Ι.ΣΤ.Ο.Σ.

ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΟΙ ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΑΪΒΑΝ-ΚΙΝΑΣ

Αφ’ ενός, μια πλέον επιθετική ηπειρωτική κινεζική ηγεσία και αφ΄ ετέρου ο απέναντί της δύσπιστος πληθυσμός της Ταϊβάν αναγκάζουν τα δύο κύρια πολιτικά κόμματα της Ταϊβάν να δώσουν έμφαση στην εθνική κυριαρχία, πράγμα το οποίον θα ενισχύσει τις διασταυρούμενες εντάσεις προ των εκλογών της Ταϊβάν το 2022 και το 2024, δίδον μακροπροθέσμως έδαφος σε μια πλέον ανταγωνιστική σχέση. Από το 2019, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ προβαίνει ολοέν και περισσότερον σε δημόσιες επισημάνσεις για να συνδέσει την «Συναίνεση του 1992» - μια διφορουμένη διμερή συμφωνία για την κρατικότητα της Ταϊβάν - με το πρότυπον διακυβερνήσεως «μία χώρα, δύο συστήματα». Αυτή η ρητορική το 2019 συνεδυάσθη με την καταστολή του Πεκίνου εναντίον των διαδηλωτών του Χονγκ Κονγκ, καθώς και με τον «Νόμον Εθνικής Ασφαλείας» του 2020 στο Χονγκ Κονγκ για να θέσει υπό αμφισβήτηση την βιωσιμότητα του καθεστώτος των Στενών, στο οποίον η Ταϊβάν λειτουργεί ως μία de facto («κατά την πραγματικότητα») ανεξάρτητος χώρα. Προεκάλεσε επίσης μια σημαντικήν αλλαγή στο κλίμα της Ταϊβάν εναντίον της Κίνας, η οποία με την σειρά της vδήγησε το συντηρητικόν «Εθνικιστικόν Κόμμα» - Κουομιντάνγκ (ΚΜΤ) και το «Δημοκρατικό Προοδευτικόν Κόμμα» (ΔΠΚ) της Ταϊβάν, να εστιάσουν και πάλιν στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας της χώρας τους.

    • Από τον Ιούνιον του 2021, τα στοιχεία από το Εθνικό Πανεπιστήμιον Τσενγκτσί της Ταϊβάν έδειξαν ότι το 56%     των Ταϊβανέζων υποστηρίζουν το status quo στις σχέσεις του καθεστώτος των Στενών (χωρίς ανεξαρτησία,     χωρίς επανένωση), ενώ το 31% υποστηρίζει την ανεξαρτησία και μόνον το 7% επιθυμεί επανένωση. Αυτό     συγκρίνεται με την κατανομή του 58% υπέρ του status quo του Ιουνίου 2017, 22% υπέρ της ανεξαρτησίας του και     12% υπέρ της επανενώσεως.


    • «Το Συμβούλιον Ηπειρωτικών Υποθέσεων της Ταϊβάν», το οποίον σχεδιάζει την πολιτικήν της Ταϊπέι απέναντι     στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, έδειξεν ότι το μερίδιο των Ταϊβανέζων που θεωρούν το Πεκίνο ως εχθρικόν     απέναντι στους Ταϊβανέζους ηυξήθη από 46% τον Ιούνιο του 2017 σε 60,5% τον Μάρτιον του 2021, δεύτερον     υψηλότερον ποσοστό μετά τον Μάρτιον του 2020 ( 61,5%), όταν επανεξελέγη ο Πρόεδρος Τσάϊ Ινγκ-βεν.

Πριν από τις τοπικές εκλογές του 2022 και τις προεδρικές εκλογές το 2024, τα δύο κύρια πολιτικά κόμματα της Ταϊβάν επιδιώκουν να επαναπροσδιοριστούν ως ένθερμοι υπερασπιστές της εθνικής κυριαρχίας, σε μια νέαν εποχή αμφιλεγομένων σχέσεων εκετέρωθεν των Στενών της Φορμόζας, χωρίς να θυσιάσουν την οικονομική επιβίωση της Ταϊβάν, η οποία εξαρτάται από την ηπειρωτική χώρα. Ιστορικώς, το KMT υπεβάθμισεν θέματα κυριαρχίας και ετόνισε τους διασταυρουμένους οικονομικούς δεσμούς των δύο χωρών, με την ελπίδα να αποτρέψει τις εδαφικές φιλοδοξίες της Λαϊκης Δημοκρατίας της Κίνας, ενώ το ΔΠΚ που έχει επίσης επισημάνει ζητήματα κυριαρχίας, ήταν επιφυλακτικόν όσον αφορά στην σύναψη πολιτικών συμφωνιών (όπως η Συναίνεση του 1992) με την Κίνα, ενώ αναζητεί την διαφοροποίηση των οικονομικών σχέσεων της Ταϊβάν μακράν της Κίνας. Ωστόσον, τώρα, όταν το KMT επανεξετάζει την στάση του σε θέματα κυριαρχίας, το ΔΠΚ συνειδητοποιεί την δυσκολία αντικαταστάσεως της Κίνας ως εμπορικού εταίρου, ενώ και τα δύο μέρη πρέπει να φροντίσουν για τους χειρισμούς απέναντι σε ένα σκεπτικιστικό και διστακτικό εκλογικό σώμα της Κίνας, του οποίου η δυσπιστία προς πάσα κατεύθυνση θα αυξηθεί καθώς θα αυξηθούν οι εντάσεις της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες που ενθαρρύνουν παγίως τις φωνές υπέρ της ανεξαρτησίας στην Ταϊβάν.

    • Το 2019 ο πρόεδρος του KMT «Τζώνυ» Τσιάνγκ Τσι Τσεν, υπερησπίσθη την κυριαρχίαν της Ταϊβάν από τα σχόλια     του Προέδρου Σι – Τζινπίνγκ και επέκρινεν εντόνως τις στρατιωτικές απειλές του Πεκίνου, διατηρών όμως     παραλλήλως την υποστήριξή του για το διασυνοριακόν εμπόριο. Ο αντίπαλός του στις εκλογές της 25ης     Σεπτεμβρίου για την προεδρία του KMT, «Έρικ» Τσου Λι Λουάν, τάσσεται υπέρ της αποκαταστάσεως των     «συμβιβαστικών» σχέσεων με την Κίνα. Παρά την αποστροφή του εκλογικού σώματος για την Κίνα, ο Τσιάνγκ     ηττήθη από τον εσωκομματικόν αντίπαλό του.


    • Ο Πρόεδρος του ΔΠΚ Τσάϊ Iνγκ-Βεν, ο οποίος τάσσεται υπέρ του ισχύοντος Καθεστώτος, πρέπει να αμβλύνει     ολοέν και περισσότερον την υποστήριξη της αντι-κινεζικής νομοθεσίας από το κόμμα (από την μερίδα του     κόμματος υπέρ της ανεξαρτησίας), ενώ εξακολουθεί να πιέζει για την ακλόνητο κυριαρχία της Ταϊβάν στις     διμερείς διασταυρούμενες αλληλεπιδράσεις με τον ηπειρωτικόν γίγαντα. Πασχίζει να εφαρμόσει την οικονομικήν     αποσύνδεση, καθώς συγκυριακώς οι πολιτικές της συνέπεσαν με την εμβάθυνση των εμπορικών σχέσεων με την     Κίνα εν μέσω της πανδημίας. Παρ' όλα αυτά, με δεδομένες τις απόψεις του εκλογικού σώματος υπέρ του status     quo, ένας μετριοπαθής υποψήφιος του ΔΠΚ όπως ο Τσάϊ θα ψηφισθεί περισσότερον το 2022 και το 2024, με την     υπόθεση ότι ο νικητής ημπορεί να διατηρήσει την οικονομικήν ανάπτυξη, αλλά και να υπερασπισθεί την ικανότητα     της Ταϊβάν να εκπροσωπείται σε παγκόσμια ιδρύματα και διεθνείς δημόσιες συζητήσεις.

Καθώς η Λαίκή Δημοκρατία ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει μιαν (πιθανότατα) …. «ολιγότερον φιλική» ταϊβανική ηγεσία, οι προσπάθειες του Πεκίνου να επηρεάσει τις επερχόμενες εκλογές στην Ταϊβάν είναι πιθανόν να αποδειχθούν αναποτελεσματικές ενάντια στην βελτιωμένη αντι-προπαγανδιστική άμυνα της Ταϊβάν, αναγκάζουσες εμμέσως το Πεκίνο να βασίζεται περισσότερον σε σαφείς στρατιωτικές απειλές, διπλωματικές εκστρατείες πιέσεως και μικράς κλίμακος οικονομικόν εξαναγκασμό. Τον Νοέμβριον του 2018, κατά τις τοπικές εκλογές, η Κίνα εχρησιμοποίησεν με επιτυχία τακτικές επιρροής στο διαδίκτυον, όπως ψεύτικες ομάδες εκστρατειών και εκμεταλλεύσεις περιεχομένου κοινωνικών μέσων μαζικής ενημερώσεως που δημιουργούν ψευδή κάλυψη, καθώς και στενές σχέσεις με ταϊβανέζικα ειδησεογραφικά μέσα για την προώθηση φιλο-κινεζικών απόψεων και υποψηφίων του KMT, ώστε να βοηθήσουν το KMT να σαρώσει στις τοπικές αρχαιρεσίες. Ωστόσον, πριν από τις προεδρικές και νομοθετικές εκλογές του 2020, η κυβέρνηση του Τσάϊ επραγματοποίησεν μια σειρά από βήματα, (που βεβαίως είναι πιθανόν να επαναληφθούν το 2022 και το 2024) για να μειώσει τον αντίκτυπον των κινεζικών προσπαθειών επιρροής και να αφήσει το Πεκίνο περισσότερον εξηρτημένο από άλλα καταναγκαστικά μέτρα που πιθανόν να δημιουργήσουν συγκριτικώς μεγαλυτέρα δημοσία δυσαρέσκεια στην Ταϊβάν.

    • Η Ταϊπέι συνειργάσθη με το Facebook για να καταργήσει τις κινεζικές μη αυθεντικές εκμεταλλεύσεις     περιεχομένου στο διαδίκτυον, εψήφισεν νόμο για την τιμωρία ποκίλων «επικοινωνιακών οντοτήτων»     (συμπεριλαμβανομένων των ειδησεογραφικών πρακτορείων) που προωθούν τις εκστρατείες του εξωτερικού για     να επηρεάσουν τις εκλογές και εκινητοποίησεν μιαν εθελοντική ομάδα ελέγχου γεγονότων για να απαντά σε     έρευνες ψεύτικων ειδήσεων στα κοινωνικά μέσα. Μαζί με αυτές τις προσπάθειες, η ελειμματική εκστρατεία του     KMT και ο χειρισμός της Κίνας εναντίον στις διαμαρτυρίες του Χονγκ Κονγκ το 2019, εβοήθησαν τον Τσάϊ να     επανεκλεγεί με το 57% των ψήφων.


    • Μετά την αμυντική εκστρατεία του 2020 κατά των τακτικών επιρροής στο διαδίκτυον, οι νομοθέτες του ΔΠΚ     προσπαθούν τώρα να ενισχύσουν τους νόμους για την εθνικήν ασφάλεια, τα εμπορικά μυστικά, την διαφάνεια της     εξωτερικής πολιτικής επιρροής, την επιρροή των μέσων ενημερώσεως, τις παράνομες δωρεές και άλλες ξένες     πολιτικές δραστηριότητες στην τρέχουσα νομοθετική σύνοδο από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο και στην     επομένη, από τον Φεβρουάριο έως τον Μάϊο, όλα ενόψει των τοπικών εκλογών του Νοεμβρίου 2022.


    • Παρά το ότι το Πεκίνο θα προσπαθήσει βεβαίως να επηρεάσει και πάλιν τις τοπικές και προεδρικές εκλογές της     Ταϊβάν το 2022 και το 2024, τα βελτιωμένα αντίμετρα της Ταϊπέι θα αφήσουν την Κίνα να εξαρτάται ολοέν και     περισσότερον από άλλες μεθόδους εξαναγκασμού της Ταϊβάν, όπως η χρήση των στρατιωτικών αεροσκαφών (το     2020 η Κίνα εξεκίνησε αεροπορικές παραβιάσεις στον εναέριο χώρο της Ταϊβάν -τις περισσότερες από του 1996     και ένθεν-) και οι εμπορικοί περιορισμοί, που στοχεύουν στους αγρότες της Ταϊβάν και σε άλλους οικονομικούς     τομείς εξαρτωμένους από τις ηπειρωτικές αγορές. Σε σύγκριση με τις πλέον συγκεκαλυμμένες διαδικτυακές     προσπάθειες επιρροής, αυτά τα εμφανέστερα καταναγκαστικά μέτρα θα προκαλέσουν μεγαλυτέρα απογοήτευση     της Ταϊβάν εκ μέρους της «μεγάλης ηπειρωτικής χώρας».

Αναμένεται ευλόγως ότι, διαρκούντος του 2024 και κατόπιν, η πολιτική της Ταϊβάν πλέον επικεντρωμένη στην εθνική κυριαρχία και αποκρούουσα την βαθυτέρα προσπάθεια του Πεκίνου (γέμουσα από εμφανή και «πολεμοχαρή» στρατιωτικό και οικονομικόν εκφοβισμό αντί για πιο διακριτικές εκστρατείες πολιτικής επιρροής), θα οδηγήσει σε ένα ανταγωνιστικότερον status quo στις διμερείς τους σχέσεις. Αυτό ευλόγως θα ωθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς εταίρους τους να επεκτείνουν την πολιτική τους σχέση και την σχέση ασφαλείας τους με την Ταϊβάν, (γεγονός που βεβαίως με την σειρά του θα αυξήσει τις γενικές εντάσεις και θα δημιουργήσει σποραδικά σημεία ανατροπής διαταράσσοντα τις επιχειρηματικές και πολιτικές σχέσεις εν μέσω αναμενόμενων κινεζικών αντιποίνων). Ακόμη και εάν όλες οι πλευρές επιδιώκουν να περιορίσουν την κλιμάκωση και έχουν κίνητρα να περιορίσουν τις διαταραχές, μια (ολιγότερον πιθανή, αλλά σαφώς λίαν προκλητική) απόφαση των ΗΠΑ ή των συμμάχων τους να αναγνωρίσουν επισήμως την Ταϊβάν ή να συνάψουν επίσημον αμυντικό σύμφωνο με την νήσο θα ημπορούσε να ωθήσει την Κίνα να επιδιώξει βιαία επανένωση, ειδικότερον εάν το Πεκίνο αντιληφθεί ότι έχουν εξαφανισθεί τα όποια περιθώρια για διμερείς πολιτικές διαπραγματεύσεις ή εάν οι κοινωνικές προσπάθειες για την ανεξαρτησίαν της Ταϊβάν έχουν καταστεί ο νέος κανών.

    • Είτε εντός του πλαισίου του KMT είτε του ΔΠΚ, η Ταϊπέι θα αναλάβει τολμηρότερες δεσμεύσεις - κυρίως εμπαθή     ρητορική από το KMT και νέες ποινικές πολιτικές από το ΔΠΚ - για την υπεράσπιση της κυριαρχίας της Ταϊβάν.     Και τα δύο μέρη θα συνεχίσουν να αναγνωρίζουν την σημασία των κινεζικών δεσμών με την οικονομία, αλλά το     ΔΠΚ θα φανεί δημιουργικότερο και πιθανώς παρεμβατικότερο στις προσπάθειες οικονομικής αποσυνδέσεως που     απευθύνονται σε επιχειρήσεις, (όπως η τροπολογία που προετάθη τον παρελθόντα Αύγουστο για την απαγόρευση     της απασχολήσεως των Ταϊβανέζων εργαζομένων στην ηπειρωτική χώρα).


    • Η Ταϊπέι πιθανότατα θα συμπληρώσει την πλέον αμυντική πολιτική στάση της των προσφάτων ετών απέναντι     στο Πεκίνο, με αυστηρότερες άτυπες στρατιωτικές συνεργασίες και μεγαλυτέρα έμφαση στην απόκτηση     αναγνωρίσεως σε διεθνή ιδρύματα, δημόσιες συζητήσεις και οργανισμούς. Για να γίνει αυτό, η Ταϊβάν θα     προσπαθήσει να αξιοποιήσει τα κυβερνητικά της επιτεύγματα, όπως η αποτελεσματική διαχείριση της COVID-19,     ώστε να αναδειχθεί ως υπεύθυνος διεθνής εταίρος.


    • Καθώς εστιάζουν και πάλιν στον Ινδο-Ειρηνικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες πιθανότατα θα διπλασιάσουν την στήριξή     τους στην Ταϊβάν. Αυτό θα έχει την μορφή περισσοτέρων «θορυβωδών» διπλωματικών συναντήσεων, (όπως η     συνάντηση του Ιουνίου μεταξύ τριών γερουσιαστών της Αμερικής και του Τσάϊ) και ίσως ακόμη σαφεστέρων     δηλώσεων των αμυντικών υποχρεώσεων των ΗΠΑ απέναντι στην Ταϊβάν, καθώς οι απειλές της Κίνας κατά της     Ταϊβάν καθίστανται τολμηρότερες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες το 2021 έχουν ήδη προωθήσει τον     στρατιωτικοβιομηχανικό «φάκελο» για την αμυντική σχέση τους με την Ταϊβάν, όπως φαίνεται από την συμφωνία     για την συνεργασία της Ακτοφυλακής που υπεγράφη τον Μάρτιον και (κατά τι διακριτικότερον) την στάση     αμερικανικού στρατιωτικού αεροπλάνου στην Ταϊβάν τον παρελθόντα Ιούλιον με την αφορμήν …. της παραδόσεως     ενός επείγοντος δέματος σε Αμερικανό διπλωμάτη !


    • Οι περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Ιαπωνία, ημπορούν επίσης να καθορίσουν σαφέστερον τις σχέσεις τους     (πολιτικής και ασφαλείας) με την Ταϊβάν, όπως φαίνεται από τις δηλώσεις του Ιάπωνος Υπουργού Αμύνης     Νομπούο Κίσι τον Αύγουστο, σχετικώς με την σημασία της επιβιώσεως της Ταϊβάν για την περιφερειακή     σταθερότητα. Αλλά αυτές οι διπλωματικές αλλαγές θα περιορισθούν μοιραίως για χώρες όπως η Ιαπωνία, η     Νότια Κορέα και οι Φιλιππίνες λόγω της βαθείς οικονομικής τους εξαρτήσεως από την Κίνα.

    • Η Κίνα θα καταστεί πλέον «ευαίσθητη» στις αντιληπτές αλλαγές στις διμερείς σχέσεις με την νησιωτική «μικρά     αδελφή» της, καθώς και στον τρόπο που οι άλλες χώρες και οικονομικοί φορείς αντιμετωπίζουν την Ταϊβάν,     αντιδρώσα με ισχυρότερα οικονομικά και διπλωματικά αντίποινα, που θα προκαλούν βραχυπρόθεσμες μεν, αλλά     σοβαρές διαταραχές στις πληττόμενες εταιρείες ή και κυβερνήσεις. Πρόσφατα παραδείγματα τέτοιων     αντιποίνων περιλαμβάνουν : Την απαγόρευση της Κίνας στις εισαγωγές ανανά της Ταϊβάν την 1ην Μαρτίου μετά     από πρόταση για υποβάθμιση της προοπτικής επανενώσεως στο Ταϊβανέζικο Σύνταγμα, καθώς και την     απαγόρευση των εισαγωγών μήλων της Ταϊβάν στις 20 Σεπτεμβρίου, αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες εσκέπτοντο     ομολογουμένως να αλλάξουν το όνομα του «Γραφείου Πολιτιστικού Αντιπροσώπου της Ταϊπέι» σε «Γραφείον     Αντιπροσωπείας της Ταϊβάν».
    

    • Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι περιφερειακές δυνάμεις εμβαθύνουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με την     Ταϊβάν, το Πεκίνο θα ενισχύσει τον στρατιωτικόν εξαναγκασμό (π.χ. υπερπτήσεις από μαχητικά αεροσκάφη), τις     κυβερνοεπιθέσεις και τους εμπορικούς περιορισμούς κατά της νήσου. Ολιγότερον πιθανόν, (αλλά πολύ     πιθανότερον αίτιον εντόνου κλιμακώσεως), θα ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους να λάβουν     σαφείς αμυντικές στάσεις υπέρ της Ταϊβάν, ειδικότερον δε εάν οι Ταϊβανέζοι πολιτικοί επιδιώξουν μίαν     ανεξαρτησία de jure («εκ του νόμου») ή αποκλείσουν τις οδούς για πολιτικό διάλογο, η Κίνα πιθανότατα θα     πυροδοτήσει την δυναμική επανένωση με την Ταϊβάν, (συμπεριλαμβανομένου είτε ενός ναυτικού αποκλεισμού για     να αναγκάσει τις πολιτικές παραχωρήσεις της Ταϊβάν είτε και μιας πλήρους στρατιωτικής εισβολής στις     απομεκρυσμένες νήσους της Ταϊβάν ή σε ολόκληρον την νησιωτική χώρα). Αυτή η στρατιωτική και διπλωματική     δυναμική είναι αξία ικανής σπουδής, οπότε θα επανέλθουμε δεόντως.


«Μερικοί ξένοι με γεμάτες κοιλιές και τίποτα καλύτερο να κάνουν, ασχολούνται με το να μας δακτυλοδεικτούν. Πρώτον, η Κίνα δεν εξάγει επανάσταση. Δεύτερον, δεν εξάγει πείνα και φτώχεια. Και τρίτον, δεν πειράζει κανέναν ! Τι άλλο να ειπούμε λοιπόν ;»

Σι – Τζινπίνγκ - Πρόεδρος της Κίνας


Α. Κωνσταντίνου 

Μοιραστείτε το στο Twitter !

Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές.
Διονύσιος Σολωμός

2020 copyright istos.net.gr