Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΠΑΙΓΝΙΩΝ: Αποκλειστικά Brinkmanship ή Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος?

Η έννοια του γεωστρατηγικού όρου της αποτροπής έχει νόημα μόνο ανάμεσα σε δυνάμεις με στρατηγικά όπλα, όπως για παράδειγμα τις χώρες που έχουν πυρηνικά οπλοστάσια. Επεξηγηματικά ο ορισμός του στρατηγικού όπλου έγκειται στην μη-ελεγχόμενη καταστροφικότητα του, δηλαδή μια λαίλαπα που έχει πολύ μεγάλη έκταση και διάρκεια. Τα πυρηνικά όπλα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία επειδή μπορούν να καταστρέψουν ανεξέλεγκτα μεγάλες εκτάσεις, ενώ παράλληλα επιφέρουν παρατεταμένες παρενέργειες όπως ο πυρηνικός χειμώνας και οι θανατηφόρες δόσεις ακτινοβολίας με διάρκεια πολλών δεκαετιών.

Αναλυτικά ο παραπάνω όρος της αποτροπής είχε καθιερωθεί από αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες, όπως ενδεικτικά ο Brodie (1959), ο Wohlstetter (1959), ο Schelling (1960) και ο Ellsberg (1961), ακριβώς για να μην συμβεί πυρηνικός πόλεμος ο οποίος θα ήταν ταυτόχρονα καταστροφικός και για τις δύο πλευρές (Mutually Assured Destruction – MAD).

Άλλωστε γι αυτό το λόγο το Χόλλυγουντ παρήγαγε σχετικές ταινίες που είτε προσπαθούσαν να διακωμωδήσουν μεν την κατάσταση αλλά να τονίσουν έντονα δε τα κύρια μειονεκτήματα ενός πυρηνικού πολέμου μεταξύ Αμερικής και Σοβιετικής Ένωσης (Dr Strangelove: How I Learned to Stop Worrying and Loved the Bomb, 1964), είτε έδειχναν την φρίκη μιας τέτοιας αμοιβαίας καταστροφής με έμφαση στην τρομακτική υποβάθμιση που θα είχε υποστεί ο αμερικανικός τρόπος ζωής (The Day After, 1983).

Έτσι μετά την σχεδόν ταυτόχρονη απόκτηση σημαντικού πυρηνικού οπλοστασίου από την Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση και το μοίρασμα της Ευρώπης σε δύο σφαίρες επιρροής ξεκίνησε ο Ψυχρός Πόλεμος, ακριβώς για να αποφευχθεί η χρήση των πυρηνικών όπλων. Με αυτό τον τρόπο καθιερώθηκε μια ισορροπία Nash στην διεθνή σκηνή, δηλαδή καμία δύναμη δεν είχε να κερδίσει κάτι περισσότερο αν ξέφευγε από την ισορροπία του Ψυχρού Πολέμου και κατέφευγε στην χρήση των πυρηνικών όπλων για την εξουδετέρωση των αντιπάλων της.

Όμως ας αναλογιστούμε ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση μεταξύ δυνάμεων με τεράστια πυρηνικά οπλοστάσια υπήρχαν καταστάσεις που έφτασαν στο χείλος του πολέμου (Ακραία Αντιπαράθεση – Brinkmanship). Επεξηγηματικά ο όρος brinkmanship ή ακροσφαλής διπλωματία ή πολιτική των άκρων σημαίνει την εξάσκηση επισφαλών ενεργειών στο χείλος μιας σύγκρουσης προς την επίτευξη ενός πλεονεκτικού αποτελέσματος. Ένα παράδειγμα της Ακραίας Αντιπαράθεσης ήταν η κρίση των πυραύλων στην Κούβα το 1962, όπου μετά από δεκατρείς ημέρες έντονης αντιπαράταξης η Ρωσία απέσυρε τους πυραύλους της από την Κούβα και αντίστοιχα η Αμερική άρχισε σταδιακά και μυστικά να απομακρύνει τους πυραύλους της από την Τουρκία. Δηλαδή μια ακραία αντιπαράθεση λύνεται μόνο με την ικανοποίηση και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Άλλη μια προσπάθεια της ανατροπής της ισορροπίας Nash που πρόσφεραν τα εκατέρωθεν πυρηνικά οπλοστάσια έγινε το 1984 επί προεδρίας Ρόναλντ Ρήγκαν με το σχέδιο Strategic Defense Initiative (SDI), αλλιώς ονομαζόμενο και ως “Star Wars”. Η κύρια έννοια ήταν η δημιουργία ενός πλέγματος από ενεργειακά όπλα (λέιζερ) σε δορυφόρους που θα έκαναν ικανοποιητική ανάσχεση σε μια σοβιετική επίθεση. Η αρνητική έκθεση της American Physical Society το 1987 για την λειτουργική υλοποίηση του Star Wars και η απάντηση των Σοβιετικών ότι αρκετοί από τους πύραυλους τους σε μια επίθεση θα ήταν δολώματα έληξαν την προσπάθεια αυτής της ιδέας.

Μετά το 1987 η Αμερική κινήθηκε προς μια πιο συμβατική προσέγγιση σε αυτή την προσπάθεια ανατροπής των ισορροπιών με το πρόγραμμα “Brilliant Pebbles” που θα χρησιμοποιούσε απλά την μάζα των δορυφόρων για την ανάσχεση των σοβιετικών πυραύλων. Στην ουσία η πρόταση ήταν για την δημιουργία δορυφορικών σωμάτων περίπου ενός μέτρου σε μήκος όπου η ταχύτητα και η μάζα τους θα ήταν ικανή να διαλύσουν τους επερχόμενους πυραύλους.

Όμως στα τέλη του 1989 άρχισε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δηλαδή του ανταγωνισμού σε γεωπολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο ανάμεσα στα δύο κύρια μπλοκ χωρών από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι την πτώση της ΕΣΣΔ στα τέλη του 1991 το πυρηνικό δόγμα είχε αλλάξει σε πυραύλους με πολύ μικρότερη εμβέλεια (Τheater Ballistic Missiles) από τους διηπειρωτικούς Minuteman III και P-36M (SS-18 Satan) και τα σχετικά προγράμματα που προσπαθούσαν να μειώσουν την αξία του πυρηνικού οπλοστασίου της Σοβιετικής ¨Ένωσης εγκαταλείφτηκαν.

Άρα με γνώμονα την θεωρία παιγνίων η Αμερική προσπάθησε να ανατρέψει την ισορροπία Nash που πρόσφεραν τα αντίστοιχα πυρηνικά οπλοστάσια, αλλά δεν μπόρεσε να πετύχει κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα.

Με την έλευση των χρόνων και ιδιαίτερα μετά το 2000 αποδείχθηκε ότι η διατήρηση ενός πυρηνικού οπλοστασίου ήταν σημαντική για την εθνική ασφάλεια ενός ανταγωνιστικού στο ΝΑΤΟ κράτους. Με άλλα λόγια για ένα κράτος που δεν ενστερνιζόταν τα αμερικανικά συμφέροντα με προφανώς μη πλήρως φιλοαμερικανική κυβέρνηση.

Σε αυτή την περίπτωση σε αυτό το κράτος θα έπρεπε να εφαρμοστεί η “αμερικανική δημοκρατία”. Συγκεκριμένα η “αμερικανική δημοκρατία” σημαίνει την πίεση προς ένα κράτος προς την προσπάθεια αλλαγής της κυβερνήσεως του σε κάποιας πολύ πιο φιλοαμερικανικής. Αυτή η πίεση μπορεί να προέλθει είτε με στρατιωτική επέμβαση (Γιουγκοσλαβία), είτε μέσω χρονικών συγκυριών ή πολιτικού πολέμου (ένταξη χωρών της Βαλτικής στο ΝΑΤΟ), είτε με μεθόδους μυστικών υπηρεσιών (Ουκρανία).

Άρα η διατήρηση ενός πυρηνικού οπλοστασίου σήμαινε την θωράκιση της εκάστοτε κυβέρνησης από την αμερικανική αρπάγη. Για παράδειγμα είναι εξαιρετικά δύσκολη η προσπάθεια αλλαγής ενός πολιτεύματος σε κάποιο πολύ πιο φιλοαμερικανικό σε μια πυρηνική δύναμη, όπως η Ρωσία, η Κίνα αλλά και η πολύ μικρότερη σε έκταση και πόρους Βόρειος Κορέα.

Όπως προαναφέρθηκε, μια κατάσταση ακραίας αντιπαράθεσης λύνεται μόνο με την ταυτόχρονη ικανοποίηση και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών. Δηλαδή το ισοζύγιο της εθνικής ασφάλειας και των δύο συνδιαλεγόμενων πλευρών δε θα πρέπει να έχει διαταραχτεί στο τέλος των σχετικών ενεργειών και διαπραγματεύσεων.

Σίγουρα η Ρωσία θα αναχαιτίσει την επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, μιας και στην αντίθετη περίπτωση η εθνική της ασφάλεια θα υποβιβαζόταν σε τεράστιο βαθμό. Παράλληλα η Ρωσία έχει ενεργοποιήσει τις διπλωματικές της σχέσεις με χώρες που βρίσκονται κοντά στις ΗΠΑ, όπως την Κούβα, την Βενεζουέλα και την Νικαράγουα. Επιπροσθέτως ο Ρωσικός Στόλος έχει ξεκινήσει μια δυναμική προβολή δύναμης με γυμνάσια στη Βόρεια Θάλασσα που έχουν κύριο αποδέκτη το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε περίπτωση που το ΝΑΤΟ επιμείνει σε περισσότερη κλιμάκωση, η γενικότερη εκτίμηση για την ρωσική πλευρά είναι ότι οι επαρχίες του Ντονμπάς θα ενωθούν με τη Ρωσία ίσως με τον ίδιο τρόπο που συνέβηκε στην Κριμαία. Από την άλλη πλευρά το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να ενισχύσουν την επιρροή τους στην Ουκρανία μέσω αποστολών στρατιωτικών εφοδίων, συστημάτων και συμβούλων και να περιμένουν μια καλύτερη μελλοντική συγκυρία για την πρόσδεση της Ουκρανίας στο άρμα του ΝΑΤΟ, όπως άλλωστε συνέβη και με τις χώρες της Βαλτικής.

Συμπερασματικά σήμερα το ΝΑΤΟ προσπαθεί να δημιουργήσει ένα πόλεμο μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Σε αυτή την προσπάθεια συμβάλουν δεξαμενές σκέψεις που έχουν καταστρώσει και δημοσιοποιήσει εκτιμήσεις για την ρωσική εισβολή καθώς και γενικότερα μια μεγάλη εκστρατεία ψυχολογικού πολέμου από τα δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όμως είναι σοβαρά διατεθειμένο το ΝΑΤΟ να υπερβεί το όριο της ακραίας αντιπαράθεσης? Επιθυμεί το ΝΑΤΟ την εκατέρωθεν χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων (Τheatre Βallistic Μissiles) και μια πιθανή εξέλιξη προς ένα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο?

Από την άλλη πλευρά η Ρωσία δεν επιθυμεί να συμβάλλει σε αυτό το ενδεχόμενο της ένοπλης σύρραξης σε ολόκληρη την επικράτεια της Ουκρανίας και θεωρεί ένα τέτοιο πόλεμο απαράδεκτο καν ως σκέψη.

Άρα στην τελική ανασκόπηση αυτής της κατάστασης με τη λήξη του τωρινού brinkmanship μήπως αυτή τη φορά η ακραία αντιπαράθεση που εξελίσσεται στην Ουκρανία θα έχει μόνη εδαφικά κερδισμένη τη Μόσχα?

Θεόδωρος Κωστής  

tweet
Insta
Tiktok