έχει επιφέρει μεγάλο πλήγμα ηθικού, όπως στην περίπτωση του Στρατηγού Μπελγκράνο στα Φώκλαντς.

Οι υποστηρικτές μιας παραδοσιακής στρατηγικής ναυμαχίας ως κύριο αμυντικό θαλάσσιο δόγμα υποστηρίζουν μια ισχυρή συμβατική ναυτική παρουσία. Σίγουρα ένας στόλος φρεγατών, κορβετών και υποβρυχίων προσφέρει μια σημαντική δυνατότητα προβολής ισχύος καθώς και τη δυνατότητα διεξαγωγής αμφίβιων επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τις ειδικές δυνάμεις.

Ωστόσο, ειδικότερα σήμερα, αυτή η στρατηγική έχει μερικά αδύναμα σημεία.

Η κατασκευή και η συντήρηση ενός μεγάλου στόλου είναι δαπανηρή και δικαιολογείται κατά προτεραιότητα σε κράτη που επιθυμούν την προβολή ισχύος τους σε περιοχές πολύ μακριά από την χώρα τους, όπως ως ενδεικτικό παράδειγμα η Αμερική, η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα σύγχρονα μέσα μη-αντίστοιχων στρατιωτικών επιχειρήσεων στην θάλασσα περιλαμβάνουν σύγχρονους αντιπλοϊκούς πυραύλους και μια πληθώρα μη-επανδρωμένων συστημάτων και στις τρεις διαστάσεις του θαλάσσιου θεάτρου επιχειρήσεων, δηλαδή στον αέρα, στην επιφάνεια και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Ειδικότερα για το Αιγαίο Αρχιπέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο, η υπεράσπιση των πολυάριθμων νήσων καθώς και η υπεράσπιση της Κύπρου με, έναν επί τον πλείστον, συμβατικό στόλο (επιφανείας και υποβρύχιο) αποδεικνύεται απαιτητική και σε πυλώνες δόγματος καθώς και εντατική σε κάθε είδους αναγκαίων πόρων.

Στα χρονικά του πολέμου, η ιστορία έχει συχνά χρησιμεύσει ως οδηγός για την χάραξη της εκάστοτε στρατιωτικής στρατηγικής και της προμήθειας του αντίστοιχου εξοπλισμού.

Ωστόσο, ειδικότερα στο συνεχώς εξελισσόμενο τοπίο των σύγχρονων συγκρούσεων, το ρητό “αυτό που λειτούργησε στο παρελθόν θα λειτουργήσει ξανά” μπορεί να αποδειχθεί ένα εξαιρετικά επίφοβο στοίχημα.

Αυτό συμβαίνει επειδή η  παγίδα της ιστορίας μπορεί να παγιδεύει τα κράτη σε έναν κύκλο εξάρτησης από ξεπερασμένες στρατηγικές και όπλα, οδηγώντας σε δυνητικά καταστροφικές συνέπειες σε μια μελλοντική αναμέτρηση. Παρά τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία και τις αλλαγές στην παγκόσμια γεωπολιτική, εξακολουθεί να υπάρχει μια επικίνδυνη τάση μεταξύ ορισμένων εθνών να προσκολλώνται στις τακτικές και τα όπλα περασμένων εποχών.

Αυτή η προσκόλληση στην παράδοση, ενώ έχει τις ρίζες της στην επιθυμία για εξοικείωση με δοκιμασμένες μεθόδους και προηγούμενες επιτυχίες, μπορεί να τυφλώσει τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων στις πραγματικότητες του σύγχρονου πολέμου. Ενόψει των αναδυόμενων απειλών και των μεταβαλλόμενων πεδίων μάχης, η προσκόλληση σε υπάρχοντα δόγματα και δυνητικά η επιμονή στην προμήθεια των ίδιων όπλων και στην εφαρμογή των ίδιων στρατηγικών όπως σε προηγούμενες συγκρούσεις κινδυνεύει να αφήσει ένα έθνος απροετοίμαστο και ευάλωτο.

Η γοητεία του ιστορικού προηγούμενου πρέπει να μετριαστεί με μια προοδευτική προσέγγιση που αναγνωρίζει την ανάγκη για καινοτομία και προσαρμοστικότητα στο σύγχρονο θέατρο του πολέμου. Μόνο απελευθερώνοντας τα όρια της “Παγίδας του Ιστορικού Προηγουμένου” μπορούν τα έθνη να εξοπλιστούν πραγματικά για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του παρόντος και να εξασφαλίσουν το μέλλον τους στο πεδίο της μάχης.

Με απλά λόγια, “Μέγα το της θαλάσσης κράτος” όπως είχε σωστά για την εποχή του νουθετούσε ο Θεμιστοκλής, αλλά τότε δεν υπήρχε η αεροπορία, τα υποβρύχια και όλα τα άλλα στοιχεία που συνθέτουν τον σημερινό πόλεμο σε παράκτιες περιοχές αλλά και στην ανοικτή θάλασσα.

Μια εναλλακτική προσέγγιση βλέπει τα ίδια τα νησιά ως “αβύθιστα πλοία”, αξιοποιώντας το εγγενές γεωγραφικό τους πλεονέκτημα. Αυτή η στρατηγική δίνει προτεραιότητα σε χερσαία συστήματα όπως συστοιχίες παράκτιας άμυνας, πυραυλικά συστήματα και δίκτυα αεράμυνας. Ενδεικτικά το αντίστοιχο δόγμα δίνει έμφαση σε τακτικές που μπορούν να επιφέρουν τα μέγιστα χτυπήματα σε εχθρικούς αποβατικούς στόλους.

Παράλληλα οι κάθε μη-επανδρωμένες πλατφόρμες, από UAV που περιπολούν στους ουρανούς μέχρι υποβρύχια οχήματα που φρουρούν τα βάθη, ενισχύουν περαιτέρω αυτή την άμυνα. Επιπροσθέτως ο ρόλος της πολεμικής αεροπορίας αναβαθμίζεται μαζί με το αμυντικό δόγμα που επιβάλλει χτυπήματα στην ενδοχώρα του αντιπάλου.

Αυτή η προσέγγιση μειώνει την εξάρτηση από ακριβά πλοία και αξιοποιεί τα φυσικά θαλάσσια εμπόδια των νήσων. Επενδύοντας σε νησιωτικές υποδομές και οχυρώνοντας τις τοπικές κοινωνίες, αυξάνεται η ανθεκτικότητα έναντι επιθέσεων. Ωστόσο, η προβολή ισχύος πέρα από την άμεση γειτνίαση με το νησί περιορίζεται και οι υποδομές ζωτικής σημασίας παραμένουν ευάλωτες.

Υιοθετώντας αυτή την προοπτική, η Ελλάδα μπορεί να εκμεταλλευτεί τη γεωγραφία προς όφελος της, δημιουργώντας πολυεπίπεδους αμυντικούς μηχανισμούς που μετριάζουν την ανάγκη για συνεχείς ναυτικές περιπολίες. Τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα (UAV), τα αυτόνομα σκάφη επιφανείας (ASV) και τα υποθαλάσσια drones προσφέρουν δυνατότητες επίμονης επιτήρησης, επιτρέποντας την έγκαιρη ανίχνευση και ταχεία αντίδραση σε πιθανές απειλές χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά σε επανδρωμένα ναυτικά μέσα.

Η ουσία της συζήτησης έγκειται στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των παραδοσιακών ναυτικών στρατηγικών έναντι των αναδυόμενων αμυντικών παραδειγμάτων. Χρειάζεται πραγματικά η Ελλάδα έναν σημαντικό στόλο πλοίων για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της στο Αρχιπέλαγος του Αιγαίου και την Ανατολική Μεσόγειο ή υπάρχουν πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις που προσφέρουν συγκρίσιμα ή ακόμη και καλύτερα αποτελέσματα ασφάλειας με μειωμένο κόστος?

Αξιολογώντας κριτικά τον ρόλο των ναυτικών δυνάμεων στην αμυντική στρατηγική, η Ελλάδα μπορεί να διερευνήσει εναλλακτικές κατανομές πόρων, ενδεχομένως ανακατανέμοντας κεφάλαια για την ενίσχυση μη επανδρωμένων πλατφορμών, την ενίσχυση της παράκτιας άμυνας ή την επένδυση σε ασύμμετρες δυνατότητες προσαρμοσμένες για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων απειλών στην περιοχή. Μια τέτοια αλλαγή στρατηγικής θα μπορούσε να βελτιστοποιήσει την αμυντική στάση της Ελλάδας, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα ενόψει των εξελισσόμενων προκλήσεων ασφαλείας.

Συμπεράσματα

Τελικά, η βέλτιστη αμυντική στρατηγική για την Ελλάδα έγκειται στην επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των παραδοσιακών θαλάσσιων αμυντικών δυνατοτήτων και των αναδυόμενων αλλαγών παραδειγμάτων στα αμυντικά δόγματα.

Θεόδωρος Κωστής

tweet
Insta
Tiktok