ΟΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΚΤΟΣ ΔΟΛΑΡΙΟΥ

Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σύμφωνα με πολλούς αναλυτές επιφέρει ακριβώς το αποτέλεσμα που φοβάται περισσότερο. Έχοντας υπερβολικές απαιτήσεις από τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ, οι Αμερικανοί διπλωμάτες φέρνουν στο προσκήνιο το εφιαλτικό σενάριο του Κίσινγκερ, οδηγώντας τη Ρωσία και την Κίνα σε ένα κοινό στρατόπεδο.
Ενώ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ επωμίζονται το κόστος των αμερικανικών κυρώσεων, η Ρωσία και η Κίνα επωφελούνται από την υποχρέωση τους να διαφοροποιηθούν και να κάνουν τις δικές τους οικονομίες ανεξάρτητες από το δολάριο και να απαλλαγούν από άλλες βασικές τους εξαρτήσεις από την Δύση. Πάνω απ’ όλα, αυτές οι δύο χώρες δημιουργούν τα δικά τους χρηματοπιστωτικά συστήματα και διατηρούν τα διεθνή νομισματικά τους αποθέματα με τη μορφή χρυσού και εκατέρωθεν νομισμάτων για την διεξαγωγή του αμοιβαίου εμπορίου και των επενδύσεων τους.

Αυτή η απο-δολαριοποίηση παρέχει μια εναλλακτική λύση στην μονοπολική ικανότητα των ΗΠΑ να αποκτούν δωρεάν ξένη πίστωση για το αμερικανικό Δημόσιο και τα τεράστια χρέη του ύψους 30 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Καθώς ξένες χώρες όπως η Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Ινδία, Βραζιλία, Αργεντινή και οι κεντρικές τους τράπεζες
απο-δολαριοποιούνται, τι θα στηρίξει το δολάριο;
Χωρίς την ελεύθερη πιστωτική γραμμή που παρέχεται στο αμερικανικό νόμισμα μέσω των ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου και του πετροδολαρίου από τις ξένες κεντρικές τράπεζες, οι οποίες πρακτικά ανακυκλώνουν τις στρατιωτικές δαπάνες του Πενταγώνου με ελάχιστη μόνο απόδοση, πώς μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να εξισορροπήσουν τις διεθνείς πληρωμές τους ενόψει της αποβιομηχάνισης τους;
Οι ΗΠΑ δεν μπορούν απλά και εύκολα να αντιστρέψουν την εξάρτηση τους από την κινεζική και την άλλη ασιατική Οικονομία, επαναφέροντας την παραγωγή στην πατρίδα τους. Η αμερικανική προστιθέμενη αξία έχει πολύ υψηλά έξοδα για να μπορέσει να ανταγωνιστεί διεθνώς, δεδομένων των δημοσιονομικών απαιτήσεων, τουτέστιν των υψηλών εξόδων στέγασης και εκπαίδευσης, της εξυπηρέτησης χρέους, της πανάκριβης ασφάλισης υγείας και των κοστοβόρων ιδιωτικοποιημένων υπηρεσιών υποδομής.

Ο μόνος τρόπος για τις ΗΠΑ να διατηρήσουν τη διεθνή οικονομική τους ισορροπία είναι με τη μονοπωλιακή τιμολόγηση των οπλικών συστημάτων τους, τις κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων και τεχνολογίας πληροφοριών και αγοράζοντας τον έλεγχο των πιο προσοδοφόρων τομέων παραγωγής σε φιλικές χώρες στο εξωτερικό, με άλλα λόγια, διαδίδοντας την νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική σε όλο τον κόσμο με τρόπο που να υποχρεώνει άλλες χώρες να εξαρτώνται από τα δάνεια και τις επενδύσεις των ΗΠΑ.

Η εναλλακτική λύση στο νεοφιλελεύθερο αυτό δόγμα είναι οι αναπτυξιακές πολιτικές με τις οποίες οι ΗΠΑ,
η Γερμανία και η Γαλλία ανέβηκαν στην οικονομική πυραμίδα κατά τη διάρκεια της δικής τους βιομηχανικής απογείωσης με ισχυρή κυβερνητική υποστήριξη και προγράμματα κοινωνικών δαπανών.
Όμως οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν αυτή την παραδοσιακή βιομηχανική πολιτική από τη δεκαετία του 1980, επιβάλλοντας στη δική της οικονομία εκείνες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που αποβιομηχανοποίησαν όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Θατσερική Βρετανία και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες όπως τις Βαλτικές Χώρες και την Ουκρανία από το 1991.
Η εξαιρετικά πολωμένη και με μόχλευση χρέους ευημερία των ΗΠΑ βασίζεται στη διόγκωση των τιμών των ακινήτων και των χρηματοπιστωτικών μέσων και στην ιδιωτικοποίηση των υποδομών. Αυτός ο νεοφιλελευθερισμός υπήρξε ένας δρόμος για να γίνουν οι ΗΠΑ μια αποτυχημένη οικονομία και κυρίως ένα αποτυχημένο κράτος, υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει τον αποπληθωρισμό του χρέους του, την αύξηση των τιμών των κατοικιών και των ενοικίων, καθώς και το υπέρογκο ιατρικό και άλλο κόστος που προκύπτει από την ιδιωτικοποίηση όσων άλλες χώρες παρέχουν ελεύθερα ή σε επιδοτούμενες τιμές ως ανθρώπινα δικαιώματα, ήτοι υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, ιατρική ασφάλιση και συντάξεις.

Στην αντιπέρα όχθη, η επιτυχία της βιομηχανικής πολιτικής της Κίνας με μια μικτή οικονομία και τον κρατικό έλεγχο του νομισματικού και πιστωτικού συστήματος έχει οδηγήσει τους αμερικανούς στρατηγικούς αναλυτές να φοβούνται ότι οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Ασίας, ακόμη και η Ταϊβάν, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, μπορεί να βρουν ως οικονομικό τους πλεονέκτημα την πιο στενή ενσωμάτωση με την Κίνα και τη Ρωσία.
Η απάντηση των ΗΠΑ σε μια τέτοια παγκόσμια προσέγγιση με την Κίνα και τη Ρωσία φαίνεται να μην έχει άλλη διέξοδο εκτός από τις οικονομικές κυρώσεις και τη στρατιωτική πολεμική αντιπαράθεση. Μια τέτοια συνεχής ψυχροπολεμική στάση όμως είναι δαπανηρή και πολλές χώρες του δυτικού μπλοκ θα δίσταζαν να επωμιστούν το κόστος μιας σύγκρουσης που δεν έχει κανένα όφελος για τον εαυτό τους και μάλιστα θα απειλούσε να αποσταθεροποιήσει τη δική τους οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ανεξαρτησία.

Χωρίς επιδοτήσεις του δολαρίου από τις δυτικές χώρες, ειδικά καθώς άλλες μεγάλες και οικονομικά ισχυρές χώρες απο-δολαριοποιούν τις οικονομίες τους, πώς μπορούν οι ΗΠΑ να διατηρήσουν το κόστος του ισοζυγίου πληρωμών των υπερπόντιων τεράστιων στρατιωτικών δαπανών τους; Η περικοπή αυτών των δαπανών, και μάλιστα η ανάκτηση της βιομηχανικής αυτοδυναμίας και της ανταγωνιστικής οικονομικής ισχύος, θα απαιτούσε βαθύ μετασχηματισμό της αμερικανικής πολιτικής.
Μια τέτοια αλλαγή φαίνεται απίθανη, αλλά χωρίς αυτήν πόσο καιρό μπορεί η μεταβιομηχανική οικονομία των ΗΠΑ να καταφέρει να αναγκάσει άλλες χώρες να της παρέχουν την οικονομική της ευημερία (κυριολεκτικά με ελάχιστη απόδοση) και μη έχοντας μάλιστα εγκαταστάσεις παραγωγής στην ίδια την χώρα;

Πέρα από την απειλή ενός παγκόσμιου πολέμου που προκύπτει από τις απαιτήσεις και την συμπεριφορά των ΗΠΑ έναντι των συμμάχων της με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις κυρώσεις, το κόστος αυτών των απαιτήσεων για τους συμμάχους των ΗΠΑ γίνεται τόσο υψηλό ώστε να αρχίζει να γίνεται πολιτικά απρόσιτο. Για σχεδόν έναν αιώνα η Δύση δεν είχε άλλη εναλλακτική λύση από το να συμφωνήσει στους εμπορικούς και επενδυτικούς κανόνες που ευνοούσαν την αμερικανική οικονομία, ως το τίμημα λήψης στρατιωτικής ασφάλειας και οικονομικής υποστήριξης.
Αλλά τώρα προκύπτει μια εναλλακτική λύση, αυτή που προσφέρει οφέλη για όλους που συμμετέχουν στην προσπάθεια της Κίνας και της Ρωσίας να διαφοροποιηθούν και να κάνουν τις οικονομίες τους ανεξάρτητες από το δολάριο και τα ιμπεριαλιστικά δεσμά που το συνοδεύουν.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον τη νομισματική δύναμη, το φαινομενικά χρόνιο εμπορικό πλεόνασμα και το πλεόνασμα του ισοζυγίου πληρωμών που της επέτρεψαν να καταρτίσει τους παγκόσμιους εμπορικούς και επενδυτικούς κανόνες μετά τον Β΄ Π.Π.
Η απειλή για την κυριαρχία των ΗΠΑ είναι ότι η Κίνα, η Ρωσία και η καρδιά του Ευρασιατικού Παγκόσμιου Νησιού του Mackinder προσφέρουν καλύτερες εμπορικές και επενδυτικές ευκαιρίες από αυτές που είναι διαθέσιμες από τις Ηνωμένες Πολιτείες με την ολοένα και πιο απελπισμένη απαίτηση τους για θυσίες από το ΝΑΤΟ και τους άλλους συμμάχους τους.

Λ. Ιουστινιάνης

tweet
Insta
Tiktok