Η ΠΤΩΣΗ

“” Ἔτσι εἶχα ἀποφασίσει νὰ συμπεριφερθῶ, ἀξιοποιώντας τὴν πείρα ἀπὸ τὶς δυὸ προηγούμενες πτώσεις, οἱ ὁποῖες μοῦ εἶχαν στοιχίσει ἄφθονους μώλωπες, πρηξίματα, ἕνα ἄγριο σπάσιμο στὸ ἀριστερό μου χέρι στὸ ὕψος τοῦ ἀγκώνα, ἀρκετὲς ζημιὲς στὰ πλευρά, ἕνα ἐγκάρσιο σκίσιμο σὰν ἀπὸ ξυράφι στὸ ἐπάνω χεῖλος καὶ κάτι ἀφόρητους πόνους στὴ σπονδυλικὴ στήλη, ποὺ ἦταν προφανὲς πὼς πρόδιδαν τὴ μετακίνηση κάποιου ἀπὸ τοὺς μεσαίους σπονδύλους, καθὼς καὶ σοβαρὲς ὑπόνοιες γιὰ ρήξη τῆς σπλήνας, τὴν ὁποία ἔπρεπε ἐπειγόντως νὰ φροντίσω, μόλις γλίτωνα ἀπ᾿ τὸν ἐφιάλτη. Ἂν σ᾿ ὅλα αὐτὰ προσθέσω τὴν ταχυπαλμία ἐξαιτίας τοῦ σόκ, τὴ σχετικὴ δύσπνοια καὶ ἕνα σφίξιμο στὸ στομάχι, ὀφειλόμενο στὴν ἀγωνία μου, ἀφοῦ κάθε φορὰ ποὺ σκαρφάλωνα ὡς τὴν κορυφὴ τῆς σκάλας δὲν ἤξερα τί μὲ περιμένει, καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι ἡ κατάστασή μου, ἀκόμη κι ἂν δὲν μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ κρίσιμη, ἦταν σίγουρα ἀρκετὰ μπλεγμένη.

Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ πέφτοντας προσπαθοῦσα νὰ ἁρπαχτῶ ἀπὸ τὴν κουπαστὴ τῆς σκάλας, ἢ ἀπὸ διάφορα πόμολα ποὺ πρόβαλλαν στὴ διαδρομή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κάνω ἄτσαλες κινήσεις, κοινῶς νὰ ὑποβάλλω σὲ ἄχρηστες δοκιμασίες τὸ σῶμα μου, παρότι τὸ ἤξερα εὐθὺς ἐξαρχῆς πὼς ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχω πάρει ἀπόφαση: τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ μὲ σταματήσει, τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ ἀντιστρέψει τὴν πορεία τῶν πραγμάτων, τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ ἀποτρέψει τὴν ἀναπόφευκτη πτώση μου.

Ὅσο τουλάχιστον οἱ συνθῆκες παρέμεναν οἱ ἴδιες. Ὅσο δηλαδὴ κάποιος ἢ κάποιοι μὲ ἔσπρωχναν κι ἐγὼ δὲν εἶχα ἀπὸ ποὺ νὰ κρατηθῶ, ἦταν μαθηματικῶς βέβαιο πὼς θά ῾πεφτα καὶ θὰ ξανάπεφτα, ὥσπου νὰ πέσω ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα.

Τὴν τρίτη φορὰ ὅμως ἄφησα τὸν ἑαυτό μου ἐλεύθερο νὰ βυθιστεῖ, νὰ κατρακυλήσει στὸ κενό, στὸ σκοτάδι καὶ τὴν ὑγρασία ποὺ ὅσο πιὸ βαθιὰ προχωροῦσα τόσο πιὸ ἀσφυκτικὴ γινόταν, καθὼς γέμιζε ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴ μυρουδιὰ τοῦ φρέσκου πετρελαίου, ἡ ὁποία ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπέτεινε τὴ δύσπνοιά μου μοῦ δημιουργοῦσε καὶ ἕνα εἶδος ταραχῆς, σὰν κάποια ἀόρατη ἀπειλὴ νὰ κρύβεται ἐκεῖ μέσα, σὰν κάτι ἀπρόβλεπτο νὰ ἐγκυμονοῦν οἱ καταστάσεις καὶ νὰ ἔχει ἔρθει ἡ ὥρα γιὰ νὰ βγεῖ στὴν ἐπιφάνεια.

Ἔπεφτα καὶ ἦταν σὰν νὰ βυθίζομαι στὸ κενὸ ἑνὸς ὕπνου ποὺ μοιάζει μὲ λιποθυμία, σὰν νὰ ἔπινα συνέχεια γιὰ μέρες, σὰν κάποιο ἀνυπέρβλητο ἄγχος νὰ μὲ εἶχε ἐξαντλήσει ἢ νὰ εἶχα ἀγγίξει τὰ ὅρια τῆς ἀπελπισίας μου. Μὲ ἄλλα λόγια ψυχολογικὰ ἤμουν σὲ μᾶλλον ἄσχημη κατάσταση, ὅλα τὰ ἀδιέξοδά της ζωῆς μου εἶχαν ἀναδυθεῖ ἀπρόσκλητα στὴν ἐπιφάνεια καὶ ἡ κατάσταση μπερδευόταν ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ μίαν ἀκατανίκητη διάθεση νὰ οὐρήσω.

Ντρέπομαι ποὺ τὸ λέω, διότι δὲν εἶμαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ἀρέσει νὰ ἐκθέτουν τὶς ἀδυναμίες τους, ἀλλὰ τὸ ἐπεῖγον ζήτημα τῆς οὐροδόχου κύστης μου σὲ ὁρισμένες στιγμὲς μὲ ἔκανε νὰ ξεχνάω ὅλα τὰ ἄλλα. Ἀπ᾿ τὴν ἄλλη, ὅσο σκεφτόμουν ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ μὲ βροῦν στὴν κατάστασή μου, μὲ τὰ ροῦχα μου κουβάρι, γεμάτο μελανιὲς καὶ κατουρημένο ἐπιπλέον – μετὰ συγχωρήσεως – αὐτὸ μὲ ἔκανε ἔξαλλο.

Τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου ξεσηκωνόταν μέσα μου καὶ ἤμουν ἕτοιμος νὰ κάνω ὁτιδήποτε γιὰ νὰ τὸ διεκδικήσω. Ἔτσι τουλάχιστον ἔλεγα στὸν ἑαυτό μου γιὰ νὰ τὸν παρηγορήσω γιὰ τὰ χάλια του.

Μπορεῖ νὰ ὑπῆρξα ἄχρηστος σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου μου – ὅπως φροντίζει νὰ μοῦ ὑπενθυμίζει ἡ ἀγαπημένη μου σύζυγος – μπορεῖ νὰ ἤμουν κατὰ τεκμήριον ἀποτυχημένος, ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ περιμένουν πότε θὰ βγοῦν στὴ σύνταξη καὶ θὰ πάθουν καμιὰ ἀνίατη ἀσθένεια γιὰ νὰ ἀπομυζοῦν τοὺς πόρους τῶν ταμείων ὑγείας καὶ νὰ ταλαιπωροῦν τοὺς γύρω τους, ὅμως δὲν ἄξιζα τέτοια μεταχείριση.

Δὲν ἤμουν οὔτε ὁ πρῶτος, οὔτε ὁ τελευταῖος καὶ δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω μὲ ποιὰ λογικὴ αὐτὸς ποὺ μ᾿ ἔσπρωχνε εἶχε διαλέξει εἰδικὰ ἐμένα. Τί σόι διακρίσεις ἦταν αὐτές;

Δὲν εἶχα σκοπὸ νὰ κάνω θέμα, ὅμως, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἀφήσω νὰ περάσει ἔτσι. Ἂν τὸν πετύχαινα αὐτὸν ποὺ μὲ εἶχε σπρώξει θὰ τοῦ τὰ ἔλεγα ἕνα χεράκι. Θὰ τοῦ ἐξηγοῦσα ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι ἔπρεπε νὰ προσέχει τὶς κινήσεις του, γιατὶ κινδύνευε νὰ βρεθεῖ ἄσχημα μπλεγμένος.

Ἂν ἤμουν βέβαια στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες θὰ μποροῦσα νὰ μηνύσω τὴ διεύθυνση τοῦ Μουσείου ποὺ εἶχε ἀφήσει ὁλόκληρη καταπακτὴ ἀνοιχτή, χωρὶς κἂν προστατευτικὸ κιγκλίδωμα, μπροστὰ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ διάσημα ἐκθέματα τῆς συλλογῆς του – τὸν περίφημο Ἑρμῆ τοῦ Πραξιτέλους – ὅμως, ἐπειδὴ ἤμουν στὴν Ἑλλάδα ἤξερα πὼς ὅ,τι κι ἂν ἔκανα δὲν θὰ ἔβρισκα ποτὲ τὸ δίκιο μου. Τὸ πολὺ νὰ ἔχανα τὸν χρόνο μου, συμπληρώνοντας ὑπεύθυνες δηλώσεις καὶ νὰ ξόδευα μία περιουσία σὲ δικηγόρους γιὰ νὰ γνωματεύσουν ὅτι ὑπάρχει νομοθετικὸ κενὸ καὶ ὅτι οἱ καταπακτές, οἱ ἐν γένει τρύπες τῶν δημόσιων κτιρίων δὲν καλύπτονται ἀπὸ καμία διάταξη, ἐφόσον βρίσκονται στὸ πάτωμα καὶ ὄχι στὴν ὀροφὴ ἢ τοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους.

Ὅμως, ὅ,τι καὶ νὰ ἦταν, αὐτὸς ποὺ μὲ εἶχε σπρώξει εἶχε εὐθύνη. Ἀκόμη καὶ τυχαῖα ἂν τὸ εἶχε κάνει – θέλοντας νὰ δείξει μία λεπτομέρεια τοῦ Ἑρμῆ στὴ συνοδό του ἢ μιμούμενος τὴ στάση τοῦ ἀγάλματος – πάλι κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ ἀμέλειά του δὲν ἦταν ἐγκληματική. Λογικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀρκετὰ σωματώδης, μᾶλλον ψηλὸς καὶ κυρίως τὸ εἶδος τοῦ ἀνθρώπου ποὺ περιφέρεται στὸν χῶρο μὲ ὅλη του τὴν ἄνεση, ἐπιδεικνύοντας μὲ τὴν ἔκφρασή του, τὴ στάση του καὶ τὶς χειρονομίες τοῦ τὴν ἀδιαφορία γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους γύρω του καὶ κυρίως γιὰ ὁτιδήποτε ἐνδέχεται νὰ περιορίσει τὸ ἀπροκάλυπτο ἐγώ του.

Τὸν φανταζόμουν μάλιστα νὰ ἀρνεῖται προκλητικὰ τὸ σφάλμα του, νὰ μὲ κοιτάει σὰν νὰ εἶμαι τρελός, νὰ φεύγει ἐνοχλημένος καὶ ἄλλα παρόμοια ποὺ δὲν ἐπρόκειτο νὰ μὲ πτοήσουν. Ἔτσι τουλάχιστον σκεφτόμουν καθὼς ἀνηφόριζα, μετὰ τὴν πρώτη πτώση μου, τὰ πεντακόσια περίπου σκαλοπάτια ποὺ μὲ χώριζαν ἀπὸ τὸν πάτο ὡς τὴν ἐπιφάνεια, συγχαίροντας ἑαυτὸν ποὺ ἐπιτέλους τὰ εἶχα καταφέρει καὶ εἶχα κόψει τὸ τσιγάρο, καὶ ἔτσι μποροῦσα νὰ σκαρφαλώνω τόσες σκάλες χωρὶς νὰ λαχανιάζω.

Ὅμως, αὐτὸ ποὺ μὲ περίμενε στὴν ἐπιφάνεια ἦταν τελείως διαφορετικὸ ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ περίμενα ἐγὼ νὰ δῶ. Μόλις πρόβαλε στὸ ἄνοιγμα τῆς καταπακτῆς τὸ κεφάλι μου – ἡ χνουδωτὴ καὶ μυτερὴ φαλάκρα μου, ποὺ μὲ κάνει νὰ μοιάζω μὲ ποντίκι θὰ ἔλεγε ἡ σύζυγός μου – κι ἐνῶ τὰ μάτια μου δὲν εἶχαν ἀκόμη προλάβει νὰ συνηθίσουν τὸ ἄπλετο φῶς, διαπίστωσα ὅτι στὴν ἕως λίγο πρὶν ἄδεια αἴθουσα, ὅπου φιλοξενεῖται ὁ διάσημος Ἑρμῆς, ἐπικρατοῦσε συνωστισμός. Κάτι σὰν Γιαπωνέζοι σκυμμένοι ἀπὸ πάνω μου, βγάζοντας διάφορους περίεργους ἤχους ἀπ᾿ τὸ στόμα τους, μὲ φωτογράφιζαν μετὰ μανίας – αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι φωτογραφίζουν σὰν νὰ τοὺς ὑποχρεώνει κάποιος νόμος νὰ τὸ κάνουν – ἐνῶ μερικοὶ ἄλλοι εἶχαν σκύψει καὶ μὲ περιεργάζονταν σὰν νὰ ἤθελαν νὰ διαπιστώσουν πῶς ἀντιδρᾶ ἕνας ἄνθρωπος σὰν καὶ ἐμένα σὲ τέτοιες καταστάσεις.

Καὶ ἐνῶ ἤμουν ἕτοιμος νὰ σκάσω τὸ πιὸ εὐγενικὸ χαμόγελό μου – δουλικὸ τὸ ἀποκαλεῖ ἡ σύζυγός μου, ποὺ ἔπειτα ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια γάμου δὲν φοβᾶται καθόλου τὶς λέξεις – νὰ τοὺς διαβεβαιώσω ὅτι δὲν συμβαίνει τίποτε καὶ ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο τραγικὰ ὅσο ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται, διαπίστωσα ὅτι γιὰ κάποιους λόγους ποὺ δὲν μποροῦσα κἂν νὰ ὑποψιαστῶ ἡ διάθεσή τους εἶχε μεταστραφεῖ ἐναντίον μου.

Ποιὸς ξέρει τί τοὺς εἶχε πεῖ γιὰ μένα αὐτὸς ὁ ἄθλιος ποὺ μὲ εἶχε σπρώξει.

Ἀλλιῶς δὲν δικαιολογοῦνταν ὅλα αὐτὰ ποὺ ἄκουγα:

«Ρίχτον μέσα» φώναζε κάποιος.

«Μὴν τὸν ἀφήσεις νὰ σκάσει κεφάλι», ἔλεγε κάποιος ἄλλος.

«Αὐτὸς εἶναι τελείως ἄχρηστος».

«Δὲν καταλαβαίνει τίποτε».

«Ὅλα αὐτὰ τὰ κάνει γιὰ νὰ τοῦ δώσουμε σημασία».

«Κοίτα ἀλλοῦ. Κάνε πὼς δὲν καταλαβαίνεις. Κάνε πὼς δὲν τὸν βλέπεις».

«Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδεικνύουμε στὰ ἀγάλματα κάτι τέτοιους σὰν κι αὐτόν. Θὰ γίνουμε διεθνῶς ρεζίλι».

«Θὰ σηκωθοῦν νὰ φύγουν ὅλα, ὅπως ἔφυγαν καὶ τὰ Ἐλγίνεια».

«Κάτι τέτοιοι φταῖνε γιὰ τὰ Ἐλγίνεια. Ποιὸς νομίζετε πὼς φταίει, ἐγώ;».

«Μὴν σπρώχνεστε. Ὅλοι θὰ τὸν σπρώξετε, ὅταν ἔρθει ἡ σειρά σας».

Καὶ προτοῦ προλάβω νὰ διαμαρτυρηθῶ, πρὶν τοὺς βάλω στὴ θέση τους, λέγοντάς τους ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω κάποια ἀξιοπρέπεια ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ τοὺς φαίνεται περίεργο καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψω ποτὲ στὸν ἑαυτό μου νὰ γίνω παίγνιο στὰ χέρια κανενός, καὶ ἐνῶ οἱ Ἰάπωνες ὑποκλίνονταν χαμογελώντας καὶ οἱ ἄλλοι τσακώνονταν ποιὸς εἶχε σειρὰ νὰ μὲ σπρώξει, εἶχα καὶ πάλι αἰσθανθεῖ αὐτὸ τὸ ἁπαλὸ σκούντημα στὸν ὦμο, εἶχα καὶ πάλι χάσει τὴν ἰσορροπία μου καὶ εἶχα ἀρχίσει νὰ κουτρουβαλάω.

Τὴ δεύτερη φορὰ, ἔχοντας βρεῖ τὸν τρόπο νὰ προστατεύσω μὲ τὸ δεξί μου χέρι τὸ κεφάλι μου ἀπὸ τὶς σκληρὲς κόχες στὰ σκαλοπάτια, βέβαιος ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἔχω ἀποκλείσει, ἔχω τουλάχιστον ἐλαχιστοποιήσει τὸν κίνδυνο τῆς διάσεισης, μπόρεσα νὰ ἀξιοποιήσω τὸν χρόνο τῆς πτώσης κάνοντας ὁρισμένες σκέψεις ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ μὲ βοηθήσουν στὴν ἐκτίμηση τῆς κατάστασης.

Καταρχὴν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποκλείσω τὸ τυχαῖο, τὴ στιγμιαία ἀφηρημάδα ἢ ἔστω μία μικροζαλάδα, ἀπ᾿ αὐτὲς ποὺ μετὰ τὰ σαράντα πρέπει νὰ προσέχει κανείς, διότι σὲ προϊδεάζουν ἐνδεχομένως γιὰ καρδιακὰ καὶ ἐγκεφαλικὰ ἐπεισόδια. Βιάστηκα νὰ ἀποφασίσω ὅτι κάποιος μὲ εἶχε σπρώξει, ἴσως γιατί ἔτσι ἤλπιζα πὼς θὰ γλιτώσω ἀπὸ τοὺς φόβους μου γιὰ τὸ χειρότερο, ἀπὸ τὴ σκέψη ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια ἔχει γίνει πιὰ καθημερινὴ ὅτι μπορεῖ, ἀνὰ πάσα στιγμή, ἐκεῖ ποὺ περπατάω, χωρὶς νὰ συμβεῖ τίποτε τὸ ἰδιαίτερο, νὰ μείνω στὸν τόπο.

Ἐξάλλου ὁ καθεὶς καὶ τὰ μεγέθη του.

Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ζοῦν μὲ ἔνταση τὴ ζωή τους κινδυνεύουν ἀπὸ μεγάλους κινδύνους, ἀπὸ αὐτοκινητικὰ δυστυχήματα, πτώσεις ἐνδεχομένως σὲ χαράδρες κατὰ τὴ διάρκεια ἀγώνων σκί, ἢ καρδιακὲς προσβολὲς ἐξαιτίας κάποιου μοιραίου ἔρωτα, σημαντικῆς ἀπώλειας τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν τους στὸ Χρηματιστήριο ἢ σκανδάλου ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπασχολοῦν γιὰ μίαν ὁλόκληρη ἑβδομάδα τὰ πρωτοσέλιδα τῶν ἐφημερίδων καὶ τὰ δελτία εἰδήσεων στὴν τηλεόραση, βγάζοντάς σε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια ἀπὸ τὴ μία μέρα στὴν ἄλλη, μεταμορφώνοντας σὲ ἀπὸ ἁπλὸ πολίτη τοῦ κόσμου τούτου σὲ διασημότητα.

Ἄνθρωποι ὅμως μὲ τὴ δική μου περιορισμένη ἐμβέλεια εἶναι ἐπιρρεπεῖς σὲ μικροατυχήματα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶμαι πάντα πολὺ προσεκτικός, ὅταν περπατάω μὴν τύχει καὶ σκοντάψω σὲ καμιὰ στραβοκολλημένη ἢ σπασμένη πλάκα στὸ πεζοδρόμιο, μὴν μὲ χτυπήσει κάποιο μηχανάκι ἢ περιμένοντας στὸ φανάρι μὴν τοῦ ἔρθει κανενὸς τρελοῦ, ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ περιφέρονται σὰν νὰ τοὺς ἀνήκει ὁλόκληρος ὁ κόσμος καὶ μοῦ δώσει κανένα χαστούκι, ἔτσι στὰ καλὰ τοῦ καθουμένου.

Δὲν ἀποκλείεται λοιπὸν καθόλου, προσπαθώντας νὰ περάσω ἀπαρατήρητος στὸ συνωστισμὸ ποὺ παρατηρεῖται συνήθως στὴν αἴθουσα μὲ τὸν Ἑρμῆ τοῦ Πραξιτέλους στὸ Μουσεῖο τῆς Ὀλυμπίας, κάνοντας ἀπότομα στὰ πλάγια ἢ ἐλαφρῶς ὄπισθεν γιὰ νὰ γλιτώσω ἀπὸ τὸ φλὰς κάποιου Ἰάπωνος ἐπισκέπτη, νὰ γλίστρησα καὶ νὰ ἔπεσα στὴν καταπακτή, ἡ ὁποία γιὰ λόγους κάποιου γραφειοκρατικοῦ μπερδέματος εἶχε μείνει καὶ ἀνοιχτὴ καὶ ἀφύλακτη, λὲς καὶ περίμενε κάποιον σὰν καὶ μένα γιὰ νὰ τὸν καταπιεῖ. Ὅσο γι᾿ αὐτὸ ποὺ λέει ἡ ἀγαπημένη μου σύζυγος ὅτι δηλαδὴ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τί περιμένω γιὰ νὰ ζήσω αὐτὴ τὴ ζωή, ποὺ ἀπὸ τότε ποὺ μὲ ξέρει κάνω ὅ,τι μπορῶ γιὰ νὰ ἀποφύγω νὰ τὴ ζήσω, ἕνα ἔχω νὰ πῶ. Ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή, καλὰ νὰ εἴμαστε, ὅταν δὲν θὰ ὑπάρχει πλέον ὁδὸς διαφυγῆς, ὅταν δὲν θὰ ξέρω ἀπὸ ποὺ νὰ ξεφύγω, τότε, ἂν ὅλα πᾶνε καλὰ καὶ ἂν εἶμαι ἀκόμη ὄρθιος, θὰ σταθῶ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μου καὶ θὰ τὸν ἀντιμετωπίσω ὅπως μόνον ἐγὼ ξέρω νὰ τὸν ἀντιμετωπίζω.

Πρὸς τὸ παρὸν θὰ συνεχίσω νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ ξέρω νὰ κάνω.

Εἶχα βέβαια τὴν ψυχραιμία νὰ σκεφτῶ ὅτι ἡ ὑπόθεση τοῦ μικροατυχήματος ἢ τῆς ἐλαφριᾶς στιγμιαίας ζαλάδας ἴσχυε μόνον γιὰ τὴν πρώτη πτώση. Γιατὶ τὴ δεύτερη φορὰ ἤμουν σίγουρος ὅτι ὑπῆρχε ὑπαίτιος καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπαίτιος κυκλοφοροῦσε «κάπου ἀνάμεσά μας».

Ἐκτὸς κι ἂν κάποιος μὲ εἶχε δεῖ νὰ πέφτω, εἶχε συμπεράνει ὅτι ἐγὼ ἔτσι εἶμαι, πέφτω καὶ μὲ εἶχε σπρώξει.

Πόσο ἁπλὰ εἶναι τὰ πράγματα καὶ πόσο πολύπλοκα ἐπιμένουμε νὰ τὰ κάνουμε, ἐπειδὴ τρομάζουμε μὲ τὴν ἁπλότητά τους;

Κι ἔτσι εἶχα φτάσει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ στὸν πάτο. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε, ὅπου κι ἂν τὸ ἄγγιζα, ἡ παραμικρὴ κίνηση μοῦ φαινότανε σὰν ἀγγαρεία, ἤμουνα μόνος, γύρω μου δὲν ὑπῆρχε ψυχή, δὲν μοῦ εἶχε μείνει κανένας φίλος, κανένας ἄνθρωπος στὸν ὁποῖον νὰ μπορῶ νὰ στηριχθῶ ἐπάνω του καὶ ἡ διάθεσή μου ἦταν νὰ μείνω ἐκεῖ ποὺ βρισκόμουν, ὥσπου νὰ μὲ βροῦν καὶ νὰ μὲ μαζέψουν νεκρὸ ἢ ζωντανό.

Δὲν εἶχε νόημα νὰ συνεχίσω τὶς προσπάθειές μου. Ἤμουν καταδικασμένος. Ἔπρεπε νὰ τὸ πάρω ἀπόφαση. Ἡ μυρουδιὰ τοῦ πετρελαίου γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἔντονη, προφανῶς τὸ ὑπόγειο συγκοινωνοῦσε μὲ τὸ λεβητοστάσιο καὶ ἡ κατάσταση τῆς οὐροδόχου κύστης μου ὅλο καὶ πιὸ κρίσιμη. Ἡ μόνη ἐπιλογὴ ποὺ εἶχα ἦταν νὰ ἀφεθῶ στὸν λήθαργο ποὺ ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ ἡ ἀνάσα μου γινόταν πιὸ βαριά, τόσο πιὸ συγκεκριμένος μου φαινόταν, σὰν ὁρίζοντας ποὺ σὲ καταπίνει ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ ὅσο περνοῦν τὰ δευτερόλεπτα καὶ ἡ διαύγεια ἐξανεμίζεται σὲ μία πραγματικότητα ποὺ δὲν εἶναι ἡ δική σου. Μπορεῖ καὶ νὰ εἶχε ἔρθει κι ἐκείνη ἡ στιγμὴ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀπειλοῦσε ἡ σύζυγός μου, ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ πάρω τὴν ἀπόφαση γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσω ὅλα αὐτὰ ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦσα νὰ ξεφύγω τόσα χρόνια, σὰν νὰ ὑπῆρχε ἐλπίδα διαφυγῆς, σὰν νὰ περίμενα νὰ γίνω ἄλλος ἀπ᾿ αὐτὸς ποὺ ἤμουν.

«Ἂς μὴν κρυβόμαστε πίσω ἀπ᾿ τὸ δάχτυλό μας. Ἡ κατάσταση εἶναι κρίσιμη» εἶχα ψελλίσει στὸν ἑαυτό μου σὰν νὰ ἤμουν ἄλλος ἐγὼ κι ἄλλος ἐκεῖνος, ἕνα δεύτερο πρόσωπο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πρῶτο ποὺ ἦταν τὸ δικό μου.

Γιατὶ ὑπῆρχε κι ἕνα δεύτερο πρόσωπο ἐκεῖ ὅπου εἶχα πέσει. Ἦταν ἕνας φύλακας ποὺ ἐδῶ καὶ ὥρα τὸν ἔβλεπα νὰ στέκεται ἀπὸ πάνω μου καὶ νὰ μὲ παρακολουθεῖ σὰν νὰ μὴν ξέρει τί νὰ κάνει μὲ τὴν περίπτωσή μου. Καὶ τώρα μόλις εἶχε φαίνεται ἀποφασίσει ποιὰ στάση ἔπρεπε νὰ υἱοθετήσει. Θυμωμένος, ρίχνοντας μία ματιὰ στὸ ρολόι του γιὰ νὰ μοῦ θυμίσει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ξοδέψει ἄλλον ἀπὸ τὸν πολύτιμο χρόνο του μὲ τὴν περίπτωσή μου, μὲ εἶχε κοιτάξει σὰν νὰ ἤμουν κάποιος ἐνοχλητικὸς παρείσακτος ποὺ δὲν μποροῦσα παρὰ νὰ κινήσω τὶς ὑποψίες τοῦ ὁποιουδήποτε κανονικοῦ καὶ κυρίως «ὑγιοῦς» ἀνθρώπου.

«Μπορῶ νὰ δῶ τὸ εἰσιτήριό σας;» μὲ εἶχε ρωτήσει, ἀναγκάζοντάς με νὰ ψάξω στὶς τσέπες μου μὲ τὸ ἐν ἐνεργείᾳ χέρι μου γιὰ νὰ βρῶ τὸ τσαλακωμένο χαρτάκι στὸ ὁποῖο δὲν εἶχε καταδεχτεῖ νὰ ρίξει οὔτε μία ματιά.

«Γιατί εἶστε γονατιστός;» μὲ εἶχε ρωτήσει.

«Πονάω», τοῦ εἶχα ἀπαντήσει.

«Ποῦ πονᾶτε;»

«Ἐδῶ», τοῦ εἶχα πεῖ, δείχνοντάς του γενικὰ τὴν περιοχὴ τοῦ θώρακα.

«Σὲ λίγο κλείνουμε», μοῦ εἶχε ὑπενθυμίσει.

«Τί νὰ κάνω;»

Πάντως ὄχι αὐτὸ ποὺ κάνετε. Ἐδῶ εἶναι Μουσεῖο κύριέ μου. Δὲν εἶναι γυμναστήριο. Ἂν ψάχνετε γυμναστήριο ποὺ στὴν κατάστασή σας θὰ μοῦ φαινόταν μᾶλλον γελοῖο, νὰ πᾶτε ἀλλοῦ».

«Δὲν θὰ ἐπιτρέψω σὲ κανέναν νὰ μὲ ἀποκαλέσει γελοῖο», εἶχα δηλώσει μὲ τὸ ἐπισημότερο ὕφος μου, ὅμως ὁ φύλακας εἶχε φύγει, χωρὶς νὰ περιμένει νὰ ἀκούσει τὶς ἀπόψεις μου. Κι ἐγὼ γιὰ νὰ προλάβω νὰ βγῶ ἀπὸ ἐκεῖ μέσα πρὶν κλείσουνε οἱ πόρτες εἶχα ἀρχίσει νὰ σκαρφαλώνω καὶ πάλι τὰ σκαλοπάτια, ἀγνοώντας τὸν πόνο καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ματαιότητας, ἀφοῦ ἤξερα πιὰ πὼς ἐκεῖ πάνω ὅλοι θὰ μὲ ἀναγνώριζαν καὶ ὅλο καὶ θὰ βρισκόταν καὶ κάποιος καλοθελητὴς γιὰ νὰ μοῦ δώσει μία καὶ νὰ μὲ ρίξει πάλι πίσω στὸ κενό.

Γιατὶ τὴν τρίτη φορὰ εἶχα φάει μία κανονικότατη κλωτσιὰ στὸ ὕψος τοῦ δεξιοῦ μου νεφροῦ, τόσο δυνατή, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ρίξει στὴ χαίνουσα τρύπα κι ἕναν ἄνθρωπο σὲ πολὺ καλύτερη κατάσταση ἀπ᾿ τὴ δική μου. Φαίνεται ὅτι αὐτὸς εἶχε ἀποφασίσει νὰ ἀνοίξει τὰ χαρτιά του. Κάτι εἶχε συμβεῖ καὶ δὲν εἶχε λόγο πιὰ νὰ κρύβεται. Ἴσως νὰ εἶχε παρεξηγήσει τὴν ὑποχωρητικότητά μου, νὰ εἶχε παρερμηνεύσει τὴ διαλλακτικότητά μου καὶ νὰ τὴν εἶχε θεωρήσει ἀδυναμία. Τέλος πάντων, ἕνα σωρὸ λάθη τακτικῆς ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται, μὲ εἶχαν σπρώξει καὶ πάλι στὸ κενὸ ἀπ᾿ ὅπου δὲν ἐπρόκειτο ποτὲ νὰ βγῶ. Αὐτὸ τουλάχιστον τὸ συμπέρασμα ἔβγαζα ἀπὸ τὴν ἐν γένει κατάστασή μου ποὺ δὲν ἦταν διόλου ρόδινη.

Δὲν μποροῦσα νὰ κουνήσω οὔτε τὰ χέρια μου, οὔτε τὰ πόδια μου, σὰν νὰ ἤμουνα ἀνάπηρος. Ἡ ἀνάσα μου ἔβγαινε μὲ δυσκολία καὶ ἡ εἰσπνοή μου ἔφερνε ἕνα κάψιμο στὴν βάση τοῦ λαιμοῦ. Καὶ τὸ χειρότερο: ἔπρεπε νὰ ἔχει σπάσει ἡ σπονδυλική μου στήλη, ἂν ἔκρινα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι βρισκόμουν ἀνάσκελα, ἔτσι μᾶλλον εἶχα γκρεμιστεῖ, κι ὅτι δὲν μποροῦσα νὰ σαλέψω οὔτε κἂν τὸν κορμό μου.

Ἦταν κάτι παραπάνω ἀπὸ βέβαιο ὅτι χρειαζόμουνα ἰατρικὴ βοήθεια. Εἰδικὰ τώρα ποὺ ἤξερα ὅτι ὁ χρόνος εἶχε λιγοστέψει κι ὅτι σὲ λίγο θὰ ἔκλειναν οἱ πόρτες τοῦ Μουσείου καὶ δὲν θὰ μ᾿ ἔβρισκε κανεὶς ἐκεῖ μέσα. Εἰδικὰ τώρα ποὺ ἄκουγα τὶς φωνές τους νὰ πλησιάζουν γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὶς συστηματικὲς προσπάθειες τῆς καταβαράθρωσής μου:

«Ἂν εἶχε σῶμα σὰν τὸν Ἑρμῆ τοῦ Πραξιτέλους τὰ πράγματα θὰ ἦταν ἁπλούστερα», εἶχα ἀκούσει τὸν ὑπαίτιο νὰ λέει «τώρα ὅμως τὰ πράγματα δυσκολεύουν. Θὰ πρέπει νὰ διασχίσω τὰ στρώματα τοῦ λίπους γιὰ νὰ φτάσω ὡς τὴν καρδιά. Εἶναι τελείως ἀγύμναστος καὶ τὰ χρόνια τοῦ καπνίσματος δὲν βοηθᾶνε».

«Καὶ θὰ τοῦ τὴν βγάλετε;» εἶχε ἔρθει πιὰ κοντά μου, σχεδὸν σὰν νὰ μοῦ ψιθυρίζει στ᾿ αὐτί μου ἡ φωνὴ τῆς ἀγαπημένης μου συζύγου.

«Ὁλόκληρη», εἶχε ἀποφανθεῖ ὁ ἄλλος. «Εἶναι ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ τὸν φέρουμε ἀντιμέτωπο μὲ τὸ κενὸ τοῦ βίου του. Ξέρετε, ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι τὸ ἐνενήντα τοῖς ἑκατὸ τῶν ἀσθενῶν μετὰ τὴν ἐγχείρηση ἀνοιχτῆς καρδιᾶς γίνονται ἄλλοι ἄνθρωποι, ποὺ λέει ὁ λόγος. Γιὰ τὰ αἰσθήματά του βέβαια δὲν μπορῶ νὰ σᾶς ἐγγυηθῶ τίποτε».

«Γιὰ ποιὰ αἰσθήματα μιλᾶτε;» εἶχε διαμαρτυρηθεῖ ἡ σύζυγός μου. «Ἐδῶ τὸ μόνο αἴσθημα εἶναι ἡ αὐταρέσκεια, δὲν τὸ καταλαβαίνετε;»

«Νομίζει ὅτι εἶναι ὄρθιος, γι᾿ αὐτὸ φοβᾶται μήπως πέσει. Δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι αἰωρεῖται στὸ κενό».

Ὄντως, εἶχα νὰ κάνω μὲ τὸ ἀπόλυτο κενό. Ἀνοίγοντας γιὰ λίγο τὰ μάτια μου εἶχα μπορέσει νὰ τὸ δῶ. Ἦταν ἕνας κόσμος φτιαγμένος ἀπὸ σκέτη ἀνυπαρξία, ἕτοιμος νὰ μὲ καταπιεῖ, ἕνας κόσμος φτιαγμένος ἀπὸ φῶς ποὺ μεταμόρφωνε τὶς ἀνθρώπινες παρουσίες σὲ σκιές, ἐνῶ μία ἄλλη, γυναικεία φωνή, πιὸ στριγγὴ ἀπὸ τῆς γυναίκας μου διαπίστωνε:

«Μὰ πῶς τὸν ἀφήσατε ἔτσι τὸν ἄνθρωπο τόση ὥρα, χωρὶς καθετήρα;»

«Καὶ οἱ Ἰάπωνες;» εἶχα προσπαθήσει νὰ φωνάξω παρ᾿ ὅτι ἡ γλώσσα μου ἔμενε κολλημένη στὸν οὐρανίσκο μου.

«Ἂσ᾿ τους αὐτούς. Αὐτοὶ κάνουν τὴ δουλειά τους», μὲ εἶχε καθησυχάσει ἡ ἴδια φωνή, τῆς ἴδιας νοσοκόμας, ἀκόμη πιὸ στριγγὴ ἀπὸ τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ ἔκανε τὰ μάτια μου νὰ πονᾶνε καὶ κάποιο νεῦρο, κάπου στὴν περιοχὴ τοῦ ἐγκεφάλου νὰ χτυπάει ἐρεθισμένο σὰν τροχὸς ποὺ δουλεύει μέσα σὲ χαλασμένο δόντι. “”

του Τάκη Θεοδωρόπουλου

tweet
Insta
Tiktok