Η ΦΑΥΛΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Το τελευταίο διάστημα κορυφαία αμερικανικά μέσα ενημέρωσης (όπως πχ το Newsweek) και Αμερικανοί γερουσιαστές κατηγορούν την Τουρκία και τον πρόεδρο της για ιμπεριαλιστική πολιτική, κάνοντας αναφορές για τις στρατιωτικές επεμβάσεις της Άγκυρας στην βόρεια Κύπρο, στην Λιβύη και στην βόρεια Συρία.
Προφανώς ουδείς εξ υμών αμφισβητεί τις ιμπεριαλιστικές συμπεριφορές της Άγκυρας, αλλά όταν τέτοιες δηλώσεις και αναλύσεις προέρχονται από την κοιτίδα του ιμπεριαλισμού του 20ου και 21ου αιώνα, τότε οι λαϊκές ρήσεις «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα» και «στου κρεμασμένου το σπίτι δεν μιλάνε για σχοινί» βρίσκουν την απόλυτη ορθότητα τους.

Το ερώτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτίθενται πραγματικά στις συμπεριφορές τις οποίες ισχυρίζονται ότι αντιστρατεύονται. Η ιδέα ότι οι αμερικανικές κυβερνήσεις αντιτίθενται πραγματικά στις ιμπεριαλιστικές πρακτικές καταρρέει κατά την εξέταση της συμπεριφοράς των συμμάχων των ΗΠΑ, καθώς και των ενεργειών των ίδιων των ΗΠΑ.

Μια ανάλυση της βίας των ΗΠΑ είναι αποκαλυπτική. Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991, κυβέρνηση Τζορτζ Μπους εναντίον Ιράκ του Σαντάμ Χουσείν, ξεκίνησε επειδή το Ιράκ είχε εισβάλει στο Κουβέιτ. Ενώ η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ ήταν προφανώς προσβολή του Διεθνούς Δικαίου, η οργή των ΗΠΑ ήταν εξαιρετικά επιλεκτική.
Τόσο πριν όσο και μετά, οι ΗΠΑ υποστήριξαν πολύ πιο καταστροφικές εισβολές από αυτές του Ιράκ στο Κουβέιτ.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε την εισβολή της Ινδονησίας στο Ανατολικό Τιμόρ το 1975 και την εισβολή της Νότιας Αφρικής στην Αγκόλα το ίδιο έτος. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν επίσης την εισβολή του Πατριωτικού Μετώπου της Ρουάντα στην Ουγκάντα το 1990 και την εισβολή Αιθιοπίας στην Σομαλία το 2006. Θυμίζουμε ότι λίγα χρόνια πριν την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ, ο Σαντάμ Χουσείν είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ όταν εισέβαλε στο Ιράν, με αποτέλεσμα πάνω από ένα εκατομμύριο θανάτους.

Το 1990, ένα χρόνο πριν το εγχείρημα του Σαντάμ Χουσείν εναντίον του Κουβέιτ, οι ΗΠΑ εισέβαλαν στον Παναμά με σκοπό την σύλληψη του δικτάτορα Ντανιέλ Νοριέγκα, πρώην έμμισθου υπαλλήλου της CIA. Αυτός ο πόλεμος στοίχισε την ζωή 3.000 αμάχων, αποτέλεσμα του βομβαρδισμού της πρωτεύουσας του Παναμά.

Το 2018 οι ΗΠΑ βομβάρδισαν την Συρία με τον άκρως αμφισβητούμενο ισχυρισμό ότι η κυβέρνηση του Άσαντ είχε χρησιμοποιήσει χημικά όπλα εναντίον των αντιπάλων της. Μια ανασκόπηση της πρόσφατης ιστορίας των ΗΠΑ αποκαλύπτει ότι ο αμερικανικός στρατός επί των κυβερνήσεων Κένεντι, Τζόνσον και Νίξον έκανε ευρεία χρήση χημικών όπλων (Agent Orange) στους πολέμους στο Λάος, στην Καμπότζη και στο Βιετνάμ τις δεκαετίες 1960 και 1970. Το χημικό συστατικό «Agent Orange» με το οποίο βομβαρδίστηκαν οι προαναφερθείσες χώρες είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα τροπικού δάσους, να μολυνθεί το πόσιμο νερό και να προκληθούν γενετικές ανωμαλίες και ασθένειες που διαρκούν έως τις σημερινές γενιές.

Εξ ίσου απεχθής ήταν η χρήση πυρομαχικών απεμπλουτισμένου ουρανίου κατά τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας το 1999 και του Ιράκ στον πόλεμο του 2003. Στα χρόνια που ακολούθησαν τα ποσοστά θανάτων από καρκίνο και οι γενετικές ανωμαλίες στις περιοχές που βομβαρδίστηκαν έχουν εκτοξευτεί στα ύψη.
Οι αξίες των κρατών και των κυβερνήσεων αποδεικνύονται και υποδεικνύονται όχι μέσω ρητορικής, αλλά μέσω συμπεριφορών. Συχνά θεωρείται από ευκολόπιστους ότι είναι δεδομένο ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιδιώκει την ειρήνη. Αν η «παγκόσμια ειρήνη» ήταν προτεραιότητα, θα περίμενε κανείς από τις ΗΠΑ να επωφεληθούν από κάθε δυνατή ευκαιρία για να αποφύγουν τον πόλεμο. Όμως τα στοιχεία άλλα καταμαρτυρούν.

Από τα 245 χρόνια ύπαρξης των ΗΠΑ, μόνο στα 11 εξ αυτών δεν πολεμούσαν. Όλοι δε οι πόλεμοι των ΗΠΑ ήταν επιθετικοί πόλεμοι, ουδόλως αμυντικοί για την προάσπιση του αμερικανικού εδάφους. Ιστορικά, οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει συχνότατα την βία, αν και υπήρχαν άλλες διαθέσιμες επιλογές. Θα αναφερθούμε ακολούθως σε μερικά παραδείγματα.

Πριν ξεκινήσει ο πόλεμος του 2003 στο Ιράκ, με το ψευδές πρόσχημα του χημικού οπλοστασίου του Σαντάμ Χουσείν, η κυβέρνηση της Βαγδάτης προσέφερε διπλωματικές λύσεις. Τον μήνα που προηγήθηκε της εισβολής οι ιρακινές μυστικές υπηρεσίες προσπάθησαν να ικανοποιήσουν τις ΗΠΑ, κάνοντας παραχωρήσεις που θα μείωναν κάθε ανάγκη για βία εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης. Σημειώνουμε μερικές από αυτές τις παραχωρήσεις:
Πλήρης συνεργασία για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, απεριόριστη πρόσβαση στην διεξαγωγή επιθεωρήσεων για όπλα μαζικής καταστροφής, προτεραιότητα στα δικαιώματα εξόρυξης πετρελαίου σε αμερικανικές εταιρίες.

Ο Σαντάμ Χουσείν είχε λανθασμένα υπολογίσει ότι οι ΗΠΑ θα επέλεγαν τον πόλεμο ως έσχατη λύση, μια από τις βασικές αρχές του Κλάουζεβιτς. Ο Σαντάμ δεν ήξερε ότι ο πόλεμος ήταν επιθυμητός και προγραμματισμένος από το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και το βαθύ κράτος ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Αν ο Χουσείν ήταν πιο ενημερωμένος γνώστης της ιστορίας των ΗΠΑ, θα γνώριζε ότι ο πόλεμος ήταν πάντα ο προτιμώμενος δρόμος για την υπερδύναμη. Το 2001, δυο χρόνια νωρίτερα από τον πόλεμο του 2003 στο Ιράκ, οι Ταλιμπάν είχαν προσφερθεί να εγκαταλείψουν τον Οσάμα μπιν Λάντεν για να αποφύγουν την εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν (εξ ου και η μετακόμιση του στο Πακιστάν όπου εκτελέστηκε από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις), μια εισβολή που έγινε με πρόσχημα τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».
Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν την προσφορά των Ταλιμπάν, επιλέγοντας να ξεκινήσουν ένα εικοσαετή πόλεμο ο οποίος τελικά έληξε με την ήττα της υπερδύναμης.

Το 1999, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ σαμποτάρισαν την πιθανή ειρηνευτική διαδικασία στην Γιουγκοσλαβία. Οι ΗΠΑ και ο πολεμικός τους βραχίονας το ΝΑΤΟ προτίμησαν τον πόλεμο από τις ειρηνικές διαπραγματεύσεις, καθώς η «Συμφωνία του Rambouillet» που πρότειναν στον Μιλόσεβιτς δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από καμία κυρίαρχη κυβέρνηση στη γη. Η Συμφωνία προέβλεπε ότι η Σερβία θα επέτρεπε στρατιωτική κατοχή της χώρας από στρατεύματα του ΝΑΤΟ, ένας όρος που συντάχθηκε με σκοπό να διασφαλιστεί ο πόλεμος. Η Σερβία βομβαρδίστηκε ανηλεώς από νατοϊκές δυνάμεις επί 78 ημέρες, οι βομβαρδισμοί ειρήσθω εν παρόδω έγιναν με την συνδρομή της Ελλάδας, είχαν δε ως αποτέλεσμα την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον θάνατο χιλιάδων αμάχων (προαναφέρθηκε η χρήση πυρομαχικών απεμπλουτισμένου ουρανίου).

Η φαινομενική αλλεργία των ΗΠΑ στις ειρηνικές συμπεριφορές αποδεικνύεται και στο ζήτημα της Λιβύης, το 2011 η χώρα αυτή βομβαρδίστηκε από νατοϊκές δυνάμεις με πρόσχημα την «Αραβική Άνοιξη» και σκοπό να απομακρυνθεί από την εξουσία ο μη αρεστός στην Δύση Καντάφι, ενώ υπήρχαν προσφορές για την παύση της βίας που όμως δεν βρήκαν ανταπόκριση από τις ΗΠΑ.

Η φαινομενική αλλεργία στις ειρηνικές λύσεις συμπεριλαμβάνει και το Ιράν, οι ΗΠΑ συνεχίζουν από το 2003 σφοδρές κυρώσεις με πρόσχημα τα υποτιθέμενα πυρηνικά όπλα και την δήθεν αποσταθεροποιητική πολιτική αυτής της χώρας στην Μέση Ανατολή. Μια εντελώς υποκριτική κατηγορία μιας υπερδύναμης που τον 21ο αιώνα έχει επιτεθεί σε επτά κράτη της περιοχής. Το Ιράν πολλάκις τα τελευταία χρόνια έχει προτείνει διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα, οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής σαμποτάρουν με ψευδή επιχειρήματα τις διαπραγματεύσεις.

Ο σημερινός ψυχρός πόλεμος με την Ρωσία που ως κυρίαρχο χαρακτηριστικό έχει την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, προς τις χώρες της πρώην σοβιετικής επικράτειας, αποδίδεται επίσης στην αμερικανική επιθετικότητα. Το 1990, καθώς η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε, οι ΗΠΑ είχαν υποσχεθεί στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτεινόταν ούτε κατά μια πιθαμή προς τα δυτικά σύνορα της Ρωσίας. Έκτοτε η Συμμαχία έχει προωθηθεί κατά 1.600 χλμ προς τα ρωσικά σύνορα, ενσωματώνοντας την Πολωνία, κράτη της Βαλτικής και προσπαθώντας να απορροφήσει την Ουκρανία και Γεωργία. Εάν η Ρωσία προσπαθούσε να ενσωματώσει σε μια Συμμαχία το Μεξικό και κράτη της Καραϊβικής, η άποψη των ΗΠΑ θα ήταν ότι η Μόσχα επιδιώκει την ειρήνη;

Η προφανής μη εκτίμηση ειρηνικών συμπεριφορών φαίνεται από την πραγματικότητα των στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ. Οι ετήσιες δαπάνες του Αμερικανικού Πενταγώνου ανέρχονται κατά μέσο όρο σε περίπου 700 δισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία χρόνια. Το ποσό αυτό ισούται με το άθροισμα των δαπανών των επόμενων δέκα χωρών μαζί (στοιχεία SIPRI). Η υπόθεση ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ειρήνη φαίνεται εντελώς παράλογη, οι διακηρυχθείσες φιλοδοξίες για «Global Peace» ουδόλως συνδυάζονται με το ιστορικό της υπερδύναμης και την συμπεριφορά της.

Η λέξη «δημοκρατία» που πέραν της «ειρήνης» πολύ συχνά επικαλούνται οι πρόεδροι των ΗΠΑ, επίσης δεν είναι συγχρονισμένη με το ιστορικό της υπερδύναμης. Μια απλή απόδειξη είναι ότι οι ΗΠΑ παρέχουν όπλα στις 7 από τις 10 δικτατορίες αυτού του κόσμου. Αυτή η παροχή όπλων συνοδεύεται από την εκπαίδευση στρατιωτικών δυνάμεων και δυνάμεων ασφαλείας αυτών των αντιδημοκρατικών κυβερνήσεων, περιττό να ειπωθεί ότι αυτές οι δυνάμεις ασφαλείας και τα όπλα συχνά αναπτύσσονται εναντίον των ίδιων των πληθυσμών τους.

Μια εξέταση των στενότερων συμμάχων και εταίρων των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική στο διάβα του χρόνου δείχνει ότι η δημοκρατία είναι μια κινούμενη αξία στην χάραξη πολιτικής της υπερδύναμης. Σε όλη την περιοχή κατά καιρούς οι ΗΠΑ έχουν βρει χρήσιμα υποκατάστατα σε στρατιωτικές δικτατορίες, μοναρχίες και απαρτχάιντ πολιτείες.

Το δικαίωμα ενός λαού να επιλέγει την κυβέρνηση του είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας. Ωστόσο, οι ΗΠΑ από το 1945 και μετά παρεμβαίνουν συνεχώς στις ξένες εκλογές σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν ευνοϊκά για αυτές αποτελέσματα. Από το 1945 οι ΗΠΑ έχουν αναμειχθεί σε εκλογικές αναμετρήσεις σε περισσότερες από 80 χώρες. Όταν αυτές οι αναμείξεις δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα οι ΗΠΑ κατέφυγαν σε πιο αντιδημοκρατικές πρακτικές, χρησιμοποιώντας ανατρεπτικά μέσα όπως έγχρωμες επαναστάσεις, δολιοφθορές και δολοφονίες μη αρεστών ηγετών. Οι λαοί της Ουκρανίας, του Ιράν, της Γουατεμάλας, της Βραζιλίας, της Ονδούρας, της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και πολλών άλλων χωρών είναι πολύ εξοικειωμένοι με την ασσυμετρία που υπάρχει μεταξύ ρητορικής και δράσης όσον αφορά την φερόμενη ανησυχία των ΗΠΑ περί δημοκρατικών πρακτικών.

Η φαύλη φύση και ανηθικότητα της πολιτικής των ΗΠΑ είναι συστημικό αποτέλεσμα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, η προπαγάνδα της Ουάσιγκτον περί «ειρήνης» και «δημοκρατίας» που διαδίδεται μέσω των ελεγχόμενων ΜΜΕ είναι ένας μύθος που δεν μπορεί να συνεχιστεί, καθώς τα τείχη αυτού του μύθου ήδη έχουν ρωγματώσεις και καταρρέουν.

Γ. Λιναρδής

tweet
Insta
Tiktok