Oἱ ῞Ελληνες εἴμεθα “῎Εθνος ἀνάδελφον “

” ῎Ηδη ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Προεδρικῆς του θητείας, καὶ συγκεκριμένως κατὰ τὴν διάρκειαν ἐπισκέψεώς του εἰς στρατιωτικὰς μονάδας κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα 1985, ὁ Χρῆστος Α. Σαρτζετάκης ἐπεσήμανε, παρουσίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ᾽Ανδρέα Παπανδρέου, εἰς δημοσίας πρὸς τὴν κρατικὴ τηλεόρασι δηλώσεις του τὴν ψηλαφητὴ ἀλήθεια, ὅτι ἐμεῖς οἱ ῞Ελληνες εἴμεθα «῎Εθνος ἀνάδελφον», ἀφοῦ συγγενικά μας ἔθνη δὲν ὑπάρχουν· κατ᾽ ἀντίθεσι πρὸς ἄλλους λαούς, ποὺ δὲν εἶναι μόνοι, ἀλλὰ διαθέτουν συγγενεῖς, ὅπως οἱ σλαβικοὶ λαοί, οἱ ἀραβικοί, οἱ ἀγγλοσάξωνες, οἱ λατινογενεῖς λαοί, κλπ.

῾Η ἐπισήμανσις αὐτὴ ἔγινε εἰς τὸ πλαίσιον μερίμνης γιὰ τὴν μεγαλύτερη ἐνεργοποίησι τῶν ἐθνικῶν μας δυνάμεων, ὅταν ὅλοι συνειδητοποιήσουμε τὶς συνέπειες τῆς ἀνωτέρω ἀληθείας. ᾽Αφοῦ, στερούμενοι συγγενῶν, δὲν ἔχουμε νὰ περιμένουμε σὲ κρίσιμες περιστάσεις τίποτε καὶ ἀπὸ κανένα καὶ θὰ πρέπει γι᾽ αὐτό, νὰ βασιζώμεθα πολλὲς φορὲς εἰς τὶς ἰδικές μας καὶ μόνον δυνάμεις, δεδομένου ὅτι οἱ ξένοι φροντίζουν, ὅπως εἶναι φυσικόν, γιὰ τὰ ἰδικά τους καὶ μόνον ὁ καθένας συμφέροντα.

῾Η ψηλαφητὴ καὶ ἀκαταμάχητη αὐτὴ ἀλήθεια βρῆκε τότε λυσσώδη ἀποδοκιμασία ἀπὸ πολλὲς πλευρές. Πρῶτον, ἀπὸ τοὺς κύκλους ἐκείνων, ποὺ εἶχαν ἀντιδράσει εἰς τὴν ἐκλογὴ τοῦ Χρήστου Σαρτζετάκη ὡς Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ τὸν πολεμοῦν μέχρι τοῦ γελοίου σημείου νὰ χαλκεύουν ἐξ ὁλοκλήρου ἀνυπόστατα εἰς βάρος του μυθεύματα ἢ νὰ χλευάζουν, μὲ τὰ γραφόμενα ἀπὸ ἀνοήτους καὶ ἀμαθεῖς κονδυλοφόρους εἰς τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ ἔντυπά τους, καὶ κάθε τι ὑπ᾽ αὐτοῦ λεγόμενο ἢ πραττόμενο. Δεύτερον, ἀπὸ τοὺς ἀνερματίστους ἀπολογητὰς τῆς σταλινικῆς λογικῆς, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνήσιοι ἐκφρασταὶ τοῦ χειροτέρου πνευματικοῦ σκοταδισμοῦ, καὶ δὲν ἀνέχονται καμμιὰ ἀναφορὰ εἰς τὸ «ἔθνος» καὶ τὶς ἀδιατίμητες ἀξίες, ποὺ αὐτὸ ἐνέχει. Καὶ τρίτον, ἀπὸ τοὺς σκοτεινοὺς ἐπιβούλους, οἱ ὁποῖοι, χάριν τῶν ἰδίων των ἀνομολογήτων σκοπῶν, δρῶντες πάντοτε ἀφανῶς καὶ ὑπονομευτικῶς, μὲ συστηματικὴ ἐκμετάλλευσι τῶν παθῶν καὶ φιλοδοξιῶν καὶ τῆς ἰδιοτελείας τῶν μέν, ἢ τῆς ἀφελείας καὶ ἀμαθείας τῶν δέ, ἐπιδιώκουν σταθερῶς τὴν ψυχοπνευματικὴ ἀποσάρθρωσι τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος· καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως διέβλεψαν, ὀρθῶς, εἰς τὰς δημοσίως διακηρυσσομένας θέσεις τοῦ νέου Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τὸν κίνδυνον ἐνδυναμώσεως τοῦ γνησίου ἐθνικοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, δηλαδὴ ἀπροσδόκητον εἰς τοὺς σχεδιασμούς των ἐμπόδιον.

῞Ομως, παρὰ τὶς λυσσώδεις αὐτὲς ἀντιδράσεις, ὁ ἀφορισμός, ὅτι ἐμεῖς οἱ ῞Ελληνες «εἴμεθα ῎Εθνος ἀνάδελφον» εἶχεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τεραστίαν ἀπήχησιν καὶ καθολικὴν ἀποδοχήν. Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ᾽Ανδρέας Παπανδρέου δημοσίως τὸν ἐπεκαλέσθη, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀμέσως, ὡς ὁλοφάνερη ἀλήθεια, τὸν ἐνεστερνίσθη. Εἰσῆλθε πλέον ἔκτοτε ὁριστικῶς εἰς τὸ πολιτικόν μας λεξιλόγιον.

᾽Αλλὰ ἡ ἀντίδρασις ἐλλοχεύει. Εἶχεν ἤδη παρέλθει τριετία καὶ πλέον ἀπὸ τὴν λῆξι τῆς θητείας καὶ τὴν ἀποχώρησι ἀπὸ τὰ Προεδρικά του καθήκοντα τοῦ Χρήστου Σαρτζετάκη. Διότι ὅμως ὁ λόγος του διετηρεῖτο ζωντανὸς εἰς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν, ἐπεχειρήθη τότε, προφανῶς προγραμματισμένως, μία ψευδο-επιστημονικὴ ἀντίκρουσίς του, ἀπὸ τὴν γραφίδα συνεργάτου περιοδικοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ περιοδικοῦ ΕΛΛΟΠΙΑ , καίτοι ἐνασχολουμένου μὲ «ἐθνικὰ θέματα» ! Εἰς τὴν ”ἀντίκρουσιν” αὐτὴν ἐδόθη ἀπὸ τὸν τέως Πρόεδρον καταλυτικὴ ἀπάντησις μὲ τὴν ἀπὸ 17.2.1994 ἐπιστολήν του πρὸς τὸ περιοδικόν. ῾Η ἐπιστολὴ αὐτὴ ἐδημοσιεύθη εἰς αὐτό, ἀλλὰ τμηματικῶς, εἰς δύο συνεχείας, καὶ μὲ πληθώραν τυπογραφικῶν σφαλμάτων, ποὺ σὲ μερικὰ σημεῖα ἄλλαζαν καὶ τὴν ἔννοια τοῦ κειμένου ! Ἡ κακοποίησις αὐτὴ τοῦ κειμένου γεννᾷ πολλὰ ἐρωτηματικά, ἐν ὄψει μάλιστα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἦτο εὐανάγνωστον, ἀφοῦ εἶχε παραχωρηθῆ πρὸς δημοσίευσιν εἰς ἔντυπον δι’ ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστοῦ μορφήν, ἑπομένως καὶ κανένα τυπογραφικὸν σφάλμα δὲν ἐδικαιολογεῖτο, ἐνῷ ἐξ ἄλλου εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι οὐδέποτε εἶχε σημειωθῆ παρομοία κακοποίησις εἰς δημοσιευόμενα εἰς τὸ περιοδικὸν παντοῖα ἄλλα κείμενα ἄλλων !

Κατόπιν τούτων ἡ προκειμένη ἀπὸ 17.2.1994 ἀπάντησις τοῦ Προέδρου, ἀναιρετικὴ τῶν παντοίων ἐναντίον τοῦ «ἔθνους» ἀνοησιῶν, ἀπεστάλη πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὸ ἐκδιδόμενον τότε ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ἄρη Μωραΐτη «Περιοδικὸ γιὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ» «ΠΑΝΤΑ» καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ τὸ ὑπ᾽ ἀριθ. 5-6 τεῦχος του, Δεκεμβρίου 1994-Μαΐου 1995, σελ. 5 ἕως 17, ὑπὸ τὸν χαρακτηριστικὸν τίτλον « Ὁ κ. Χρῆστος Σαρτζετάκης ἀνατρέπει εὐρέως κυκλοφοροῦντες μύθους γύρω ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ ἔθνους ». Ἐνῷ ἐξ ἄλλου εἰς προτασσόμενον, εἰς τὴν σελ. 4, «Σημείωμά» του ὁ ἐκδότης τοῦ περιοδικοῦ, μεταξὺ ἄλλων, ἐτόνιζε : « Εἶναι πολὺ γνωστὲς στὸν ἑλληνικὸ λαὸ οἱ πλευρὲς τῆς προσωπικότητας τοῦ κ. Χρήστου Σαρτζετάκη,ποὺ ἀφοροῦν τὸν ἀκέραιο δικαστικό, τὸν ἀγωνιστὴ τῆς Δημοκρατίας καὶ τέλος τὸν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας. Νομίζουμε ὅτι μὲ τὴν δημοσίευσι αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς θὰ ἀρχίσει νὰ γίνεται γνωστὴ καὶ μία ἄλλη πτυχὴ τῆς προσωπικότητάς του : τοῦ δεινοῦ μελετητῆ ἑνὸς εὐρέος φάσματος άλληλοεμπλεκομένων ἐπιστημῶν ».

Κατωτέρω παρατίθεται τὸ κείμενον τῆς ἐν λόγῳ ἐπιστολῆς τοῦ Προέδρου, μὲ τὴν ἀκαταμάχητη ἐπιστημονικὴ θεμελίωσι τῆς καταδήλου ἀληθείας, ὅτι ὄντως εἴμεθα ῎Εθνος ἀνάδελφον. “

Νέα Πεντέλη, 17η Φεβρουαρίου 1994.

Πρὸς τὸ περιοδικὸν ΕΛΛΟΠΙΑ , Χαβρίου 3, 105 62 ᾽Αθήνας.


Κύριε Διευθυντά,

Μόλις πρὸ ἑπταημέρου γενόμενος κάτοχος, διὰ φιλοφρόνου προσφορᾶς σας (διὰ χειρὸς τοῦ κ. ᾽Αγτζίδη), παρωχημένων τευχῶν τοῦ περιοδικοῦ σας, ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρο τοῦ συνεργάτου σας κ. Θεοδώρου Ζιάκα ὑπὸ τὸν τίτλον «Εἴμαστε ἔθνος ἀνάδελφο ;» , τὸ δημοσιευθὲν εἰς τὰ τεύχη 17 (φθινοπώρου 1993), σελ.55-56, κατὰ τὸ Α’ Μέρος του, καὶ 18 (χειμῶνος 1993), σελ.62-65, κατὰ τὸ Β’ Μέρος του. ῾Η ἀρχικὴ δυσπιστία γιὰ τὴν ποιότητα τοῦ ἄρθρου, τροφοδοτηθεῖσα καὶ ἀπὸ μόνη τὴν θέσι ἐρωτηματικοῦ ἐπὶ μιᾶς καταδήλου καὶ αὐταποδείκτου ἀληθείας, μετετράπη μὲ τὴν ἀνάγνωσί του εἰς κατάπληξι, ἐμπνέουσα εὐλόγους ἀνησυχίας. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ «ΕΛΛΟΠΙΑ» , περιοδικό, ὅπως ἐπεξηγεῖται εἰς τὸν τίτλον του, «γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα» , νὰ φιλοξενῇ τέτοια κείμενα ; Τόσο προχωρημένη εἶναι ἡ ἐθνική μας διάβρωσις ;

Θὰ εἶμαι ἐκ τῶν πραγμάτων διεξοδικὸς, καὶ τοιουτοτρόπως προσιτώτερος, διὰ νὰ μὴ κουράσω τοὺς μὴ ἐνημερωμένους ἀναγνῶστες σας :

Α) ῾Ο συντάκτης τοῦ ἄρθρου ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἐπισημαίνει, ὅτι « ἡ ἄποψη, ὅτι εἴμαστε ἔθνος ἀνάδελφο διατυπώθηκε, ὅπως γνωρίζετε, ἀπὸ τὸν τέως Πρόεδρο τῆς ῾Ελληνικῆς Δημοκρατίας κ. Χ. Σαρτζετάκη » . ᾽Ορθὴ ἡ ἐπισήμανσις, κοινῶς γνωστὴ καὶ μὴ ἀμφισβητουμένη ἡ πατρότης τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἔθνους μας ὡς «ἀναδέλφου» , ἀλλὰ ἐπισήμανσις, ὑπηρετοῦσα ἐν προκειμένῳ καὶ τὸ σκοπούμενον : νὰ ξεκαθαρίσῃ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου ἐξ ἀρχῆς, πρὸς ἀποτροπὴ κάθε ἀμφιβολίας, ἐναντίον τῶν ἀπόψεων ποίου ἀνέλαβε νὰ ἐκστρατεύσῃ. ᾽Εθελόμενον, ἀποκαλυπτόμενον ἀπὸ τὰ ἐν συνεχείᾳ γραφόμενα γιὰ τὸν χαρακτηρισμό μου, ὅτι : « Κατ᾽ ἀρχὰς φάνηκε σὰν παραδοξολόγημα καὶ ἔγινε ἀφορμὴ σκωπτικῶν σχολίων »… ᾽


῾…Η ἐπίθεσις βεβαίως ἐκείνη, – ὅπως ἄλλωστε καὶ τόσες ἄλλες, ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον, ἐξαπολυόμενες ἐναντίον μου, διὰ τοὺς προεκτεθέντας λόγους, ἀποκλειστικῶς μὲ κατεσκευασμένα ἐξ ὁλοκλήρου ψευδολογήματα, – «δὲν ἔπιασε» . Πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ συνομολογεῖ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου, μὲ τὰ εὐθὺς ἐν συνεχείᾳ τῶν ἀνωτέρω διὰ τὴν ἄποψίν μου, περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ὡς ἔθνους ἀναδέλφου, λεγόμενά του, ὅτι : «Τώρα συναντᾷ μιὰ εὐρύτατη ἀποδοχή. Εἶναι κοινὸ αἴσθημα». Γι᾽ αὐτό, φαίνεται, καὶ αὐτός, ὁ συνεργάτης σας, ἀνέλαβε, νὰ τὴν ἀνατρέψῃ. Μὲ ἐπιστημονικοφανῆ καὶ σπουδαιοφανῆ, αὐτὴ τὴν φορά, ἐπίθεσι … Διότι, ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα ! ᾽Εὰν ὄντως ἐπρόκειτο περὶ ἐγχειρήματος ἐξ ἐπιστημονικῆς εὐσυνειδησίας, τὰ περὶ παραδοξολογήματος καὶ σκωπτικῶν σχολίων δὲν θὰ ἐγράφοντο. Οὔσης δεδομένης τῆς ποιότητος καὶ προελεύσεώς των, ἦσαν ἐκ φύσεως ἀπαράδεκτα εἰς μίαν στοιχειωδῶς σοβαρὰν ἐπιστημονικὴν θεώρησιν. ᾽Εκτὸς βεβαίως ἐὰν ὁ συνεργάτης σας μετεῖχε τότε ἐνεργῶς ἤ, ἐνοχλούμενος καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ πολιτικοῦ μου λόγου, συνεφώνει ψυχικῶς πρὸς τὶς ἀθλιότητες ἐκεῖνες. ᾽Αλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἐκδοχὴν αὐτήν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ ἐπιστημονικὸς μανδύας τῶν γραφομένων του καταπίπτει …

Β) Καταπίπτει ὄχι βεβαίως μόνον ἐκ τοῦ ἀνωτέρω λόγου. Διότι, κάθε ἐνήμερος τῆς σχετικῆς ἐπιστημονικῆς σκέψεως ἀναγνώστης γνωρίζει, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «ἔθνους» ἀνέκαθεν συλλαμβάνεται διττῶς : εἴτε ὡς κοινότης φυλετική, εἴτε ὡς κοινότης πολιτιστική, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὶς δύο αὐτὲς παραδοχὲς ὡς ἐχόντων τῶν μελῶν της, ἐπὶ πλέον καὶ ἀναφαιρέτως, κοινὴν ἱστορικὴν παράδοσιν καὶ κοινὲς προσδοκίες, ὁράματα, ἐπιδιώξεις. Τοιουτοτρόπως, οὐσιαστικῶς οἱ δύο ἀπόψεις δὲν διαφέρουν κατὰ πάντα, ἀλλὰ τοὐναντίον συγκοινωνοῦν ἱκανῶς μεταξύ των. Διότι ἡ κοινὴ ἱστορικὴ παράδοσις, ἡ ὁποία καὶ ἀποτελεῖ συστατικὸν στοιχεῖον τοῦ ἔθνους ὑπ᾽ ἀμφοτέρας,

π ρ ο ϋ π ο θ έ τ ε ι  κατὰ τὴν χρονικὴν ἀφετηρίαν της καὶ ἐπὶ χρόνους μακροὺς καὶ κ ο ι ν ό τ η τ α  φ υ λ ε τ ι κ ή ν .
Δι᾽ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ἡ ἄρχουσα ἐπιστημονικὴ ἄποψις διαβλέπει πλήρη τὴν ἔννοιαν τοῦ ἔθνους μόνον εἰς περίπτωσιν συνδρομῆς καὶ τῶν δύο στοιχείων, καὶ τοῦ φυλετικοῦ καὶ τοῦ πολιτιστικοῦ, εἰς κοινότητα ἔχουσαν κοινὰς ἱστορικὰς παραδόσεις καὶ κοινὰς ἐπιδιώξεις ( βλ. π.χ. André LALANDE, Vocabulaire Technique et Critique de la Philosiphie, 9η ἔκδοσις, Παρίσι, P.U.F., 1962, σελ. 665 ).
Εἶναι ἀκόμη χαρακτηριστικόν, ὅτι ἡ λέξις «ἔθνος», συντασσομένη μετὰ γενικῆς προσδιοριστικῆς, ἀπαντᾶται εἰς τοὺς ἀρχαίους ῞Ελληνας συγγραφεῖς μόνον πρὸς δήλωσιν ὁμογενῶν, τῆς αὐτῆς φυλετικῆς καταγωγῆς, καὶ μάλιστα εἴτε περὶ ἀνθρώπων (βλ. π.χ. ῾Ομήρου ᾽Ιλιάς, Μ 330, Ρ 552, ῾Ηροδότου ῾Ιστορίαι, Ι 101), εἴτε περὶ ζῴων, διότι ἡ λέξις καὶ ἐπ᾽ αὐτῶν χρησιμοποιεῖται, πρόκειται ( βλ. π.χ. ῾Ομήρου ᾽Ιλιάς, Β 87, Σοφοκλέους ᾽Αντιγόνη, 344 ). Συγκεκριμένως μάλιστα, ἀναφερόμενος εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ὁ ῾Ηρόδοτος ρητῶς λέγει (῾Ιστορίαι, VIII 144 ), ὅτι « τὸ ἑλληνικὸν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα,…» (βλ. τὸ κείμενον π.χ. εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ph. LEGRAND τῆς Collection Budé, HERODOTE, Histoires, τόμος VIII, Παρίσι 1964, σελ. 160). Εἰς δὲ τὴν λατινικήν, ἡ ἀντίστοιχος λέξις natio ἐκ τῆς ὁποίας καὶ προέρχονται οἱ δηλοῦντες τὸ «ἔθνος» ὅροι τῆς γαλλικῆς, ἀγγλικῆς καὶ ἰταλικῆς γλώσσης (nation, nazione), ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ ρῆμα nasci, τὸ ὁποῖον σημαίνει γεννῶμαι, μάλιστα δὲ ἡ αὐτὴ λέξις natio κατονομάζει, κατὰ τὶς λατινικὲς πηγές, καὶ τὴν Θεὰν τῆς γεννήσεως. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀντίληψις, περὶ κοινῆς φυλετικῆς καταγωγῆς τῶν ἀποτελούντων τὸ ἔθνος ἀτόμων παρέμεινεν οὐσιαστικῶς ἀλώβητος καὶ ὅταν, ἀργότερον, ἐξῄρετο πρωτευόντως τὸ κριτήριον τῆς πολιτιστικῆς κοινότητος, ἀκριβῶς μέσῳ τοῦ στοιχείου τῆς κοινῆς ἱστορικῆς παραδόσεως, πάντοτε καὶ ἀναφαιρέτως ἀξιουμένου, κατὰ τὰ προεκτεθέντα.

῞Ωστε, κατὰ τὰ κοινῶς παραδεδεγμένα, μόνον τὸ στοιχεῖον τῆς πολιτιστικῆς κοινότητος δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν συγκρότησι τοῦ ἔθνους. ῾Η περὶ τοῦ ἀντιθέτου διαβεβαίωσις τοῦ συνεργάτου σας, μὲ τὸν ἀφορισμό του, ὅτι, δῆθεν, « ἡ κλασσικὴ νοηματοδότηση τῆς ἐθνικότητάς μας » ὑπῆρξεν, ὅτι «῞Ελληνες εἶναι οἱ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας μετέχοντες» , βασίζεται σὲ ἐπιπολαία θεώρησι καὶ ἐντεῦθεν κραυγαλέα παρανόησι τῶν πηγῶν. Πράγματι, προεξετέθη ἤδη, ὅτι αὐτὸς ὁ πατήρ τῆς ῾Ιστορίας ῾Ηρόδοτος ρητῶς χαρακτηρίζει τὸ «ἑλληνικὸν» ὡς « ὅμαιμον ». ᾽Αλλὰ καὶ τὸ σχετικὸν κείμενον ἐκ τοῦ Πανηγυρικοῦ τοῦ ᾽Ισοκράτους ( IV 50 ), τὸ ὁποῖον ἀποπειρᾶται νὰ ἀξιοποιήσῃ ὁ ἀρθρογράφος σας, λέγει ἀκριβῶς τὰ ἑξῆς : «…καὶ τὸ τῶν ῾Ελλήνων ὄνομα πεποίηκεν μηκέτι τοῦ γένους, ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον ῞Ελληνας καλεῖσθε τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας » ( βλ. τὸ κείμενον π.χ. εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Georges MATHIEU καὶ Émile BRÉMOND τῆς Collection Budé, ISOCRATE, Discours, τόμος ΙΙ, Παρίσι, 1967, σελ.26). Δὲν λέγει, λοιπόν, ὁ ᾽Ισοκράτης, ὅτι ῞Ελληνες « εἶναι » οἱ τῆς ἡμετέρας παιδεύσεως μετέχοντες, ὅπως, κατὰ διαστροφὴν τοῦ κειμένου, διατείνεται ὁ ἀρθρογράφος σας, ἀλλὰ ὅτι αὐτοὶ « καλοῦνται » ῞Ελληνες· ἀκριβῶς ὅπως κατὰ τὴν σύγχρονον ἐποχήν – πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου φαινομένου – ἀποκαλοῦμε ἀμερικανάκια αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ εἶναι ᾽Αμερικανοί, ὁμιλοῦν τὴν γλῶσσαν των καὶ μιμοῦνται ἀμερικανικὰ πρότυπα ζωῆς. Τὸ πρᾶγμα δέ, διὰ κάθε σκεπτόμενον μελετητήν, εἶναι οὐσιωδῶς διάφορον ! Διαφορὰ, προκύπτουσα καὶ ἐκ τῆς χρήσεως προηγουμένως, εἰς τὴν αὐτὴν περίοδον τοῦ λόγου, τῶν, τονιζομένων ἀνωτέρω, λέξεων «ὄνομα» , «δοκεῖν» καὶ «μᾶλλον» . ῎Αλλωστε, ὁ ἴδιος ᾽Ισοκράτης προηγουμένως εἰς τὸν αὐτὸν λόγον του, ἀναφερόμενος εἰς τὴν πόλιν τῶν ᾽Αθηνῶν, λέγει κατὰ λέξιν, ὅτι «ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ᾽ ἐρήμην καταλαβόντες οὐδ᾽ ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ᾽ οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ᾽ ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν, αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν» ( βλ. Πανηγυρικός, IV 24, ἔνθ᾽ ἀνωτ. σελ. 20 ). Περικοπή, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ μόνη της ἀποκλείει νὰ ἀποδίδωνται εἰς τὸν ᾽Ισοκράτη τὰ ἀντίθετα τῶν ὅσων πράγματι εἶπε ! Καὶ ἀκόμη : πῶς ὁ ᾽Ισοκράτης ἠγωνίζετο διὰ τὴν ἕνωσιν ὅλων τῶν ῾Ελλήνων ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Φιλίππου Β’ τῆς Μακεδονίας, προκειμένου νὰ ἐκστρατεύσουν, ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ, ἐναντίον τῶν Περσῶν, καίτοι ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ φῦλα οἱ Μακεδόνες, ἀλλὰ καὶ οἱ Θεσσαλοί, δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὸ αὐτὸ πολιτιστικὸν ἐπίπεδον πρὸς τοὺς ᾽Αθηναίους ἢ τοὺς Λακεδαιμονίους, ἐὰν ὄντως ὡς κριτήριον τῆς ἑλληνικότητος ὑπελάμβανε μόνον τὴν πολιτιστικὴν κοινότητα ;

Νὰ ἀφίσῃ, λοιπόν, ἥσυχη ὁ συνεργάτης σας τὴν κλασσική μας πνευματικὴ κληρονομία, ἀφοῦ ἀποδεδειγμένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κατανοήσῃ. Καί, πρὸ παντός, νὰ μὴ τὴν διαστρέφῃ !…


Γ) Βεβαίως δὲν διατείνομαι, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ συνεργάτου σας περὶ τοῦ πολιτιστικοῦ κριτηρίου ὡς τοῦ ἀρκοῦντος, ἑπομένως μοναδικοῦ, στοιχείου διὰ τὴν συγκρότησι τοῦ ἔθνους, εἶναι καινοφανής. Καίτοι ὁ ἴδιος διὰ τῶν, μὲ περισσὴ ἔπαρσι, γραφομένων του ( : « ῎Αν μάλιστα εἶναι σωστὴ ἡ θέση, ποὺ ὑποστηρίζω, ὅτι…» , ΕΛΛΟΠΙΑ, τεῦχος 17, σελ. 55, στήλη β’ ) φαίνεται νὰ τὸ πιστεύῃ. Διότι ἡ θεωρία αὐτὴ καὶ γεννήτορας, διασήμους μάλιστα, ἠμπορεῖ νὰ διεκδικήσῃ, ἀλλὰ καὶ συγχρόνους ζηλωτάς ἔχει.

῎Οντως, πρόκειται, ἐν μέρει, γιὰ τὴν μαρξιστικὴ ἀντίληψι τοῦ ἔθνους, καὶ μάλιστα γιὰ τὸν ὁρισμό τοῦ ἔθνους, τὸν ὁποῖον διετύπωσεν ὁ Στάλιν εἰς τὸ γνωστό βιβλίο του «῾Ο Μαρξισμὸς καὶ τὸ ἐθνικὸ ζήτημα» , ποὺ συνέταξεν ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψι τοῦ ἰδίου τοῦ Λένιν. Λέγει, ἐπὶ λέξει, ὁ Στάλιν : « Τὸ ἔθνος εἶναι μία κοινότης … ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μὲ τὴν κοινότητα τῆς πολιτιστικῆς καλλιεργείας » ( βλ. τὸ κείμενον π.χ. γαλλιστί, εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν François CHATELET, Evel. PISIER-KOUCHNER, Jean-Marie VINCENT, Les marxistes et la politique, P.U.F., Collection Thémis, Παρίσι, 1975, σελ. 180 ἑπ., ἰδίᾳ σελ. 183 ).

Καὶ φυσικὰ ἡ ἄποψις αὐτὴ διετυπώθη ὄχι πρὸς θεραπείαν θεωρητικῶν προβληματισμῶν, ἀλλὰ πρὸς ὑπηρέτησι πρακτικῶν σκοπῶν· αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνεφάνησαν ἀκολούθως μὲ τὴν εἰδεχθῆ σταλινικὴ πρακτικὴ τῶν συστηματικῶν διώξεων διαφόρων ἐθνικῶν ὁμάδων καὶ τῆς ἐξοντώσεως ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἰσοπεδώσεως τῶν πάντων…· συμφώνως ἄλλωστε πρὸς τὴν συνταγὴ τοῦ ἰδίου Λένιν, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν ἴδιο χρόνο τοῦ ἀνωτέρω σταλινικοῦ ὁρισμοῦ (1914), ἔγραφε ( «περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοδιαθέσεως τῶν ἐθνῶν» ), ὅτι « μόνη ἡ νίκη τῆς ἐργατικῆς τάξεως θὰ ἐξαλείψῃ ἐξ ὁλοκλήρου ὅλες τὶς ἐθνικότητες » ( βλ. τὸ προμνημονευθὲν βιβλίον Les Marxistes et la politique, σελ. 178 ). ᾽Αλλ᾽ ἐπὶ τέλους ὁ Στάλιν εἰς τὸν ἀνωτέρω ὁρισμόν του, πρὶν καθορίσῃ πῶς ἐκδηλώνεται τὸ ἔθνος, διελάμβανε, περὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ, ὅτι « εἶναι μία ἀνθρωπίνη κοινότης, σταθερά, ἱστορικῶς συγκροτηθεῖσα, γεννηθεῖσα εἰς τὴν βάσιν μιᾶς κοινότητος γλώσσης, ἐδάφους, οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ ψυχικοῦ σχηματισμοῦ». Τὰ στοιχεῖα «κοινότης ἱστορικῶς συγκροτηθεῖσα» καὶ « κοινότης ψυχικοῦ σχηματισμοῦ» εἶναι ἀρκετὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ὅτι καὶ εἰς τὴν σκέψι τοῦ Στάλιν τὸ ἔθνος εἰς τὴν οὐσίαν του δὲν εἶναι μόνον πολιτιστικὴ κοινότης, ὅπως προσπαθῇ νὰ μᾶς πείσῃ ὁ συνεργάτης σας…῾Ο ὁποῖος καὶ ἐμφανίζεται ἔτσι νὰ ἔχῃ ἀρνητικώτερες γιὰ τὸ ἔθνος θέσεις ἀκόμη καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸν Στάλιν, ἀφοῦ ἀποσπασματικῶς μόνον τὸν ἀντιγράφει !…

……


Αυτά αλλά και άλλα πολλά και χρήσιμα αναφέρει ο τέως ΠτΔ Χ.Σαρτζετάκης, ένας άνθρωπος δημοκρατικών αντιλήψεων,  στην μακράν επιστολή του, για την οποία θα επανέλθουμε στο μέλλον.

ΠΗΓΗ: sartzetakis.gr

tweet
Insta
Tiktok