Ι.ΣΤ.Ο.Σ.

ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΥΡΚΙΑ: Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΗΜΙΣΦΑΙΡΙΟ ΕΧΕΙ ΔΡΟΜΟΛΟΓΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1980

Η Αθήνα θριαμβολογεί για την άρνηση του Μπάιντεν να συναντηθεί με τον Ερντογάν κατά την διάρκεια των εργασιών της 76ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, με τον Τούρκο πρόεδρο να δηλώνει απογοητευμένος από την στάση της αμερικανικής ηγεσίας.
Είναι όμως έτσι; Ο Ερντογάν προφανώς γνώριζε ότι δεν θα συναντήσει τον Αμερικανό πρόεδρο, τέτοιου επιπέδου συναντήσεις προγραμματίζονται πολλές εβδομάδες πριν με συγκεκριμένο πρωτόκολλο και θέματα συζήτησης.
Δεν γίνονται «out of the blue». Ο Ερντογάν με την αναμενόμενη άρνηση του Μπάιντεν για συνάντηση ήθελε να κάνει εύπεπτο στον τουρκικό λαό το μήνυμα ότι «οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις δεν είναι σε καλό σημείο» και ότι «η παλιά Τουρκία δεν υπάρχει πια».
Κατηγορώντας την Αμερική ότι στις διμερείς σχέσεις «δεν ενεργεί τίμια» προετοιμάζει το έδαφος στο εσωτερικό, αμβλύνει τις όποιες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, για τις επερχόμενες μεγάλες ανατροπές στην γεωπολιτική ατζέντα της Άγκυρας.

Από την πλευρά της η Αθήνα επαίρεται ότι η Τουρκία έχει στριμωχτεί διπλωματικά και ότι η ακολουθούμενη εξωτερική πολιτική επιτέλους έχει απτά αποτελέσματα. Όμως οι παρωπίδες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ που φέρει η ελληνική ηγεσία μπορούν μεν να προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό, αλλά ουδόλως κάνουν αντιληπτό ότι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπάρχουν διαφορετικές επιδιώξεις ισχύος. Επιδιώξεις που καθιστούν την Ελλάδα παθητικό παίκτη της Ανατολικής Μεσογείου και την Τουρκία υποκείμενο της διεθνούς πολιτικής όχι μόνο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, Κεντρικής Ασίας και Μέσης Ανατολής, αλλά και παγκοσμίως. Ας γίνουμε πιο αναλυτικοί.

Η γεωγραφική θέση είναι ένα από τα κύρια στοιχεία της συλλογικής ταυτότητας ενός κράτους. Λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική ιστορία της Τουρκίας αντιλαμβανόμαστε ότι η γεωγραφική της θέση έχει παίξει σπουδαίο ρόλο στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η άποψη της τουρκικής γραφειοκρατίας και πολιτικής νομενκλατούρας περί εξωτερικής πολιτικής βασιζόταν επί δεκαετίες στην μη ανάμιξη, στην ουδετερότητα στις παγκόσμιες και περιφερειακές κρίσεις και κυρίως σε αυτές της Μέσης Ανατολής.
Αυτή η άποψη πέραν της δομικής της αιτίας, ήτοι Ψυχρός Πόλεμος και κοινά σύνορα με την Σοβιετική Ένωση, ήταν και αποτέλεσμα της Κεμαλικής ιδεολογίας η οποία είχε ως κύριο άξονα την προσπάθεια δυτικοποίησης με κόστος τις σχέσεις με τις ανατολικές χώρες και την Μέση Ανατολή. Οι υποστηρικτές αυτής της Κεμαλικής ιδεολογίας έβλεπαν την γεωγραφική θέση της Τουρκίας ως παράγοντα δημιουργίας κινδύνου και εμπλοκής σε κρίσεις, κυρίως στην Μέση Ανατολή. Ο Οζάλ και ο Ερντογάν οι οποίοι ανέλαβαν την εξουσία το 1983 και 2002 αντίστοιχα, ερμήνευσαν αυτή την γεωγραφική σχέση διαφορετικά από την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική που ίσχυε έως τότε. Ο Οζάλ και ο Ερντογάν εκτίμησαν την γεωγραφική θέση ως τεράστιο πλεονέκτημα και ως ευκαιρία να αναδειχθεί η Τουρκία σε περιφερειακή δύναμη.

Η Τουρκία ανέγνωσε την γεωστρατηγική δομή που αναδύθηκε μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου ως μια θετική εξέλιξη και ως ευκαιρία για την επέκταση της επιρροής της στο διεθνές περιβάλλον και την ανάδειξη της σε περιφερειακή δύναμη. Μάλιστα ο Οζάλ ισχυρίστηκε λίγο πριν τον θάνατο του, ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ένας «τουρκικός αιώνας» στο οικονομικό, πολιτισμικό και πολιτικό πεδίο. Έχοντας αυτή την κατεύθυνση η Τουρκία αντικατέστησε την παθητική εξωτερική της πολιτική που ίσχυσε έως το 1980 με μια ενεργή πολιτική τόσο στα Βαλκάνια, όσο και στην Μέση Ανατολή και στην Κασπία. Κατά την άποψη του Οζάλ, μια άποψη που ασπάστηκε μετέπειτα ο Ερντογάν, το γεωστρατηγικό περιβάλλον μετά τον Ψυχρό Πόλεμο πρόσφερε στην Τουρκία μια μοναδική ευκαιρία για την πραγμάτωση αυτών των προσδοκιών, προσδοκίες τις οποίες ο Ερντογάν μαζί με τον Νταβούτογλου ερμήνευσαν και σχεδίασαν ως το «νεοοθωμανικό όραμα» του 21ου αιώνα.

Το 2001 ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Νταβούτογλου παρουσίασε το έργο του «Stratejik Derinlik» (Στρατηγική Βάθους). Την περίοδο 2002-2009 ο Νταβούτογλου διετέλεσε σύμβουλος επί εξωτερικής πολιτικής του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, την περίοδο 2009-2014 διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός από το 2014 έως το 2016. Το συγγραφικό του έργο αποτέλεσε για την Τουρκία γεωπολιτικό οδηγό και ορίζοντα της τουρκικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Στο βιβλίο του «Στρατηγική Βάθους» ο Νταβούτογλου αναλύει τις εθνικές αξίες της Τουρκίας στο διεθνές περιβάλλον με βάση την γεωστρατηγική της θέση και το ιστορικό της βάθος. Σύμφωνα με την λογική και την θεωρία Νταβούτογλου, η Τουρκία είναι προικισμένη με μοναδικό τρόπο λόγω των γεωπολιτικών περιοχών που επηρεάζει, κυρίως λόγω του ελέγχου των Στενών του Βοσπόρου και της ιστορικής κληρονομιάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η «Στρατηγική Βάθους» και το πολιτικό όραμα του Νταβούτογλου προσπαθεί να αντισταθμίσει την εξάρτηση της Τουρκίας από την Δύση, βάζοντας στην ζυγαριά πολλαπλές συμμαχίες με χώρες της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας.
Με αυτό τον τρόπο ο Νταβούτογλου ήθελε να συμπληρώσει την μονομερή και παραδοσιακή δυτικόστροφη εξωτερική πολιτική της Τουρκίας με μια δυναμική περιφερειακή συνιστώσα. Ο Νταβούτογλου στο έργο του δίνει καίρια σημασία στην στενή σχέση μεταξύ Γεωγραφίας, Εθνικής Ταυτότητας και Realpolitik. Η εξωτερική πολιτική που οραματίζεται βασίζεται σε μια νέα γεωγραφική κατανόηση η οποία συνδέεται άμεσα με το οθωμανικό παρελθόν και έχει ως κυρίαρχα χαρακτηριστικά, πρώτον την «πολιτική μηδενικών προβλημάτων» (zero problem policy) και δεύτερον την «πολιτική ανώτατης ολοκλήρωσης» (maximum integration policy) με όλα τα γειτονικά κράτη.

Η «Στρατηγική Βάθους» οραματίζεται την Τουρκία ως μια χώρα που δεν είναι περιφερειακή της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής ή της Κεντρικής Ασίας, αλλά μια «χώρα κλειδί» (pivotal state), η οποία χρησιμοποιώντας τις πολυδιάστατες εξωτερικές της σχέσεις θα μπορούσε να αναδειχθεί σε μια περιφερειακή δύναμη με μεγάλη επιρροή.

Ο Ερντογάν και ο Νταβούτογλου πίστευαν ότι η Τουρκία χτισμένη στις στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απολάμβανε ένα ξεχωριστό και ανεκμετάλλευτο δυναμικό: Βασιζόμενη στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της αποβιώσασας Αυτοκρατορίας θα μπορούσε να εδραιωθεί ως περιφερειακός ηγέτης και ως ισχυρός παίκτης στο παγκόσμιο περιβάλλον. Πρέπει να τονισθεί ότι ο Νταβούτογλου ήταν οπαδός της λεγόμενης «soft power», δηλαδή πίστευε ότι η εφαρμογή ήπιας δύναμης θα αρκούσε για να καταστεί και πάλι η Τουρκία μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Σε αντίθεση με αυτόν, ο Ερντογάν κυρίως μετά το 2011 πρέσβευε την «hard power», κάτι που εφάρμοσε στην Συρία (μετέπειτα στην Λιβύη), και αυτή ήταν η κύρια αιτία που πήραν πολιτικό διαζύγιο και απομακρύνθηκε ο Νταβούτογλου από την ηγετική ομάδα του AKP.

Μετά την απομάκρυνση και περιθωριοποίηση του Νταβούτογλου το 2016, δεν υπήρξε ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό όραμα για το μέλλον της Τουρκίας και αν υπήρξε, θάφτηκε στα βόρεια σύνορα της Συρίας μετά την ρωσική στρατιωτική υποστήριξη στον Άσαντ. Η πιο εκθαμβωτική εξαίρεση στην απουσία οράματος ήταν ο ναύαρχος Cem Gürdeniz, ο οποίος με την «Γαλάζια Πατρίδα» ενέπνευσε όχι μόνο το τουρκικό ναυτικό (ένα ναυτικό το οποίο ως γνωστό στερείται εκτίμησης για τις θαλάσσιες παραδόσεις και τα επιτεύγματα του), αλλά έθεσε τις βάσεις για το νέο γεωστρατηγικό δόγμα της Τουρκίας.

Ο Cem Gürdeniz επί πολλά χρόνια συνεργάστηκε στενά με τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων δυο ετών διαμονής στην Ναυτική Μεταπτυχιακή Σχολή (Naval Postgraduate School), έχει δε συντάξει πολλά βιβλία σχετιζόμενα με το ναυτικό και τον στρατό. Στο πλαίσιο των ανακρίσεων για την υπόθεση «Βαριοπούλα» (Balyoz Harekâtı), ένα σχέδιο πραξικοπηματιών για την πρόκληση έντασης με την Ελλάδα και την απομάκρυνση του Ερντογάν, συνελήφθη το 2011 και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 ετών, αφέθηκε ελεύθερος όμως το 2015.

Μετά την αποφυλάκιση του ο ε.α. πλέον Gürdeniz δραστηριοποιήθηκε στον δημόσιο βίο της Τουρκίας, καλύπτοντας με τα άρθρα του στην εφημερίδα «Aydınlık» την ευρύτερη προσπάθεια Τούρκων αξιωματικών για απομάκρυνση από το ΝΑΤΟ και τον προσανατολισμό προς την Ρωσία. Στην εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα κατηγορούσε συχνά την Ουάσιγκτον ότι υπονομεύει την προσπάθεια της Τουρκίας να αναδειχθεί παγκόσμια δύναμη, υποστηρίζοντας ότι η οικοδόμηση στενών δεσμών με την Ρωσία βοηθάει την προώθηση των τουρκικών συμφερόντων και χρησιμεύει ως προπύργιο στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης.

Η πολιτική σκέψη του Gürdeniz αντικατοπτρίζει σήμερα το τουρκικό θεσμικό πλαίσιο ή αν προτιμάτε την πολιτική του βαθέως κράτους. Ο Gürdeniz έχει στενές σχέσεις με το κόμμα «Vatan» (Πατρίδα) του Doḡu Perinçek, ένα κόμμα που έχει ως σημαία την αγάπη προς την Ρωσία και την κατηγορηματική αντίθεση προς τις ΗΠΑ. Εικάζεται ότι το «Vatan» έχει σημαντική υποστήριξη μεταξύ του τουρκικού στρατού, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων αξιωματικών. Πιθανολογείται ότι η διοίκηση Ερντογάν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα το 2016 των Κεμαλιστών (ή κατά τον Ερντογάν, των Γκιουλενιστών), υποστηρίζει την προώθηση αξιωματικών φίλα προσκείμενων στο κόμμα του Doḡu Perinçek.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» του Cem Gürdeniz δίνει στον Ερντογάν το όραμα, το στρατηγικό πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί το επόμενο διάστημα. Η «Γαλάζια Πατρίδα» καλεί την Άγκυρα να μην επιτρέψει στην Ελλάδα το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τον υποθαλάσσιο ενεργειακό πλούτο της Ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα με την άποψη του Gürdeniz «ελλείψει στρατιωτικής δύναμης, η Ελλάδα βασίζεται στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιβάλλει την κυριαρχία της, ζώντας στον ονειρικό κόσμο του παρελθόντος και των φαντασιώσεων της, στο Αιγαίο, στην Μεσόγειο και στην Μαύρη Θάλασσα. Η Ελλάδα θα πρέπει να γνωρίζει την θέση της».

Η τρέχουσα πολιτική και γεωπολιτική ανασημασιοδότηση της Τουρκίας δεν πρέπει να παρεξηγηθεί, καθώς δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε παράλογη και ακολουθεί ένα σαφές σχέδιο που ξεδιπλώνεται ήδη από την δεκαετία του 1980.
Αν αυτό το σχέδιο παρ’ όλες τις μορφές αντίστασης αποδειχθεί επιτυχές, τότε η «νέα Τουρκία», η μετα-κεμαλική (μετα-οθωμανική) Τουρκία του 21ου αιώνα θα είναι σημαντικά πιο ισχυρή και θα έχει εξέχουσα θέση ως περιφερειακή δύναμη.
Η διαδρομή που ακολουθεί, οδηγεί στην απόρριψη των δυτικών και κοσμικών αξιών του 20ου αιώνα και στον σαφή περιορισμό των εσωτερικών πολιτικών δικαιωμάτων, μια διαδρομή όμως που για την Τουρκία είναι στρατηγικά σκόπιμη και πιθανόν επικερδής και αποδοτική.
Οι κίνδυνοι στην πορεία της στον 21ο αιώνα θα μπορούσαν να προέλθουν από τον τομέα της οικονομικής ανάπτυξης, από την εσωτερική πολιτική σταθερότητα και από την στρατηγική υπερκόπωση. Από γεωστρατηγική άποψη η βασική πρόκληση που θα αντιμετωπίσει απορρέει από το εξής γεγονός:
Η Τουρκία κείται στο κέντρο πολλαπλών και αποκλινουσών σφαιρών επιρροής και θα δυσκολευτεί να αποδείξει ότι είναι ένας σοβαρός παίκτης στην γεωπολιτική σκακιέρα.

Θα είναι πολύ δύσκολο για την Τουρκία να ισορροπήσει στην περιοχή μεταξύ των συγκεκριμένων γεωπολιτικών φιλοδοξιών της Ρωσίας και του Ιράν. Είναι βέβαιο ότι από πλευράς Δύσης, η πορεία που έχει χαράξει η Τουρκία στον 21ο αιώνα αξιολογείται ως συγκρουσιακή και μερικές φορές τρομακτική. Όμως από πλευράς Τουρκίας αυτή η πολιτική και μετασχηματιστική διαδικασία είναι στοχευμένη και στρατηγικά ορθολογική. Κατά κάποιον τρόπο ομοιάζει με την προσέγγιση του Βλαντίμιρ Πούτιν τα τελευταία 20 χρόνια, όταν διαμορφώθηκε η μετασοβιετική Ρωσία. Η πορεία της Ρωσίας δεν ήταν ευχάριστη για την Δύση, αλλά αναμφισβήτητα έχει επιτύχει πολιτική και οικονομική σταθερότητα, σημαντικά ενισχυμένη εθνική συνείδηση για τον ρωσικό λαό και γεωπολιτική δυναμική.
Οι ομοιότητες όσον αφορά τους στόχους και την προσέγγιση μεταξύ της μετασοβιετικής Ρωσίας και της Τουρκίας του 21ου αιώνα είναι περισσότερο από ορατές. Μεταξύ άλλων ενδείξεων προβάλλει όλο και περισσότερο η θέληση της Τουρκίας να αποχωρήσει από το «δυτικό ημισφαίριο» και η πρόθεση της να συγκρουσθεί γεωπολιτικά προς κατοχύρωση των συμφερόντων της.

Τον 21ο αιώνα τα γεωπολιτικά, γεωστρατηγικά, γεωοικονομικά και γεωπολιτισμικά συμφέροντα της Τουρκίας έχουν αλλάξει ριζικά. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Τουρκία ψάχνει τον νέο ρόλο της στην Ευρασία. Αυτός ο «στρατηγικός διάλογος» αποτελεί μια πρόκληση για την τουρκική και διεθνή πολιτική ασφαλείας, αποτελεί όμως και πρόκληση για την πολιτική ασφαλείας της Ελλάδας στο άμεσο μέλλον.
Η Ελλάδα πρέπει να αγωνιστεί για τις αξίες και τα ιδανικά της χωρίς να αποφύγει την Realpolitik. Η Ελλάδα πρέπει να συνειδητοποιήσει τα όρια και τον κίνδυνο του μετασχηματισμού και της ιστορικής μεταμόρφωσης της Τουρκίας και να αναγνωρίσει ότι η Άγκυρα του 21ου αιώνα κλείνει μια «παρένθεση» 100 ετών και τερματίζει τον Κεμαλισμό.
Η Ελλάδα θα πρέπει να καταλάβει ότι με την «πολιτική ορθότητα» και τον τυφλό «πασιφισμό» δεν μπορεί να αποφύγει την «σύγκρουση των πολιτισμών», εάν το άλλο μέρος δεν είναι δεκτικό σε αυτό το είδος του διαλόγου, κάτι που έχει αποδειχθεί περίτρανα τα τελευταία χρόνια.

Η Τουρκία με την «Στρατηγική Βάθους» και την «Γαλάζια Πατρίδα» ανασημασιοδοτεί στον 21ο αιώνα την εξωτερική της πολιτική, επιδιώκοντας να αλλάξει το status quo στην Ανατολική Μεσόγειο (ένα status quo που ήδη δέχεται πιέσεις από την Ρωσία) και να ανατείλει ως εξέχουσα περιφερειακή δύναμη στην περιοχή.
Η Τουρκία έχει στρατηγικό σχεδιασμό, αυτός ο σχεδιασμός την απομακρύνει από την Δύση και την μετασχηματίζει σε άξονα μεταξύ μεγάλων, γεωστρατηγικά σημαντικών δυνάμεων της Ευρασίας.

Γ. Λιναρδής 

Μοιραστείτε το στο Twitter !

"Δεν μου αρέσει ο πόλεμος, αλλά προτιμώ να τον κάνω νωρίτερα παρά αργότερα" Nαπολέων 

2021 copyright istos.net.gr