Ι.ΣΤ.Ο.Σ.

ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΟΙ ΗΘΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η έννοια του Δικαίου στην εποχή μας είναι αναμφίβολα συγκεχυμένη στη συνείδηση των πολιτών, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σκοπιμότητα της απονομής δικαιοσύνης.
Μία ποινή επιβάλλεται για λόγους σωφρονισμού, για επιβολή τιμωρίας, για παραδειγματισμό των υπολοίπων, για ηθική ικανοποίηση των αδικηθέντων ή για επιβεβαίωση της ύπαρξης μίας «πολιτείας δικαίου»; Στη συνείδηση του καθένα θα μπορούσε να ισχύει οποιαδήποτε περίπτωση ή συνδυασμός των ανωτέρω.

Για να κατανοηθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η έννοια του Δικαίου πρέπει να εξετασθεί ως συλλογική κοινωνική δράση, και όχι ως ένα σύνολο κανόνων και διατάξεων. Αυτή η οπτική του Δικαίου, ως ηθικά προσανατολισμένης δραστηριότητας μίας κοινωνίας μας οδηγεί πίσω στο χρόνο, στις απαρχές των οργανωμένων κοινωνιών. Στις πατριαρχικές κοινωνίες των γενών δεν υπήρχε εκδίκηση και νομική αντιδικία. Τις διαφορές τις έλυναν οι γεροντότεροι και σοφότεροι του γένους. Τα βαριά αδικήματα, όπως η προσβολή ιερών κανόνων, η προδοσία, η δειλία και η απειθαρχία τιμωρούνταν άμεσα με την έναρξη μίας διαδικασίας μετάνοιας ή με λυντσάρισμα.
Όταν δημιουργήθηκαν ευρύτερες κοινωνίες κάτω από μεγάλους οίκους, ξεπρόβαλαν οι πρώτες νομικές ρυθμίσεις.

Σε αυτές τις κοινωνίες, ο μάγος ή ο ιερέας ήταν και ο δικαστής. Συνεπώς οι πρώτες ρίζες της έννοιας του Δικαίου προέρχονται από την κοινή καταγωγή και από τη θρησκεία. Οι σταθεροί τύποι που χρησιμοποιούσαν οι ιερείς για να συμβουλευτούν τις πνευματικές δυνάμεις αποτέλεσαν και τις πρώτες τεχνικές «νομικές έννοιες». Οι λατρευτικοί τύποι οδήγησαν σε νομικές έννοιες.
Αυτό φαίνεται καθαρά στη ρωμαϊκή νομική σκέψη που διαμορφώθηκε από την κατανομή των αρμοδιοτήτων στα διάφορα πνεύματα (numina) της ρωμαϊκής αγροτικής θρησκείας. Τώρα γίνεται φανερό ότι το Δίκαιο έμελλε να εξελιχθεί όχι ως αποτέλεσμα κάποιων οικονομικών επιταγών ή αναγκαιοτήτων αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο της παράδοσης, των ηθών και των εθίμων ενός έθνους.
Βεβαίως, προσωπικότητες προικισμένες με το «νομικό χάρισμα», όπως σοφοί, νομικοί, προφήτες και ιερείς, έσπαγαν ενίοτε το φορμαλισμό της παράδοσης κατά τρόπο αποκαλυπτικό και ρηξικέλευθο έχοντας στα χέρια τους τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα. Δημιουργούσαν όμως πάντα μία νέα παράδοση στη βάση της εθνικής-λαϊκής κοινότητας. Αναφέρουμε τα παραδείγματα των Βρεών στην Ιρλανδία, των Δρυίδων στη Γαλατία, των νομοκηρύκων στους Βορειογερμανούς και των Ραχιμβούργων στους Φράγκους.

Προϊόντος του χρόνου, η ανάγκη πολεμικών επιχειρήσεων για την επέκταση του ζωτικού χώρου, ανέδειξε την κάστα των πολεμιστών μαζί με την ανάγκη αυστηροποίησης των νομικών κανόνων για λόγους πειθαρχίας και ασφάλειας. Η κάστα των πολεμιστών νομοθετεί πλέον υπεράνω των μάγων και των ιερέων, και απολαμβάνει ιδιαιτέρων νομικών προνομίων που εξισορροπούν τα αυξημένα καθήκοντα.

Εκεί όπου ένας φύλαρχος ή ηγεμόνας κατόρθωσε να υπερκεράσει την κάστα των πολεμιστών δημιουργείται μία νέα νομική πραγματικότητα. Δομείται μία κοινωνική διάρθρωση στηριγμένη σε κοινωνικές κατηγορίες κατοχυρωμένες από την ηγεμονία προνόμια. Για κάθε κοινωνική κατηγορία διαμορφώνεται ξεχωριστά η δημιουργία και η απονομή του δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κοινωνική διάρθρωση της Ινδίας σε κάστες. Οι κάστες δεν αποτελούσαν απλώς οικονομικές τάξεις. Τα στεγανά ανάμεσά τους, εκτός από εθνοφυλετικό χαρακτήρα καταδείκνυαν διαφορετική μεταφυσική και ιστορική αποστολή που συνεπαγόταν ότι σε κάθε κάστα ίσχυαν διαφορετικά λατρευτικά τυπικά και απονομή δικαίου. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου κάποιοι ηγεμόνες αποφάσιζαν πατριαρχικά μόνοι τους για την απονομή του δικαίου κατά την κρίση τους.

Η απονομή δικαιοσύνης σε ευρύτερη κλίμακα (ανάμεσα σε ηγεμονίες) δημιούργησε την ανάγκη σταθερών κανονιστικών διατάξεων γενικής ισχύος. Η εφαρμογή τους επέφερε αλλαγές στα στοιχεία του δικαίου, όπως η έννοια του «προκρίματος», δηλαδή το ότι οι δικαστικές αποφάσεις άρχισαν να βασίζονται σε ειλημμένες δικαστικές αποφάσεις του παρελθόντος για αντίστοιχες υποθέσεις.

Η συγκρότηση αυτοκρατοριών επιβάλλει την αυστηροποίηση του δικαίου για λόγους ασφαλείας και συνοχής. Είναι η εποχή που το δίκαιο αρχίζει να αυτονομείται εφόσον ασκείται από επαγγελματίες της δικανικής πρακτικής (δικηγόρους, δικολάβους). Αυτή η αυτόνομη εξέλιξη του δικαίου κατά τον Μαξ Βέμπερ δεν δρομολογήθηκε από τις κοινωνικές συνθήκες, όσο από τις πολιτικές συγκυρίες.

Ο πλήρης εξορθολογισμός του δικαίου επήλθε με την ανάπτυξη των πόλεων με την έννοια της καθαρά οικονομικής εξελικτικής διαδικασίας, φαινόμενο των δυτικών αστικών κοινωνιών. Το φεουδαλικό ανορθολογικό δίκαιο ανατρέπεται. Οι γενικής εφαρμογής μηνυτήριες αγωγές αντικαθίστανται από άμεσες συμβατικές αγωγές.
Η επικράτηση του ατομισμού απωθεί την αρχή της συλλογικής ενοχής και εισάγει την αυστηρά προσωπική ενοχή, που ταιριάζει με το πνεύμα των «αγορών».
Τα νομικά σχήματα αναφοράς ελαστικοποιούνται ώστε να ταιριάζουν περισσότερο με την κινητικότητα των σχέσεων της αγοράς. Εν συνεχεία πραγματοποιείται η εννοιολογική διάκριση ανάμεσα σε χρέος και ενοχή, που επιτρέπει την ενοχική δέσμευση της περιουσίας του οφειλέτη. Οι αστοί έφεραν το νομικό ορθολογισμό στις έσχατες συνέπειές του, στοχεύοντας στην εξασφάλιση σταθερών και νομικά κατοχυρωμένων προνομίων.

Ένα γενικής εφαρμογής αντικειμενικό δίκαιο εξυπηρετούσε καλύτερα τη σταθερότητα ευκαιριών κέρδους. Όμως η χαμηλού επιπέδου ηθική των αστών δεν τους εμπόδισε να εκμεταλλεύονται φεουδαρχικού τύπου προνομιακές παραχωρήσεις, όπως στις περιπτώσεις που το κράτος εγγυάτο μονοπωλιακού τύπου εκμεταλλεύσεις ευκαιριών. Αυτή η εξέλιξη ήταν καταλυτική για τις ηθικές βάσεις και τη σκοπιμότητα του δικαίου στην αστική Δύση. Η οικονομική δραστηριότητα επηρεάζει καταλυτικά την πολιτική νομοθετική εξουσία, και αυτή με τη σειρά της «ανακαλύπτει» νομικές ρυθμίσεις που εξυπηρετούν την ανώτατη δύναμη, τις αγορές.

Ο νομικός φορμαλισμός αφαίρεσε τα προνόμια από τους ευγενείς και τους φεουδάρχες, προσφέροντάς τα στην αστική τάξη. Το γράμμα του νόμου όμως παρέμεινε πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Ακόμα και το τυπικό αξίωμα της συναλλακτικής ισότητας (εάν και όπου ισχύει) μεταξύ οικονομικά ανίσων αφήνει τους πιο αδύναμους στη διάθεση των ισχυροτέρων. Λειτουργεί συνεπώς σε βάρος κάθε λογικά παραδεκτής αρχής δικαιοσύνης.

Ο σοσιαλισμός δεν ανακάλυψε τίποτε νέο που αφορά στην ποιοτική αναβάθμιση του δικαίου. Προτάσσει υλικές, οικονομικές απόψεις και επιδιώκει την «εκ των κάτω» απόρριψη των νομικών τύπων. Στην αστική νομική αντίληψη της ελευθερίας των συμβάσεων αντιτάσσει το αίτημα μίας ολικής κάλυψης των συμφερόντων του εργαζόμενου στη σύμβαση εργασίας. Εκεί σταματούν όλα. Για τον σημερινό μαζάνθρωπο, έννοιες όπως ήθος, καθήκον, υποχρέωση, προσωπικότητα είναι λέξεις δίχως ουσιαστικό νόημα. Οι υπάρχουσες αξίες περί δικαίου αντιπροσωπεύουν και τον «νομικό του πολιτισμό». 

ΩΡΙΩΝ

Μοιραστείτε το στο Twitter !

Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές.
Διονύσιος Σολωμός

2020 copyright istos.net.gr