Η ΑΓΚΥΡΑ ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΤΗΣ ΒΑΘΟΣ ΣΤΗΝ ΛΙΒΥΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Η στενή σχέση της κυβέρνησης της Λιβύης (η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς και ελέγχει το κεντρικό και δυτικό τμήμα της χώρας) με την Τουρκία είναι γνωστή, έχουμε αναφερθεί στον ιστότοπο μας εκτενώς με αναλύσεις στο πρόσφατο παρελθόν (βλ. ανάρτηση Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΩΣ ΜΕΡΟΣ ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ). Η σχέση αυτή έχει αναπτυχθεί με στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές συμφωνίες συνεργασίας, η πλέον σημαντική εξ αυτών που πλήττει ευθέως τα συμφέροντα της Ελλάδας είναι η συμφωνία περί ΑΟΖ.

Η πιο πρόσφατη συμφωνία, που παρά τις διαψεύσεις από Λίβυους αξιωματούχους φαίνεται να ισχύει, αφορά την εκμίσθωση για 99 χρόνια του λιμανιού Al Khoms, ανατολικά της Τρίπολης, στο τουρκικό πολεμικό ναυτικό. Ούτως η Άγκυρα έχοντας ήδη στρατιωτική παρουσία στα αεροδρόμια Al Watiya και Mitiga καθώς στα λιμάνια Zwara και Misrata, αποκτά πρόσβαση στο Al Khoms όπου πιθανώς θα μεταφερθούν δραστηριότητες από τo Misrata.

Με το σύνολο αυτών των εγκαταστάσεων η Άγκυρα μπορεί να εξυπηρετεί μονάδες του πολεμικού της ναυτικού και της πολεμικής της αεροπορίας (κυρίως μη επανδρωμένων αεροσκαφών) στο Λιβυκό και Κρητικό Πέλαγος, αμφισβητώντας ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο πλαίσιο του δόγματος «Γαλάζια Πατρίδα». Τα λιμάνια Zwara, Misrata και Al Khoms θα δώσουν στην Τουρκία πρόσβαση στην άνω των 1.000 μιλίων ακτογραμμή της Λιβύης κατά μήκος της Μεσογείου, ενισχύοντας την κυριαρχία της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Τουρκία και η Λιβύη έχουν μακρά ιστορία που χρονολογείται από την οθωμανική εποχή. Το 1974, η Λιβύη ήταν από τις λίγες χώρες που υποστήριξαν την τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο. Στην δεκαετία του 1980 και του 1990, η Λιβύη ήταν μια προσοδοφόρα αγορά για τις τουρκικές επιχειρήσεις, ειδικά στους τομείς των κατασκευών και της ενέργειας. Εξαιτίας αυτού, η Άγκυρα έβλεπε την Τρίπολη ως βασικό εταίρο στη Βόρεια Αφρική. Η Λιβύη έφτασε να θεωρείται ζωτικό συμφέρον εξωτερικής πολιτικής στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Στο βιβλίο του «Στρατηγικό Βάθος», ο πρώην υπουργός Εξωτερικών (2009-2014) και πρωθυπουργός (2014-2016) Αχμέτ Νταβούτογλου τοποθέτησε την Λιβύη στο άκρο της κοντινής εξωτερικής λεκάνης της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι η Λιβύη θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο των γεωπολιτικών στρατηγικών υπολογισμών της Άγκυρας, μαζί με τις κοντινές χερσαίες και κοντινές θαλάσσιες περιοχές της. Σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, εάν η Τουρκία αποξενωθεί από το εγγύς εξωτερικό της, για παράδειγμα, εστιάζοντας υπερβολικά στην Ευρώπη, δεν θα έχανε μόνο τους κοινούς ιστορικούς, πολιτιστικούς και θρησκευτικούς δεσμούς της, αλλά και το στρατηγικό βάθος και την γεωπολιτική προβολή της. Κατά συνέπεια, η Άγκυρα αύξησε τη δέσμευσή της με την Λιβύη την δεκαετία 2000 κατά την διάρκεια της θητείας του Νταβούτογλου ως επικεφαλής συμβούλου του πρωθυπουργού Ερντογάν μέσω του εμπορίου και της προσφοράς μιας συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης (Νοέμβριος 2010). Αυτές οι εξελίξεις σήμαιναν ότι η Τουρκία δεν ευνοούσε αρχικά την ανατροπή του Καντάφι το 2011.

Ωστόσο, η Άγκυρα συμμετείχε στην επιχείρηση του ΝΑΤΟ για την ανατροπή του Καντάφι και παρείχε πολιτική υποστήριξη στο Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο, εν μέρει λόγω της πίεσης των ΗΠΑ. Η Τουρκία αύξησε σταδιακά την υποστήριξή της προς τις επαναστατικές και ισλαμιστικές ένοπλες φατρίες στην Τρίπολη στην αρχή του δεύτερου εμφυλίου πολέμου της Λιβύης (2014), ένοπλες φατρίες οι οποίες «ενώθηκαν» υπό την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) εναντίον του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) του στρατηγού Khalifa Haftar. Με την υποστήριξή της προς την GNA, που αναγνωρίζεται από την Δύση, η Άγκυρα επεδίωξε να επεκτείνει το στρατηγικό της βάθος στην Βόρεια Αφρική και Ανατολική Μεσόγειο με βάση την άποψή της για την Λιβύη ως «απαραίτητη στο εγγύς εξωτερικό», ειδικά μετά την ευκαιρία που προσέφερε η νατοϊκή επέμβαση το 2011.

Την προαναφερθείσα άποψη του Νταβούτογλου για την γεωπολιτική σημασία της Λιβύης συμμερίζεται ευρέως το κόμμα ΑΚΡ του Ερντογάν, συμπεριλαμβανομένων των ευρασιατικών στελεχών του τουρκικού ναυτικού, καθώς και των αριστερών και ακροδεξιών εθνικιστών. Παράλληλα με την Άγκυρα που αντιστρέφει την κεμαλικής έμπνευσης επιδίωξη για ένα status quo μετά την συμφωνία της Λωζάνης, ορισμένες από τις ελίτ της Τουρκίας έχουν αναβιώσει την ιδέα ότι στην δεκαετία του 1920 οι δυτικές δυνάμεις περιόρισαν την Τουρκία στην ηπειρωτική χώρα της Ανατολίας. Με άλλα λόγια, μια γεωπολιτική στροφή μακριά από την Ευρώπη εκτελείται παράλληλα με την αναβίωση ενός (αντιληπτού για τους Τούρκους) ιστορικού παραπόνου. Η Άγκυρα βλέπει την Λιβύη ως το κλειδί για την εξασφάλιση της θέσης της στο «μεγάλο παιχνίδι» της γεωοικονομίας της ανατολικής Μεσογείου μεταξύ Αιγύπτου, Ισραήλ και Ελλάδας, το οποίο επικεντρώνεται στην εξερεύνηση φυσικού αερίου και την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων.

Εν συντομία, η Λιβύη αντιπροσωπεύει για την Άγκυρα ένα σημαντικό σημείο προβολής της τουρκικής επιρροής στην βόρεια Αφρική, όσο και ένα σημείο προβολής ισχύος στην Μεσόγειο για να επαναβεβαιώσει τις εδαφικές διεκδικήσεις της που απορρέουν από το δόγμα «Γαλάζια Πατρίδα». Αυτή η λογική έγινε εμφανής από την κοινοβουλευτική συνεδρίαση που συζητούσε το νομοσχέδιο συνεργασίας με την Λιβύη τον Ιανουάριο του 2020, όταν ο αναπληρωτής πρόεδρος του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP), Erkan Akçay, υποστήριξε ότι: «Η Ανατολική Μεσόγειος είναι μία από τις σημαντικές γεωπολιτικές περιοχές και οι περιφερειακές εξελίξεις υποχρέωσαν την Τουρκία να γίνει πιο ισχυρή σε αυτόν τον τομέα… Με αυτό το νομοσχέδιο υπερασπιζόμαστε την Γαλάζια Πατρίδα μας στην Μεσόγειο, διασφαλίζουμε τα συμφέροντά μας και συμβάλλουμε στην σταθερότητα της αδελφής χώρας Λιβύης και στην περιφερειακή ειρήνη». Είναι προφανές ότι ο κύριος στόχος της Άγκυρας στην Λιβύη είναι να αυξήσει το στρατηγικό της βάθος αξιοποιώντας την θέση της χώρας στην Μεσόγειο, να διασφαλίσει τα γεωοικονομικά της συμφέροντα και να χρησιμοποιήσει την παρουσία της στην Λιβύη για να προβάλει επιρροή στην Ζώνη Σαχέλ, θυμίζουμε ότι η Άγκυρα τάχθηκε αναφανδόν υπέρ των ρωσόφιλων πραξικοπηματιών στα πρόσφατα γεγονότα στον Νίγηρα.

Η παρεμβατική πολιτική της Άγκυρας στην Λιβύη είναι συστηματική και διακρίνεται για την γεωπολιτική διεισδυτικότητα της. Αρχικά, η Άγκυρα χρησιμοποίησε κυρίως μια ποικιλία κοινωνικο-θρησκευτικών δικτύων για να ασκήσει επιρροή. Για παράδειγμα, μεταξύ 2011 και 2014, το κυβερνών ΑΚΡ δημιούργησε διασυνδέσεις με μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας της Λιβύης, παράλληλα με το Κατάρ. Ενώ η δέσμευση του Κατάρ υποχώρησε μετά το 2014, ο κόμβος των δικτύων της Λιβυκής Μουσουλμανικής Αδελφότητας μεταφέρθηκε σταδιακά στην Τουρκία. Επιπλέον, η φυλή Karaghla (Köroğlu) των περίπου 1,3 εκατομμυρίων που είναι συγκεντρωμένη στην περιοχή Μισράτα προσέφερε στην Άγκυρα άλλα δίκτυα επιρροής (οι Karaghla είναι απόγονοι μικτών γάμων μεταξύ Οθωμανών γενίτσαρων και γηγενών Λιβύων). Αυτή η φυλή είχε συμβάλει στην διευκόλυνση της δημιουργίας διμερών επιχειρηματικών δικτύων που συνδέουν την Τουρκία με την Μισράτα και την εμπορική ελίτ της Τρίπολης από την δεκαετία του 1980. Χρησίμευσε επίσης ως πλατφόρμα για πολιτική επιρροή μετά το 2011.

Η Τουρκία ενεπλάκη στρατιωτικά στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης μόλις στις αρχές του 2014 «συμβάλλοντας» σε μια διεθνή προσπάθεια, η οποία περιελάμβανε επίσης τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιταλία, για να σχηματίσουν μια «Δύναμη Γενικού Σκοπού» για την υποστήριξη του Γενικού Εθνικού Κογκρέσου (GNC). Αυτή η πρωτοβουλία απέτυχε την ίδια χρονιά. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία συνέχισε να υποστηρίζει ορισμένες φατρίες ευθυγραμμισμένες με το GNC, ισλαμιστικές-τζιχαντιστικές ομάδες και φατρίες κατά του Haftar στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας μεταξύ του GNC και της τουρκικής κυβέρνησης που υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 2014. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, η Άγκυρα εκπαίδευσε ένα αρχικό απόσπασμα λιβυκών στρατευμάτων (το 12ο τάγμα πεζικού) στην Τουρκία τον Μάρτιο του 2014. Μεταξύ 2014 και αρχών 2019, η Άγκυρα συνέχισε να παρέχει εκπαίδευση στην Τουρκία για περίπου 3.000 λιβυκές δυνάμεις, ενώ επίσης μετέφερε κρυφά όπλα και πυρομαχικά στην Τρίπολη χωρίς να παρεμβαίνει αρχικά στην συνολική διοίκηση. Μόνο το δεύτερο εξάμηνο του 2019 η Τουρκία καθιέρωσε μεγαλύτερη διοίκηση και έλεγχο στις δυνάμεις του GNA, αυτό έγινε μετά την επίθεση του LNA (Χαφτάρ) εναντίον της Τρίπολης. Αυτή η επίθεση αποτελούσε υπαρξιακή απειλή όχι μόνο για την GNA αλλά και για τους στρατηγικούς στόχους της Τουρκίας στην Λιβύη. Δεν ήταν έκπληξη, επομένως, το γεγονός ότι η Τουρκία ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα της GNA για στρατιωτική βοήθεια το 2019.

Η πλήρης απόσυρση των ΗΠΑ από την Λιβύη τον Απρίλιο του 2019 διευκόλυνε επίσης μεγαλύτερη τουρκική παρέμβαση, ενώ η ευκαιρία να χτυπήσει τις φιλοδοξίες της Ρωσίας και των Εμιράτων ήταν ένα πιθανό πρόσθετο πλεονέκτημα εκείνη την εποχή για τους Τούρκους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Τέλος, η GNA ήταν σε θέση να πληρώσει για το κόστος των τουρκικών στρατιωτικών υπηρεσιών μέσω των εσόδων της από το πετρέλαιο, γεγονός που κατέστησε την παρέμβαση μια σαφή win-win κατάσταση από ρεαλιστική άποψη. Η Τουρκία υπέγραψε μνημόνιο κατανόησης (MoU) με την GNA για να νομιμοποιήσει και να οργανώσει την παρέμβασή της στα τέλη Νοεμβρίου 2019, το οποίο επικεντρώθηκε στην ασφάλεια και την στρατιωτική συνεργασία. Στην συνέχεια, υψηλόβαθμοι Τούρκοι αξιωματούχοι ανέλαβαν την διοίκηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή της Τρίπολης μέσω του σχηματισμού ενός Κοινού Κέντρου Διοίκησης. Μόνο τότε η στρατηγική της Τουρκίας μετατοπίστηκε από την έμμεση υποστήριξη στην άμεση στρατιωτική βοήθεια μέσω της ανάπτυξης τουρκικού στρατιωτικού προσωπικού, σύγχρονων οπλικών συστημάτων και Σύριων μισθοφόρων-τζιχαντιστών που είχαν αναγκαστεί να αποχωρήσουν από την Συρία λόγω της ρωσικής εμπλοκής. Σύμφωνα με το Μνημόνιο, η Τουρκία εδραίωσε την στρατιωτική της παρουσία στην Τρίπολη, δημιουργώντας διάφορα κέντρα επιχειρήσεων, παρέχοντας υλική και τεχνική υποστήριξη στις δυνάμεις που ευθυγραμμίζονται με την GNA και αναδιαρθρώνοντας αυτές τις δυνάμεις για να ανταποκριθούν πιο αποτελεσματικά στις επιθέσεις του LNA.

Η τουρκική ανάπτυξη στην περιοχή της Τρίπολης περιελάμβανε μερικές εκατοντάδες Τούρκους στρατιωτικούς, οπλισμένα συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar-TB2, συστήματα αεράμυνας μεσαίου βεληνεκούς HAWKS MIM-23 και KORKUT χαμηλού υψομέτρου/ μικρού βεληνεκούς, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου MILKAR-3A3, διάφορες πλατφόρμες τεθωρακισμένων οχημάτων, οβιδοβόλα T-155 FIRTINA και BORAN και τακτικούς πυραύλους TRG-300 TIGER. Επιπλέον, η Άγκυρα παράταξε μεταξύ 2.000 και 8.000 Σύριους μισθοφόρους για να συμπληρώσει τις δυνάμεις του GNA. Η στρατηγική της Άγκυρας βασιζόταν στην υπόθεση ότι η επίτευξη στρατιωτικής υπεροχής στην περιοχή της Τρίπολης θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιβίωση της GNA και να την διατηρήσει ως εταίρο στην επιδίωξη των τουρκικών συμφερόντων. Η παρέμβαση της Τουρκίας το 2019-2020 έστρεψε την παλίρροια του πολέμου υπέρ της GNA αντιστρέφοντας την επίθεση του LNA τον Ιούνιο του 2020. Έκτοτε, η Τουρκία προσπάθησε να θεσμοθετήσει την στρατιωτική συνεργασία της με την GNA και την επέκτεινε για να συμπεριλάβει το Κατάρ (Αύγουστος 2020). Για παράδειγμα, ο τουρκικός στρατός ξεκίνησε μια μακροχρόνια εκπαιδευτική αποστολή στο νεόκτιστο Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατού Omar Mukhtar στην Tajura, 23 χλμ ανατολικά της Τρίπολης (θυμίζουμε ότι οι Οθωμανοί είχαν εγκαταστήσει βάση στην Tajura το 1531). Η Άγκυρα κατασκεύασε επίσης μια ναυτική βάση στην Μισράτα και μια αεροπορική βάση στην Αλ Βατίγια αφού μεσολάβησε για μια τριμερή συμφωνία μεταξύ Ντόχα και Τρίπολης για στρατιωτική συνεργασία στα μέσα του 2020. Αυτές οι εγκαταστάσεις θέτουν την τουρκική προβολή στρατιωτικής ισχύος στην βόρεια Αφρική σε μόνιμη βάση. Παρά το γεγονός ότι πλαισιώθηκαν ως μια μορφή μεταρρύθμισης του τομέα της ασφάλειας, τα προγράμματα εκπαίδευσης και εξοπλισμού της Τουρκίας έχουν επικεντρωθεί στην εδραίωση των υφιστάμενων σχέσεων της Άγκυρας με τις τοπικές ελίτ και τις πολιτοφυλακές των φατριών και όχι στην βελτίωση της παροχής ασφάλειας, της διαχείρισης ή της εποπτείας. Σε αντάλλαγμα, και επιπλέον της πληρωμής για την στρατιωτική βοήθεια, η GNA αποδέχθηκε την πρόταση θαλάσσιας οριοθέτησης (ΑΟΖ) με την Τουρκία τον Νοέμβριο 2019 (μια συμφωνία σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη του 2010 με τον Καντάφι).

Η συμφωνία επιχειρεί να επεκτείνει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της Τουρκίας από 41.000 σε 148.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα στην Μεσόγειο και εξουσιοδοτεί τα δύο συμβαλλόμενα μέρη να συνεργαστούν για την εκμετάλλευση των πόρων. Συνολικά, η θαλάσσια συμφωνία έχει ερμηνευθεί ως μια τουρκική προσπάθεια επαναχάραξης των ζωνών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην ανατολική Μεσόγειο, καθώς αγνοεί την αποκλειστική οικονομική ζώνη και τα δικαιώματα υφαλοκρηπίδας των ελληνικών νησιών στην οριοθετημένη περιοχή. Ελλάδα, Κύπρος και η Αίγυπτος κήρυξαν αμέσως την θαλάσσια συμφωνία Τουρκίας-GNA «άκυρη» με το σκεπτικό ότι παραβιάζει τα κυριαρχικά τους δικαιώματα ως τρίτα κράτη και δεν συμμορφώνεται με το δίκαιο της θάλασσας. Σε απάντηση, η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης με την Αίγυπτο τον Αύγουστο του 2020. Όταν η Τουρκία ξεκίνησε γεωτρήσεις στις εν λόγω περιοχές, η ΕΕ επέβαλε κυρώσεις σε ορισμένους Τούρκους αξιωματούχους, κυρώσεις που δεν έχουν κανένα επί του πρακτέου αποτέλεσμα.

Αποτελέσματα της μεθοδευμένης και μακροπρόθεσμης τουρκικής επέμβασης στην Λιβύη: Η στρατιωτική στήριξη της Τουρκίας και της Ρωσίας/ΗΑΕ/Αιγύπτου προς την GNA και τον LNA αντισταθμίζονται σε μεγάλο βαθμό η μία από την άλλη, αντίστοιχα. Το αδιέξοδο που προέκυψε στο πεδίο της μάχης διευκόλυνε την επανέναρξη της διαδικασίας του Φόρουμ Πολιτικού Διαλόγου της Λιβύης (LPDF) υπό την ηγεσία του ΟΗΕ στα μέσα Νοεμβρίου 2020. Τοποθετώντας τον εαυτό της ως παράγοντα που προστατεύει το αναγνωρισμένο από τον ΟΗΕ μέρος της σύγκρουσης, δηλαδή την GNA, η Άγκυρα όχι μόνο ακολούθησε την πορεία που χάραξε με το δόγμα «Γαλάζια Πατρίδα», αλλά και εξανάγκασε έξυπνα την διεθνή κοινότητα να διευκολύνει de facto τα κέρδη της στην Λιβύη. Επιπλέον, μια πιθανή πολιτική συμφωνία για το μέλλον της Λιβύης υπό τις παρούσες συνθήκες εξασφαλίζει και νομιμοποιεί μια ισχυρή θέση για την Τουρκία χωρίς να χρειάζεται να υπονομεύσει μια μακροπρόθεσμη ρωσική παρουσία στην ανατολική Λιβύη, πρακτικά η χώρα παραμένει χωρισμένη σε δύο μεγάλα στρατόπεδα με win-win προοπτικές (όπως αρέσκεται να λέει ο Ερντογάν) τόσο για την Τουρκία όσο και για την Ρωσία.

Η Τουρκία γνωρίζει ότι αν θέλει να παγιώσει τον ρόλο της στην Λιβύη θα πρέπει να έρθει σε συνδιαλλαγή με την Ρωσία που υποστηρίζει τον στρατηγό Χαφτάρ. Οι συζητήσεις μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, με τους δυο παίκτες να βγαίνουν κερδισμένοι από το γεωστρατηγικό παίγνιο της Λιβύης, όπως εξ άλλου έγινε και στην Συρία. Στην Συρία η Άγκυρα χωρίς να έρθει σε σύγκρουση με την Μόσχα, που είναι σύμμαχος της Δαμασκού, κατάφερε να επιτύχει τον κύριο στρατηγικό της στόχο που ήταν η εξουδετέρωση εν τη γενέσει ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Στην Λιβύη μπορεί να πετύχει, πέραν των άλλων, την κατοχύρωση συμφερόντων εις βάρος της χώρας μας. Η Ελλάδα τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από τις εξελίξεις, αναμασώντας τα περί «διεθνούς δικαίου» και με προφανή τάση υποχωρητικότητας. Είναι βέβαιο ότι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το ζήτημα της Λιβύης, στο οποίο δεν θα παραβρίσκεται η Ελλάδα, οι συμμετέχοντες δεν θα συζητήσουν για το «διεθνές δίκαιο», αλλά στυγνά για τα συμφέροντα των χωρών τους. Όποιος νομίζει ότι τα ελληνικά συμφέροντα θα εκπροσωπηθούν από την Γαλλία, την Ιταλία, το ΝΑΤΟ ή την Αίγυπτο πλανάται πλάνη οικτρά.

του Γεωργίου Λιναρδή

tweet
Insta
Tiktok