Η ΓΑΖΑ ΚΑΙ Ο ΑΚΗΡΥΚΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΙΣΡΑΗΛ-ΙΡΑΝ

Η επιτακτική ανάγκη του Ισραήλ να συντρίψει τη Χαμάς είναι πιθανό να έχει ως ακούσια συνέπεια την αποσταθεροποίηση της περιοχής προς όφελος της Τεχεράνης.

Πράγματι, η άνευ προηγουμένου επίθεση της Χαμάς ενάντια στο Ισραήλ αντιπροσωπεύει ένα σημείο καμπής στην ακατάπαυστη «υπόγεια» σύγκρουση τεσσάρων δεκαετιών μεταξύ του Ιράν και του Ισραήλ. Είναι το επιστέγασμα των προσπαθειών του επαναστατικού σιιτικού ισλαμικού καθεστώτος να εκμεταλλευτεί τη χρόνια αναταραχή στον αραβικό κόσμο, (ιδιαίτερα την πολυαίμακτη ισραηλινο-παλαιστινιακή διαμάχη) και να εδραιωθεί στα ευρύτερα στρατηγικά περιβάλλοντα του εβραϊκού κράτους. Το Ισραήλ στην αντεπίθεσή του πιθανότατα θα υποβαθμίσει σοβαρά ή θα αφανίσει ολοσχερώς τις πολεμικές ικανότητες της Χαμάς. Ωστόσον, η Χεζμπολάχ και άλλοι ιρανικοί «στρατηγικοί πληρεξούσιοι» στη βόρεια πλευρά του Ισραήλ θα παραμείνουν μια αναμφισβήτητη μακροπρόθεσμη απειλή για το Τελ Αβίβ.

Ισραηλινοί και αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι δεν διαθέτουν επιβεβαιωμένες πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή του Ιράν στην εξαιρετικώς περίπλοκη επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, κατά την οποίαν εκατοντάδες μαχητές της Χαμάς εστόχευσαν αρκετές ισραηλινές πόλεις κατά μήκος των συνόρων της Γάζας, σκοτώνοντας περισσότερους από χίλιους ανθρώπους και απαγάγοντας περίπου 150 άλλους. Ο νομικός, μέλος του Δημοκρατικού Κόμματος και Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Τζέικομπ – Τζέρεμι (“Τζέικ”) Σάλιβαν, εδήλωσε στους δημοσιογράφους στις 10 Οκτωβρίου ότι «το Ιράν είναι συνένοχος σε αυτήν την επίθεση, με την ευρεία έννοια», αλλά ότι η Ουάσιγκτον μέχρι στιγμής δεν έχει στοιχεία πως η Τεχεράνη εμπλέκεται άμεσα. Ο Σάλιβαν ανέφερε ότι η κοινότητα πληροφοριών των ΗΠΑ εργάζεται σκληρά για να καθορίσει τον ακριβή ρόλο της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στην επίθεση. Νωρίτερα, σε μιαν ενημέρωση Τύπου στις 9 Οκτωβρίου, ο εκπρόσωπος των ισραηλινών αμυντικών δυνάμεων, ταγματάρχης Νιρ Ντινάρ, εδήλωσε : «Ακριβώς επειδή δεν έχουμε αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το Ιράν δεν βρίσκεται πίσω από αυτό». Είπε ότι το Ισραήλ δεν είχε «αποδείξεις ή ενδείξεις» για την ιρανική εμπλοκή, αλλά ούτε και είχε πληροφορίες για να δει την επερχόμενη επίθεση.

Εδώ πρέπει οπωσδήποτε να εστιάσουμε στο γεωπολιτικό παίγνιο της μείζονος περιοχής : Οι προσπάθειες της Σαουδικής Αραβίας να σφυρηλατήσει διπλωματικούς δεσμούς με το Ισραήλ αντιπροσωπεύουν ένα ολότελα νέο στοιχείο στη συνεχιζόμενη εκστρατεία του βασιλείου για τη διαχείριση της περιφερειακής αστάθειας. Σε αντάλλαγμα για την εξομάλυνση των σχέσεων, ο διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ήλπιζε να αποσπάσει παραχωρήσεις του Ισραήλ για τους Παλαιστίνιους στη Δυτική Όχθη, ώστε να μπορέσουν να περιορίσουν την αναταραχή που υπέβοσκε εντός της Παλαιστινιακής Αρχής. Το τελευταίο πράγμα που ήθελαν οι Σαουδάραβες ήταν να εκμεταλλευτεί αυτή την κατάσταση η παλαιστινιακή μαχητική ομάδα Χαμάς και να επεκτείνει τον έλεγχό της πέρα από τη Λωρίδα της Γάζας, κάτι που προφανώς θα λειτουργούσε προς όφελος του κύριου αντιπάλου του Ριάντ, του Ιράν. Ωστόσο, η κυρίαρχη παλαιστινιακή πολιτική, με επίκεντρο την αντίπαλο της Χαμάς, Φατάχ, πλησίασε καλπαστικά σε ένα σημείο καμπής, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη ουσιαστικής προόδου σε αυτό το μέτωπο.

Θυμίζω πως στις 26 Σεπτεμβρίου, η Σαουδική Αραβία διόρισε τον πρώτο της πρεσβευτή στην Παλαιστινιακή Αρχή ! Η κίνηση αυτή ήλθε εν μέσω των διαπραγματεύσεων μεταξύ Σαουδάραβων και Ισραηλινών για τη δημιουργία διπλωματικών σχέσεων, τις οποίες στα τέλη Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσαν τόσο ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν όσο και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου. Σε ία χειμαρώδη συνέντευξή του στο αμερικανικό συντηρητικό τηλεοπτικό κανάλι Fox News, ο διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας έκανε τα πρώτα του δημόσια σχόλια σχετικά με τις συνομιλίες, λέγοντας ότι οι διαπραγματευτές «πλησίασαν επτέλους πιο κοντά σε μια συμφωνία», την οποία περιέγραψε ως «τη μεγαλύτερη ιστορική συμφωνία από τον Ψυχρό Πόλεμο». Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επιβεβαίωσε τις δηλώσεις και προσέθεσε ότι οι δύο χώρες βρίσκονται στο κατώφλι μιας «ιστορικής ειρήνης» !

Το πιο χαρακτηριστικό σχόλιο του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν εκφράστηκε όταν του ζητήθηκε να ρίξει φως στο τι θα σήμαιναν οι ομαλοποιημένες σχέσεις για την ισραηλινο-παλαιστινιακή διαμάχη. Ο μελλοντικός βασιλιάς της Σαουδαραβίας, ο οποίος έγινε επίσης και πρωθυπουργός πριν από ένα χρόνο μετά την παραίτηση του πατέρα του από την εκτελεστική εξουσία, είπε ότι οι Σαουδάραβες και οι Ισραηλινοί έπρεπε να επιλύσουν τις διαφορές τους για το Παλαιστινιακό ζήτημα και, όταν πιέστηκε για περισσότερες λεπτομέρειες, προσέθεσε μόνον ότι εργάζεται για να «φθάσει σε ένα σημείο το οποίο θα διευκολύνει τη ζωή των Παλαιστινίων». Προφανώς αυτή η άποψη απέχει κατά πολύ από την επίσημη θέση του Ριάντ στη σύνοδο κορυφής του Αραβικού Συνδέσμου το 2002, κατά την οποίαν ο πρώην βασιλιάς Αμπντουλάχ μπιν Αμπντουλαζίζ προσέφερε στο Ισραήλ πλήρεις διπλωματικούς δεσμούς και με τα 22 μέλη του Αραβικού Συνδέσμου, με αντάλλαγμα την ίδρυση ενός κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα με αποχώρηση του Ισραήλ από τα δύο εδάφη, τα οποία είχε καταλάβει στον πόλεμο του 1967.

Η προφανής αλλαγή στη θέση της Σαουδικής Αραβίας είναι κατανοητή υπό το πρίσμα των τεραστίων αλλαγών που έχουν σημειωθεί στις δύο δεκαετίες έκτοτε. Πριν από τη σύνοδο κορυφής, πολλοί, (συμπεριλαμβανομένου και του Ριάντ), ήλπιζαν ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία, παρά την αποτυχία των συνομιλιών του 2000 στο Καμπ Ντέιβιντ μεταξύ του εκλιπόντος Παλαιστίνιου ηγέτη Γιάσερ Αραφάτ και του τότε πρωθυπουργού του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ, καθώς και παρά το ξέσπασμα της Δεύτερη Ιντιφάντα την ίδια χρονιά. Αλλά το πολιτικό σκηνικό του Ισραήλ και της Παλαιστίνης ήταν ιδιαίτερα ρευστό, γεγονός που υπονόμευσε τις οποιεσδήποτε προσπάθειες για διευθέτηση της συγκρούσεως που διήρκεσε δεκαετίες μέσω διαπραγματεύσεων. Το κεντροδεξιό κόμμα Λικούντ, με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ, τον «αραβοφάγο» στρατηγό Αριέλ “Αρίκ” Σαρόν είχε έρθει στην εξουσία, οπότε από την παλαιστινιακή πλευρά, το ριζοσπαστικό ισλαμιστικό κίνημα της Χαμάς διοργάνωσε μια εκστρατεία επιθέσεων αυτοκτονίας στο Ισραήλ.

Η άνοδος της Χαμάς κατέστη δυνατή λόγω της παρακμής της Φατάχ, παρακμή η οποία επιταχύνθηκε με τον θάνατο του Αραφάτ το 2004. Την ίδια χρονιά, η ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών, η οποία είχε διεισδύσει στη Χαμάς, διεξήγαγε μια σειρά στοχευμένων επιθέσεων εξαλείφοντας πολλούς από τους ηγέτες της και καταστρέφοντας την ικανότητά της οργανώσεως να διεξάγει τρομοκρατικές επιθέσεις στο εσωτερικό της Ισραήλ. Το επόμενο έτος, το Ισραήλ αποσύρθηκε μονομερώς από τη Λωρίδα της Γάζας, γεγονός που βοήθησε τις προσπάθειες της Χαμάς να αναδειχθεί σε σημαντικό ανταγωνιστή της Φατάχ. Η νίκη της Χαμάς στις παλαιστινιακές βουλευτικές εκλογές το 2006 έθεσε τις βάσεις για το ασυμβίβαστο χάσμα μεταξύ των Παλαιστινίων, με τη Χαμάς να ελέγχει τη Γάζα και τη Φατάχ να κυβερνά στη Δυτική Όχθη, υπό την αιγίδα της διεθνώς αναγνωρισμένης Παλαιστινιακής Αρχής.

Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, είναι πασίδηλο ότι οι οποιεσδήποτε προσπάθειες υπάρξουν για μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων θα επικεντρωθούν πλέον μόνον στη Δυτική Όχθη. Βεβαίως η Δυτική Όχθη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα ενός μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους λόγω δύο βασικών παραγόντων : της ανάπτυξης των εβραϊκών οικισμών όπου διαμένουν περίπου 700.000 Ισραηλινοί και της παρακμής της Παλαιστινιακής Αρχής, λόγω της εκτεταμένης διαφθοράς και του αδελφοκτόνου φατριασμού μεταξύ της ελίτ της Φάταχ. Ο 87χρονος πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς, ο οποίος ηγείται επίσης της Φατάχ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, κάθεται στην κορυφή αυτού του αυταρχικού οικοδομήματος από τότε που ανέλαβε την εξουσία από τον Αραφάτ πριν από 18 χρόνια. Το γεγονός ότι οι τρεις μεγάλες παλαιστινιακές οντότητες θα αναζητήσουν σύντομα διάδοχο θα μπορούσε να βυθίσει τη Δυτική Όχθη σε βαθύτατη κρίση και να δημιουργήσει ένα κενό το οποίο η Χαμάς αναμένει ως μείζονα ιστορική ευκαιρία, ώστε να κυριαρχήσει στο συνολικό παλαιστινιακό πολιτικό τοπίο.

Γνωρίζοντας καλά αυτή την κατάσταση των πραγμάτων, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είπε (μάλλον ειλικρινά) ότι απλώς ζητούσε κάποιες παραχωρήσεις από τους Ισραηλινούς, παραχωρήσεις που θα βελτίωναν τις συνθήκες για τους Παλαιστίνιους. Το σχόλιό του αυτό αντανακλά το βαθύτερο γεγονός ότι η αντίθεση μεταξύ της Χαμάς και της Φατάχ δεν αποτελεί πλέον το επίκεντρο των ενδοπαλαιστινιακών διχασμών, οι οποίοι έχουν επιδεινωθεί σε σημείον ώστε ακόμη και το μέλλον της Παλαιστινιακής Αρχής στη Δυτική Όχθη βυθίζεται σε αβεβαιότητα. Έτσι, οι Σαουδάραβες επέστρεψαν στη διαχείριση του παλαιστινιακού ζητήματος μετά από μια συνεχή διακοπή 16 ετών (διακοπή η οποία ξεκίνησε μετά την αποτυχημένη προσπάθειά τους να μεσολαβήσουν μεταξύ της Χαμάς και της Φατάχ τον Φεβρουάριο του 2007). Έκτοτε, οι ισραηλοπαλαιστινιακές διαπραγματεύσεις είχαν σημειώσει ελαχίστη πρόοδο, κυρίως λόγω της μάχης εξουσίας μεταξύ των δύο παλαιστινιακών ομάδων, ενώ ο γέροντας Μαχμούντ Αμπάς δεν έπαυσε συκοφαντούμενος από την Χαμάς ως πράκτορας των Σιωνιστών.

Εν τω μεταξύ, το Ριάντ είχε αναλωθεί με άλλα κρίσιμα ζητήματα όπως η περιφερειακή αστάθεια που δημιουργήθηκε από τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011, η τζιχαντιστική απειλή (ειδικότερα από το Ισλαμικό Κράτος), η άνοδος της Μουσουλμανικής Αδελφότητος (κυρίως στην Αίγυπτο), ο πάγιος ιρανικός επεκτατισμός, αλλά και οι συνεχείς προσπάθειες της Τουρκίας να αποκαταστήσει την επιρροή της στον αραβικό κόσμο. Πολλά από αυτά τα ζητήματα δεν ήσαν τόσο πιεστικά όσο κάποτε, όμως η απειλή που παριστά το Ιράν, (με το οποίο οι Σαουδάραβες συμφώνησαν επίσης να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους), παραμένει το βασικό μέλημα του Ριάντ.

Συγκεκριμένα, η ιρανική απειλή είναι ένα από τα κύρια κίνητρα πίσω από μιαν ενδεχόμενη συμφωνία Σαουδαραβίας-Ισραήλ. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ του 2020, (οι οποίες οδήγησαν αρκετούς από τους Άραβες συμμάχους της Σαουδικής Αραβίας να ομαλοποιήσουν τις σχέσεις με το Ισραήλ), δεν θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να πραγματοποιηθούν χωρίς την έγκριση της Σαουδικής Αραβίας. Οι συμφωνίες θεωρήθηκαν στην πραγματικότητα ως πρόδρομος – πρόλογος μιας ενδεχόμενης συμφωνίας Σαουδαραβίας-Ισραήλ. Όμως σε αντίθεση με τα άλλα αραβικά κράτη, οι Σαουδάραβες δεν μπορούν να δημιουργήσουν σχέσεις με το Ισραήλ χωρίς να αντιμετωπίσουν με κάποιο τρόπο το παλαιστινιακό ζήτημα. Αλλά συνειδητοποιούν ότι η προσπάθεια για να αποκτήσουν οι Παλαιστίνιοι έστω και περιορισμένη αυτονομία θα αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολη. Ως εκ τούτου, προσπάθησαν να καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα ελαχιστοποιούσε την ικανότητα της Χαμάς να επωφεληθεί από το αναδυόμενο χάος στη Δυτική Όχθη, χάος το οποίο σίγουρα θα εκμεταλλευόταν το Ιράν. Φευ για το Ριάντ, επήλθε η αιφνίδια ανοικτή ένοπλη σύγκρουση.

Το Ριάντ ανησυχούσε βαθύτατα και ακατάπαυστα, διότι το Ιράν και η Χαμάς έβλεπαν την εκτυλισσόμενη κατάρρευση της Παλαιστινιακής Αρχής ως ευκαιρία να επεκτείνουν την επιρροή τους πέρα από τη Λωρίδα της Γάζας στη Δυτική Όχθη. Ως εκ τούτου, ο Σαουδάραβας διάδοχος πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ήλπιζε να καταλήξει σε συμφωνία με τους Ισραηλινούς, σύμφωνα με την οποίαν η Δυτική Όχθη θα μπορούσε να ενισχύσει την ανθεκτικότητά του ενάντια στο ριζοσπαστικό ισλαμιστικό παλαιστινιακό κίνημα που υποστηρίζεται από την Τεχεράνη. Από τη σκοπιά της Χαμάς και του Ιράν, η σαουδαραβοϊσραηλινή διπλωματία (την οποία φαίνεται πως τορπίλισαν καίρια με τον εξελισσόμενο πόλεμο) προφανώς απείλησε τις δικές τους στρατηγικές φιλοδοξίες.

Η εκδηλωθείσα επίθεση εξυπηρετεί επίσης κι ένα άλλο βασικό συμφέρον του Ιράν. Για αρκετά χρόνια, η Τεχεράνη βρισκόταν στο στόχαστρο συνεχών κρυφών ισραηλινών μυστικών επιχειρήσεων με στόχο Ιρανούς πυρηνικούς επιστήμονες και πυρηνικές εγκαταστάσεις. Επιπλέον, το Ιράν υπέστη άλλο ένα τεράστιο πλήγμα τον Ιανουάριο του 2020, όταν μια επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος των ΗΠΑ εφόνευσε τον υποστράτηγο Κασέμ Σουλεϊμανί, τον διοικητή της «Δύναμης Κουντς», δηλαδή του υπερπόντιου τμήματος επιχειρήσεων του «Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης». Ο Σουλεϊμανί επί δεκαετίες οικοδομούσε προσεκτικά ένα άρτιο δίκτυο «στρατηγικών πληρεξουσίων» του Ιράν σε όλο τον αραβικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Χαμάς και της Παλαιστινιακής Ισλαμικής Τζιχάντ. Η δολοφονία του, μαζί με τις ισραηλινές επιθέσεις και την υποκινούμενη σοβαρή εσωτερική πολιτική και οικονομική αναταραχή στο Ιράν, απείλησαν σοβαρά την αξιοπιστία της Τεχεράνης μέσα στο ίδιο το δικό της στρατηγικό «οικοσύστημα».

Οι Ιρανοί επομένως είχαν επιτακτική ανάγκη να αντιστρέψουν την αντίληψη πως το επαναστατικό καθεστώς βρισκόταν σε παρακμή. Από αυτή την άποψη η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου μπορεί να τους προσέδωσε κάποιο βαθμό επιτυχίας, ήδη όμως έχει μεγάλο κόστος. Το μέγεθος της επιθέσεως της Χαμάς έχει αυξήσει τον κίνδυνο ευρυτέρας συγκρούσεως μεταξύ του Ιράν και του Ισραήλ. Από τότε που το επαναστικό ιρανικό καθεστώς ίδρυσε τον πρώτο του πληρεξούσιο – αντιπρόσωπο, την Χεζμπολάχ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σαφέστατα οι Ισραηλινοί και οι Ιρανοί έχουν εμπλακεί σε μια μακροχρόνια έμμεση σύγκρουση. στους πολυποίκιλους χώρους μάχης τρίτων, στον Λίβανο, στη Γάζα, στη Συρία και στο Ιράκ.

Το Ιράν χειραγώγησε όσο καλύτερα μπορούσε τις ενδοαραβικές και αραβο-ισραηλινές συγκρούσεις, καθώς και αυτές που εμπλέκουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να τεθεί ως ηγέτης του λεγομένου «Άξονος Αντιστάσεως». Για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η στρατηγική της Τεχεράνης της επέτρεψε να αποφύγει την άμεση σύγκρουση με το Ισραήλ. Με εξαίρεση τις περιστασιακές μυστικές επιχειρήσεις που στοχεύουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το Ισραήλ έως τώρα έχει επικεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό στα πλήγματα κατά των στρατηγικών πληρεξουσίων της Τεχεράνης.

Αλλά, μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, αυτό μπορεί να μην είναι πλέον δυνατόν, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η τεράστια αποτυχία των δικτύων πληροφοριών. Το Ισραήλ δεν μπορεί πλέον να είναι βέβαιο ότι η έως τούδε στρατηγική του θα είναι αρκετή για να ελέγξει τους ιρανούς πληρεξούσιους στη Μεσανατολή, όπου το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη Χεζμπολάχ και άλλες φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές, οι οποίες αποτελούν πολύ μεγαλύτερη απειλή από τη Χαμάς. Ακόμη και τώρα, καθώς κινείται προς μια μεγάλη χερσαία επίθεση στη Γάζα, τμήματα της οποίας μπορεί να ξανακαταλάβει, το Ισραήλ ανησυχεί βαθιά για το άνοιγμα ενός δεύτερου μετώπου κατά της Χεζμπολάχ.

Συνεπεία τούτου, ο ΓΕΕΘΑ των ΗΠΑ, στρατηγός Τσαρλς Κουίντον Μπράουν ο «νεότερος», είπε εμφατικά: «Δεν θέλουμε να διανοιγεί αυτό και η ιδέα είναι το Ιράν να λάβει αυτό το μήνυμα δυνατά και ξεκάθαρα». Εν τω μεταξύ, το Πεντάγωνο εξετάζει εάν το αεροπλανοφόρο Dwight D. Eisenhower με τη συνοδό του ομάδα κρούσεως θα αντικαταστήσει το ανάλογό του Gerald R. Ford, το οποίο έχει ήδη αναπτυχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο, ή αν θα κρατήσει και τις δύο ομάδες κρούσεως στην περιοχή. Η Ουάσιγκτον υποθέτει ότι το Ιράν σχεδιάζει να ενεργοποιήσει τη Χεζμπολάχ και άλλες φίλιες δυνάμεις του μέσα στη Συρία για να διακόψει την ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα. Είναι πράγματι απίθανο το Ιράν και η Χεζμπολάχ να βοήθησαν τη Χαμάς στην επίθεση μόνο και μόνο για να την αφήσουν να αντιμετωπίσει μόνη της την επικείμενη καταστροφική απάντηση του Ισραήλ.

Η κλίμακα της επιθέσεως της Χαμάς έχει ανατρέψει την παλαιά ισραηλινή στρατηγική αντιμετωπίσεως των πυραυλικών πληγμάτων από τη Γάζα μέσω περιοδικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, (οι οποίες περιέλαβαν και τέσσερις πολέμους από το 2008). Ακόμη η Χαμάς ως διαχειριστής έχει επιδείξει σημαντική και προσοδοφόρα απόδοση στο εμπόριο, οπότε οι Ισραηλινοί επ ουδενί λόγω μπορούν να της επιτρέψουν να αξιοποιήσει τα κέρδη της αναπτυξιακά και στρατιωτικά. Η άλλη προτεραιότητά τους είναι να σώσουν τους ομήρους που συνέλαβε η Χαμάς. Συνεπώς η εξουδετέρωση της Χαμάς πιθανότατα θα περιλαμβάνει μια πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση από όσες έχουμε δει στο παρελθόν. Η αντεπίθεση με ουσιώδη στόχο την αλλαγή καθεστώτος στη Γάζα πιθανότατα θα οδηγήσει και σε μεγάλης κλίμακας απώλεια ζωών Παλαιστινίων, αποσταθεροποιώντας την περιοχή.

Ένα τέτοιο αποτέλεσμα μπορεί πιθανότατα να δημιουργήσει τις συνθήκες που επιδιώκει το Ιράν το οποίο θα τις εκμεταλλευθεί στο μέγιστο. Το Ιράν, η Χαμάς και η Χεζμπολάχ προφανώς έχουν προπαρασκευασθεί με μεγάλη λεπτομέρεια, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη και τις εσωτερικές πολιτικές τριβές του Ισραήλ. Επιδιώκουν να αντεπιτεθούν μαζικά οι Ισραηλινοί, ώστε έτσι να πυροδοτήσουν μια μεγάλη διεθνή κρίση, η οποία θα μπορούσε να τους επιτρέψει να προχωρήσουν στις επιδιώξεις τους. Το Ισραήλ πιθανότατα θα καταφέρει να ακρωτηριάσει τις επιθετικές δυνατότητες της Χαμάς και να κατακερματίσει την δύναμή της, αλλά με την διαδικασία επιβολής του θα επιδεινώσει περαιτέρω το Παλαιστινιακό ζήτημα. Επίσης, το Ισραήλ δεν έχει διαθέσιμες ισχυρές λύσεις για την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της απειλής από το Ιράν και από τον «αστερισμό» των πολιτοφυλακών των ιρανικών στρατηγικών αντιπροσώπων, οι οποίες διατάσσονται κατά μήκος ενός νοητού τόξου στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ.

του Αθανασίου Κωνσταντίνου

tweet
Insta
Tiktok