Ιράν. Τι ισχυρίζονται οι εθνο-ομολογιακές μειονότητες; (3)

II. Ο πρόσφατος πολλαπλασιασμός των επιθέσεων που συνδέονται με ισχυρισμούς ταυτότητας στις περιφερειακές επαρχίες του Ιράν

Α. Η χρόνια αστάθεια της επαρχίας Σιστάν-Μπαλουχιστάν (ανατολικό Ιράν)

Οι νοτιοανατολικές περιοχές του Ιράν (επαρχίες Σιστάν-Μπαλουχιστάν, Χορασάν και Γκολεστάν) οι οποίες κατοικούνται από Μπαλούτσι – μια εθνοτική ομάδα 5 εκατομμυρίων ανθρώπων στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν και στο Ιράν (το οποίο αριθμεί, μόνο του, περίπου 2,5 εκατομμύρια κατοίκους, ή σχεδόν το 2% με 3% των περίπου 80 εκατομμυρίων Ιρανών) – βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμης αναταραχής και το παραμικρό περιστατικό είναι πιθανόν να οδηγήσει σε συγκρούσεις μεταξύ πληθυσμών που είναι παραδοσιακά απρόθυμοι όσον αφορά στην κεντρική εξουσία και στις δυνάμεις της τάξης. Αυτή είναι ιδιαίτερα η περίπτωση της Oστάν («επαρχίας») του Σιστάν-Μπαλουχιστάν, η οποία, με έκταση σχεδόν 190.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είναι η τρίτη μεγαλύτερη επαρχία στο Ιράν. Έχει 1.700 χιλιόμετρα κοινών συνόρων με το Πακιστάν και το Αφγανιστάν και έχει ακτογραμμή σχεδόν 300 χιλιομέτρων στον Κόλπο του Ομάν. Στο Σιστάν, το 63% των κατοίκων είναι Μπαλούτσιοι οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο σουνίτες μουσουλμάνοι, σε αντίθεση με τους Ιρανούς του Σιστάν οι οποίοι είναι οπαδοί του σιισμού. Οι Μπαλούτσι είναι πολυάριθμοι στο Ζαχεντάν, πρωτεύουσα της επαρχίας Σιστάν-Μπαλουχιστάν. Μετά από αυτό, η μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας, η Zαμπόλ, είναι η πόλη με τους περισσότερους κατοίκους Μπαλώχ. Η πόλη Γιάσκ με 80.000 κατοίκους, βρίσκεται στην περιοχή της επαρχίας Χορμοζάν και φιλοξενεί επίσης πολλούς Μπαλούτσι.

Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι το ιρανικό Μπαλουχιστάν – το όνομα του Μπαλουχιστάν σημαίνει στα περσικά “Γη των Μπαλούτσι” – τέθηκε υπό τον θεωρητικό έλεγχο της Τεχεράνης μόνο το 1928, ακόμη κι αν η επικράτεια των Μπαλούτσι ήταν πάντα ενσωματωμένη στον Ιρανικό χώρο γεωπολιτικά, και έθεσε το ζήτημα των ανατολικών συνόρων. Στην πραγματικότητα, το «εθνικό» ζήτημα του «ιρανικού Μπαλουχιστάν» χρονολογείται από τον 19ο αιώνα με το πρόβλημα της διασφάλισης των συνόρων του βρετανικού Ρατζ.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, σημειώθηκαν αρκετές εξεγέρσεις των Μπαλόχων ενάντια στο περσικό τάγμα και στην υποταγή με την βία αυτής της περιοχής από τον Μοχάμεντ Ρέζα Σαχ Παχλαβί. Η καταστολή δεν έβαλε τέλος στις φιλοδοξίες των Μπαλώχ, οι οποίες γνώρισαν σύντομα κινήματα και αναταραχές που ενθαρρύνθηκαν από την δεκαετία του 1960 και μετά από τις αραβικές χώρες γενικά και το «Μπααθικό» Ιράκ ειδικότερα. Αυτή η υποστήριξη συνεχίστηκε μέχρι την δεκαετία του 1970.

Όμως, μετά την πτώση του Σάχη Παχλαβί το 1979, εμφανίστηκε μια Δημοκρατική Λαϊκή Οργάνωση του Μπαλουχιστάν / Λαϊκή Δημοκρατική Οργάνωση του Μπαλουχιστάν, πριν διασπαστεί σε διάφορες τάσεις, στα τέλη του 1979, με βάση την Ισλαμική Επανάσταση. Ταυτόχρονα, ένα νεο-BRZ αναστήθηκε με το όνομα Μπαλοχιστάν-ε-Ράτζι, Zρομπές/ Εθνικό Κίνημα του Μπαλουχιστάν (BRZ). Ως εκ τούτου, η ένταση δεν χρονολογείται από σήμερα, και μερικές φορές έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από ορισμένους εξωτερικούς ή/και εσωτερικούς παράγοντες. Η κεντρική κυβέρνηση κατηγορεί τακτικά ένοπλες οργανώσεις των Βαλούχων, όπως το Ενωμένο Μέτωπο Μπαλουχιστάν, ότι εμπλέκονται τόσο σε ληστείες όσο και σε τρομοκρατία.

Υπάρχει στην πραγματικότητα μια ένοπλη αντιπολίτευση των Μπαλόχ, αλλά η τελευταία απέχει πολύ από το να είναι ομοιογενής σε βαθμό που τις περισσότερες φορές βασίζεται στην αλληλεγγύη και στα φυλετικά «πιστεύω». Ομάδες όπως η Δημοκρατική Οργάνωση των Λαών του Μπαλουχιστάν ή το Εθνικό Συμβούλιο των Μπαλουχιστάν (ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1994) υποστηρίζουν τον αυτονομισμό, ο οποίος βρήκε νέα πολιτική έκφραση με την δημιουργία, στις 21 Σεπτεμβρίου 2003, ενός Λαϊκού Κόμματος του Μπαλουχιστάν (BPP) ενώ το Ενωμένο Μέτωπο του Μπαλουχιστάν (BUF), το οποίο προέκυψε την ίδια χρονιά από τις διαφορές στο εθνικιστικό κίνημα του Μπαλουχιστάν και έχει έδρα στο Λονδίνο, παρουσιάζεται ανοιχτά ως αυτονομιστικό, όπως ο Απελευθερωτικός Στρατός του Μπαλουχιστάν (ΑLB), ο Απελευθερωτικός Στρατός του Ουσιστάν (BLA), ο οποίος υποστηρίζει ανοιχτά ένα ανεξάρτητο κράτος του Μπαλουχιστάν που θα ενώνει το Μπαλουχιστάν του Ιράν και το Πακιστανικό Μπαλουχιστάν.

Η αναβίωση μιας μορφής αγώνα εκδηλώθηκε από τη δεκαετία του 2000 με την εμφάνιση στα μέσα ενημέρωσης μιας νέας ένοπλης σουνιτικής ομάδας, της Τζουντάλα («Στρατιώτες του Αλλάχ») που πολλαπλασίασε τις επιθέσεις από τα μέσα του 2005, αυτοαποκαλούμενο επίσης ως «Κίνημα Λαϊκής Αντίστασης του Ιράν» (PRMI) σε μια προσπάθεια να μην εμφανιστεί ως οργάνωση η οποία υποστηρίζει μια εξτρεμιστική σεχταριστική ατζέντα, όπως το όνομά της μπορεί να κάνει κάποιον να πιστέψει. Αρχικά σκοπός ήταν να αγωνιστεί για τα δικαιώματα μιας μειονότητας η οποία αισθάνεται ότι υφίσταται διακρίσεις στο Ιράν. Αλλά σταδιακά, το κίνημα θα αυτοπροσδιοριζόταν ως ένα κίνημα το οποίο αγωνίζεται για την υπεράσπιση των σιιτών μουσουλμάνων στο Ιράν. Με μια ολοένα και πιο σεχταριστική ρητορική ενάντια στο σιιτικό Ισλάμ, με την χρήση βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας, θα οδηγούσε σε ερωτήματα σχετικά με την λανθάνουσα επιρροή των ριζοσπαστικών ισλαμιστικών ιδεολογιών μέσα στο κίνημα.

Την άνοιξη του 2006, η ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για μια μυστηριώδη «Επιχείρηση Ζαμπόλ» κατά την οποία περίπου 30 ανώτεροι περιφερειακοί αξιωματούχοι σκοτώθηκαν σε ενέδρα τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Μαρτίου 2006 μεταξύ της συνοριακής πόλης Ζαμπόλ, του αγροτικού κέντρου της περιοχής και της Zαχεντάν, πρωτεύουσας της επαρχίας Σιστάν-Μπαλουχιστάν. Ο αρχηγός αυτής της ομάδας εμφανίστηκε για πρώτη φορά, στις 11 Απριλίου 2006, σε ένα βίντεο που δείχνει έναν άνδρα να συστήνεται ως Αμπντόλ-Μαλέκ Ρίγκι.

Οι ιρανικές αρχές ενίσχυσαν τις εκτελέσεις στην επαρχία από τα τέλη του 2006, τις οποίες πολλοί Μπαλούτσι θεωρούσαν εκδίκηση για μια σειρά επιθέσεων σε ανώτερους αξιωματούχους της ασφαλείας και της κυβέρνησης. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί η αποφασιστικότητα στην στρατηγική την οποίαν ανέπτυξαν οι ιρανικές αρχές, η οποία χαρακτηρίζεται από μια σταθερά, η οποία μπορεί να βρεθεί και σε άλλες περιοχές του Ιράν, και η οποία συνίσταται στην «ποινικοποίηση» των ακτιβιστών των οποίων τα αντεπαναστατικά προσόντα – παράδοξο αφού το ιρανικό καθεστώς εγκαθιδρύθηκε με την Επανάσταση του 1979 -, και αναφέρεται στον «εσωτερικό εχθρό» που πρόκειται καθαρά και απλά να αφανίσει. Αυτή η σφοδρή καταστολή δεν είχε εμποδίσει την συνέχιση των επιθέσεων. Το περιφερειακό πλαίσιο δίνει σε αυτές τις περιοχές οι οποίες κατοικούνται από Μπαλούτσι μια περισσότερο από ποτέ στρατηγική θέση την οποίαν η Ισλαμική Δημοκρατία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει, ειδικά αν λάβουμε υπόψη το σύνδρομο της Τεχεράνης και τον φόβο της να δει πιθανώς εκμεταλλευόμενο από το εξωτερικό, το «εθνο-ομολογιακό» ερώτημα. Ένας φόβος ο οποίος επιβεβαιώθηκε από μια νέα επίθεση με παγιδευμένο αυτοκίνητο η οποία διαπράχθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2007, εναντίον λεωφορείου στο Σιστάν-Μπαλουχιστάν η οποία άφησε άλλους 13 νεκρούς και 29 τραυματίες.

Στις 29 Δεκεμβρίου 2008, τα ξημερώματα, ο Αμπντόλ-Γκαφούρ-Ρίγκι, ένας από τους αδελφούς του αρχηγού του κινήματος, όρμησε με ένα φορτηγό φορτωμένο με έναν τόνο C4 προς τις πύλες πρόσβασης των στρατώνων όπου βρισκόταν το κέντρο της κοινής διοίκησης όλων των ενόπλων δυνάμεων που εδρεύουν στο Σαραβάν. Σύμφωνα με την δήλωση του κινήματος η οποία δημοσιεύθηκε λίγα λεπτά αργότερα, ο σάχιντ Aμπντόλ-Γκαφούρ είχε καταφέρει να καταστρέψει όλα τα κτίρια της κεντρικής διοίκησης, σκοτώνοντας σημαντικό αριθμό αξιωματικών Πασνταράν (ΣτΜ Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης) μεταξύ των οποίων ήταν οι διοικητές των συνοριοφυλάκων. Ένας ανεπίσημος απολογισμός ανέφερε περίπου 150 θύματα. Μπορεί να σημειωθεί ότι η επίθεση, η οποία περιγράφεται ως «προσφορά» στην φυλή Ρίγκι, δεν υπογράφηκε με το όνομα Τζουντάλα, αλλά με το πιο «πατριωτικό» όνομα των «Ιρανών μαχητών, τμήμα του Μπαλουχιστάν». Αυτή είναι η μεγαλύτερη επίθεση που έχει γίνει ποτέ εναντίον των Πασνταράν στο Ιράν μέχρι σήμερα. Αλλά ήταν πάνω απ’ όλα -ένα σημαντικό και ανησυχητικό γεγονός για την Τεχεράνη- η πρώτη επίθεση αυτοκτονίας από την πλευρά της Τζουντάλα και η πρώτη αυτού του τύπου στην ιστορία του Ιράν, μια λογική μέχρι τότε ξένη προς την κουλτούρα των Μπαλόχ.

Λίγους μήνες αργότερα, στις 25 Μαΐου 2009, μια άλλη θανατηφόρα επίθεση εναντίον του τζαμιού Aμίρ αλ-Μομενίν – του δεύτερου σιιτικού τόπου λατρείας στην πόλη Ζαχεντάν όπου πολλοί πιστοί είχαν έρθει για να λάβουν μέρος στην θρησκευτική τελετή για την επέτειο του θανάτου της Φατίμα Ζαχρά, κόρης του Προφήτη Μωάμεθ και συζύγου του Αλί -, επρόκειτο να προκαλέσει άλλους είκοσι πέντε θανάτους και περίπου εκατόν σαράντα τραυματισμούς. Η επίθεση καταδικάστηκε πολύ γρήγορα από την σουνιτική αρχή της περιοχής, τον επίσημο ιμάμη, κάτι που δεν εμπόδισε κάποιον Aμπντολαούφ Ρίγκι, παρουσιαζόμενο ως ο φορέας του λόγου της Τζουντάλα, να διευκρινίσει ότι η επίθεση ήταν η απάντηση στην εκτέλεση αρκετών σουνιτών κληρικών τα προηγούμενα χρόνια. Για να σηματοδοτήσει την εξουσία του, το καθεστώς των μουλάδων κρέμασε δεκατρία μέλη της Τζουντάλα στις 14 Ιουλίου 2009, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για την επίθεση στις 25 Μαΐου 2009 στο σιιτικό τέμενος στο Zαχεντάν. Οι αντάρτες είχαν περιγραφεί ως μοχάρεμπ («σε πόλεμο εναντίον του Θεού») και «διαφθορείς στην Γη» από την ιρανική δικαιοσύνη.

Σε κάθε περίπτωση, σε αυτό το πλαίσιο εσωτερικής αποσταθεροποίησης το οποίο επιδεικνύεται από την Τζουντάλα, η θεαματική επίθεση η οποία διαπράχθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2009, έλαβε χώρα στην πόλη Πισίν, η οποία θα προκαλούσε τουλάχιστον πενήντα επτά θανάτους. και κάπου εκατόν πενήντα τραυματίες. Αυτή ήταν και πάλι μια επίθεση αυτοκτονίας. Ο βομβιστής αυτοκτονίας λέγεται ότι ήταν μέλος μιας ομάδας ντόπιων τεχνιτών με τους οποίους είχε έρθει να συνομιλήσει υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία των Φρουρών της Επανάστασης, στο περιθώριο μιας διάσκεψης με τους ηγέτες των ηγετών των φυλών στο Σαρμπάζ με σκοπό την «ενίσχυση της ενότητας μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών». Ο καμικάζι φέρεται να πυροδότησε τα εκρηκτικά τα οποία μετέφερε γύρω από το σώμα του, σκοτώνοντας τον αριθμό δύο των χερσαίων δυνάμεων των Πασνταράν στρατηγό Νουράλι Σούστρι, ο οποίος τύγχανε επίσης υπεύθυνος της ελίτ δύναμης Αλ Ουντς, υπεύθυνης για επιχειρήσεις στο εξωτερικό.

Η σύλληψη, θεαματική και μυστηριώδης, του αρχηγού της Τζουντάλα, Αμπντολμαλέκ Ρίγκι, στις 23 Φεβρουαρίου 2010, η οποία συνέβη κατά την επίσημη εκδοχή, σε μια πτήση που συνέδεε το Ντουμπάι (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) με το Μπισκέκ, προσέφερε στο ιρανικό καθεστώς την ευκαιρία να εμπεδώσει τις επαναλαμβανόμενες κατηγορίες του για υποστήριξη ξένων υπηρεσιών στην Τζουντάλα. Ο Αμπντολμαλέκ Ρίγκι δικάστηκε στις 27 Μαΐου 2010 από ένα από τα τμήματα του Επαναστατικού Δικαστηρίου στην Τεχεράνη, καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε στις 20 Ιουνίου 2010. Οι αρχές είχαν αποφασίσει να δικάσουν τον Αμπντολμαλέκ Ρίγκι στην Τεχεράνη και όχι στην επαρχία σιστάν -Μπαλουχιστάν, σημαντικό γεγονός, για τις ανησυχίες που υπήρχαν για το ότι η ποινή ήταν πιθανό να προκαλέσει εάν συνέβαινε επί τόπου.

Αν ο θάνατος του Ρίγκι επέφερε σημαντικό πλήγμα στην Τζουντάλα από το 2011, αυτό δεν σημαίνει ότι η τελευταία έχει εξαφανιστεί εντελώς από την ιρανική σκηνή. Θα είχε ακόμη και έναν νέο ηγέτη στο πρόσωπο κάποιου Μοχάμεντ Νταχίρ Μπαλούχ. Έτσι, η Τζουντάλα είχε αναλάβει την ευθύνη για δύο επιθέσεις αυτοκτονίας οι οποίες διαπράχθηκαν στις 15 Ιουλίου 2010, ενάντια στο μεγάλο τέμενος του Zαχεντάν, οι οποίες είχαν προκαλέσει περισσότερους από 30 θανάτους και περισσότερους από 250 τραυματισμούς, μια επιχείρηση η οποία αποτελούσε μια δεδηλωμένη εκδίκηση για την σύλληψη και την εκτέλεση του Αμπντολμαλέκ Ρίγκι. Και στις 15 Δεκεμβρίου 2010, τουλάχιστον 39 άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από ογδόντα τραυματίστηκαν σε επίθεση αυτοκτονίας κοντά σε σιιτικό τέμενος στο Τσαμπαχάρ, στο νοτιοανατολικό άκρο του Ιράν, κατά την διάρκεια εορτασμών του σιιτικού πένθους της Ατσούρα.

Δεν αναφέρθηκε κανένα σημαντικό ένοπλο επεισόδιο στην περιοχή μέχρι τις 19 Οκτωβρίου 2012, όταν μια νέα επίθεση αυτοκτονίας εναντίον ενός σιιτικού τζαμιού σκότωσε τουλάχιστον δύο άτομα στο Τσαμπαχάρ, μια επίθεση η οποία αποδόθηκε σε μια άλλη αυτονομιστική ομάδα των Μπαλόχ, το Χαρακάτ αλ-Ανσάρ Ιράν (HAI), η οποία έφτασε στο σημείο να αναφέρεται στον Αμπντολμαλέκ Ρίγκι ως «πνευματικό εμίρη» (διοικητή). Ακριβώς όπως το Χαρακάτ αλ-Ανσάρ Ιράν, μια άλλη ομάδα συζητήθηκε από τις αρχές του 2013. Είναι η Τζαϊς ουλ-Αντλ («Στρατός της Δικαιοσύνης»). Αυτό το ένοπλο κίνημα λέγεται ότι σχηματίστηκε μετά την εκτέλεση του Ρίγκι και τον επακόλουθο κατακερματισμό της Τζουντάλα και έχει έναν αριθμό πρώην μελών της στις τάξεις του.

του Νταβίντ Ριγκουλέ-Ροζέ

tweet
Insta
Tiktok