Ι.ΣΤ.Ο.Σ.

ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΟΥ ΜΠΑΪΝΤΕΝ ΠΡΟΟΙΩΝΙΖΕΙ ΤΟ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ

Ο Μπάιντεν συμπλήρωσε ένα χρόνο στον θώκο του προέδρου των ΗΠΑ, αυτός ο χρόνος στην εξουσία της υπερδύναμης έδειξε ότι το παρελθόν του ως γεράκι και ψυχροπολεμιστής είναι σίγουρα ένας πρόλογος για το μέλλον. Ο Μπάιντεν εντός του 2021 υπέγραψε ένα αμυντικό νομοσχέδιο που αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες κατά 5% σε σχέση με τις ήδη αυξημένες δαπάνες του αμυντικού προϋπολογισμού του προκατόχου του, αναμόχλευσε σε υπέρμετρο βαθμό τον Ψυχρό Πόλεμο με την Κίνα και την Ρωσία, πραγματοποίησε δολοφονικές επιθέσεις εναντίον αμάχων στο Αφγανιστάν κατά την διάρκεια της άτακτης αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων κατοχής από την χώρα, συνέχισε τους παράνομους βομβαρδισμούς στην Συρία με εντελώς ψευδή και γελοία προσχήματα, διατήρησε και αύξησε τις μαζικές πωλήσεις όπλων προς το δολοφονικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, επέκτεινε τον πόλεμο των ΗΠΑ στην Σομαλία και στην περιοχή του Κέρατος στην Ανατολική Αφρική.

Ο Μπάιντεν για να εφαρμόσει την ψυχροπολεμική πολιτική του επέλεξε σοφά τους σημαντικούς συνεργάτες του, σχεδόν όλοι τους με βιογραφικό ιέρακος και θητείας στα ευαγή ιδρύματα του εβραϊκού λόμπι και του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.

Ως υπουργό Άμυνας επέλεξε τον Lloyd Austin, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του αμυντικού κολοσσού Raytheon, ο οποίος τους πρώτους μήνες της θητείας του ανέθεσε περίπου 10 δις δολάρια σε συμβόλαια σε αυτή την εταιρία. Από το 2013 έως το 2018, ο Austin ήταν υπεύθυνος όλων των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή (διοικητής CENTCOM), ο διορισμός του ως υπουργού Άμυνας παραβίασε την παράδοση να ηγείται αυτού του υπουργείου μη στρατιωτικός, μια παράδοση που κατοχυρώθηκε με νόμο το 1947 (National Security Act, Public Law 235 of July 26, 1947).

Ως υπουργό Άμυνας επέλεξε τον Antony Blinken, υφυπουργό Εξωτερικών από το 2015 έως το 2017, ο οποίος το 2003 ως ανώτατο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων του Κογκρέσου (Senate Foreign Relations Committee) υποστήριξε την εισβολή στο Ιράκ, θυμίζουμε ότι πρόεδρος της Επιτροπής τότε ήταν ο Μπάιντεν. Ο Blinken επί εποχής Obama ήταν ο βασικός αρχιτέκτονας της πολιτικής επεμβάσεων στο Αφγανιστάν, στην Λιβύη, Συρία και υποστηρικτής του σαουδαραβικού πολέμου στην Υεμένη. Επίσης ήταν συνδιαμορφωτής της πολιτικής των ΗΠΑ έναντι της Ουκρανίας (πορτοκαλί επανάσταση/Μαϊντάν) που οδήγησε στην απόσχιση της Κριμαίας και στην σημερινή Ουκρανική κρίση.

Ως υφυπουργό Εξωτερικών διόρισε την Victoria Nuland, η οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέγερση/πραξικόπημα του Μαϊντάν το 2014 στην Ουκρανία. Η Nuland έγινε ευρέως γνωστή όταν συνομιλώντας μετά το πραξικόπημα στο τηλέφωνο με τον τότε πρέσβη των ΗΠΑ στο Κίεβο Geoffrey Pyatt του είπε «fuck the EU», υπονοώντας σαφώς ότι αφεντικό στο Κίεβο πρέπει να είναι η Ουάσιγκτον. Η Nuland είναι σύζυγος του Robert Kagan, συνιδρυτή του think tank «Project for the New American Century», το οποίο ουσιαστικά σχεδίασε τους πολέμους των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, επεμβάσεις που έγιναν γνωστές ως «Αραβική Άνοιξη». Επίσης είναι γνωστή για ένα άρθρο της το 2020 στο έγκυρο περιοδικό Foreign Affairs που είχε τίτλο «Pinning Down Putin» (Καθηλώνοντας τον Πούτιν).

Ως Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας διόρισε τον Jake Sullivan, σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν όταν ήταν Αντιπρόεδρος και της υπουργού Εξωτερικών Hillary Clinton επί κυβερνήσεως Obama. Ήταν βασικός αρχιτέκτονας του εξοπλισμού των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους στην Λιβύη και στην Συρία, σήμερα υποστηρίζει την διάθεση επιθετικού πολεμικού υλικού στο Κίεβο, κάτι που προφανώς φορτίζει στο έπακρο την κρίση στην Ουκρανία.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν όντας ένα χρόνο στην εξουσία μεγιστοποίησε την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ έναντι της Κίνας, χαρακτηρίζοντας την ως «βασική απειλή που καθοδηγεί τις προτεραιότητες των αμυντικών δαπανών των ΗΠΑ» (the key threat guiding US Defense spending priorities). Αυτή η «απειλή» προφανώς δεν βασίζεται σε στρατιωτικές προκλήσεις του Πεκίνου, έχει σχέση με το γεγονός ότι η Κίνα υπερισχύει πλέον οικονομικά των ΗΠΑ και ακολουθεί μια ανεξάρτητη πολιτική στο πλαίσιο της Ευρασιατικής Ένωσης. Το σχέδιο της επιθετικής πολιτικής έναντι της Κίνας περιλαμβάνει την πώληση όπλων αξίας 750 εκατομμυρίων δολαρίων στην Ταϊβάν, απόφαση που ελήφθη τον Αύγουστο του 2021, αξίζει να σημειωθεί ότι βασικός προμηθευτής των οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν είναι η εταιρία Raytheon στην οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω. Περιλαμβάνει επίσης την συμφωνία AUKUS που υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 2021, ένα σύμφωνο για την παροχή στην Αυστραλία τεχνολογίας πυρηνικών υποβρυχίων, ώστε να μπορέσει να αντισταθεί καλύτερα στην Κίνα, η οποία όμως ουδόλως την απειλεί.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν τον Νοέμβριο του 2021 ενέκρινε την πώληση πυραυλικών συστημάτων αέρος-αέρος στην Σαουδική Αραβία και συμφωνία συντήρησης ελικοπτέρων, συνολικής αξίας 1,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με το αιτιολογικό της «βελτίωσης της ασφάλειας μιας φιλικής χώρας για πολιτική και οικονομική πρόοδο». Ο κύριος ανάδοχος αυτής της πώλησης είναι η αμυντική εταιρία Raytheon, τα όπλα προορίζονται για τον παράνομο πόλεμο της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη. Θυμίζουμε ότι προεκλογικά ο Μπάιντεν είχε δηλώσει ότι θα «τερματίσει την στήριξη των ΗΠΑ στις επιθετικές επιχειρήσεις της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών πωλήσεων όπλων». Το γνωστό αμερικανικό ίδρυμα Brookings Institution σε πρόσφατη μελέτη του διαπίστωσε ότι «ο ισχυρισμός του Μπάιντεν για τερματισμό της υποστήριξης στις επιθετικές επιχειρήσεις στην Υεμένη είναι ένα ψέμα».

Στην Νότια Αμερική η κυβέρνηση Μπάιντεν ακολουθεί το «δόγμα Μονρόε» (Monroe Doctrine) του 1823, το δόγμα προειδοποιεί ότι «οποιαδήποτε προσπάθεια από μια ευρωπαϊκή δύναμη να ελέγξει οποιοδήποτε έθνος στο δυτικό ημισφαίριο θα θεωρηθεί ως εχθρική πράξη κατά των ΗΠΑ». Πρωταρχικός στόχος του δόγματος ήταν κυρίως η προάσπιση της ηγεμονικής θέσης των ΗΠΑ στα κράτη της Λατινικής Αμερικής που μόλις είχαν απελευθερωθεί τον 19ο αιώνα. Το δόγμα αυτό αποτελεί ουσιαστικά τη θεωρία δύο ξεχωριστών σφαιρών επιρροής, του Νέου και του Παλαιού Κόσμου, και εξαγγέλθηκε με δεδομένες τις ανησυχίες των ΗΠΑ, αφενός ότι οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις θα επιχειρούσαν την ανάκτηση των χαμένων αποικιών της Ισπανίας και αφετέρου ότι οι Ρώσοι φιλοδοξούσαν να επεκταθούν σε τμήματα της αμερικανικής ηπείρου.

Στο πλαίσιο του επικαιροποιημένου δόγματος Μονρόε, ο Μπάιντεν ως υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές του 2020 ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισε τον απατεώνα Χουάν Γκουαϊδό ως ηγέτη της Βενεζουέλας έναντι του Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος κέρδισε νόμιμα τις εκλογές του 2018.
Ο Γκουαϊδό προσκλήθηκε ως εκπρόσωπος της Βενεζουέλας στην «Σύνοδο Κορυφής για την Δημοκρατία» του Μπάιντεν τον Δεκέμβριο, παρ’ όλο που στην πατρίδα του ο αυτόκλητος πρόεδρος συμμετείχε σε πολυάριθμες απόπειρες πραξικοπήματος. Θυμίζουμε ότι ένεκα της «πολιτικής μπανανίας» των ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική, το Μεξικό, η Αργεντινή και το Περού αρνήθηκαν την συμμετοχή τους στην συγκεκριμένη Σύνοδο-παρωδία. Η «πολιτική μπανανίας» είναι εμφανής και στην περίπτωση του προέδρου της Ονδούρας Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, ο οποίος αν και κατηγορείται ως επικεφαλής κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Μπάιντεν αρνήθηκε να επιβληθούν κυρώσεις στον Ερνάντες με την αιτιολογία ότι το καθεστώς του είναι φίλα προσκείμενο προς τις ΗΠΑ.

Στην Αφρική, μια ήπειρος που εξελίσσεται σε βασικό πεδίο μάχης στον ανταγωνισμό ισχύος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας-Ρωσίας, ο Μπάιντεν αναπροσδιόρισε την πολιτική Τραμπ που είχε αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από την πλούσια σε πετρέλαιο Σομαλία και την πλούσια σε ορυκτά Μοζαμβίκη, στέλνοντας Ειδικές Δυνάμεις στην περιοχή για να βοηθήσουν τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις, που όμως διάκεινται φιλικά προς την Ουάσιγκτον.
Τον Νοέμβριο η κυβέρνηση Μπάιντεν διέταξε την ανάπτυξη 1.000 στρατιωτών στο Κέρας της Αφρικής, ισχυριζόμενη ότι ο Αιθιοπικός στρατός διαπράττει γενοκτονία εναντίον του Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου του Τιγκράι (TPLF), μιας τρομοκρατικής οργάνωσης της οποίας οι ιδρυτές είχαν χρηματοδοτηθεί από την CIA. Η κυβέρνηση Μπάιντεν όμως σιωπά σχετικά με τις βιαιοπραγίες και τις δολοφονίες των εκπαιδευμένων από τις ΗΠΑ δυνάμεων ασφαλείας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό εναντίον αντικαθεστωτικών και φυλών της περιοχής.

Κατά την διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας ο «δημοκράτης» Μπάιντεν είχε δηλώσει ότι «οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται νέα πυρηνικά όπλα» και ότι η κυβέρνηση του «θα εργαστεί για να διατηρήσει έναν ισχυρό, αποτρεπτικό μηχανισμό, μειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση και τις υπερβολικές δαπάνες για πυρηνικά όπλα». Ωστόσο, για το οικονομικό έτος 2022 προβλέπεται το ποσό των 43,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τον εκσυγχρονισμό πυρηνικών κεφαλών και των υποστηρικτικών συστημάτων τους.

Ο διευρυμένος προϋπολογισμός για τα πυρηνικά όπλα είναι σε μεγάλο βαθμό συνέπεια της επιδείνωσης των σχέσεων με την Ρωσία, μια επιδείνωση για την οποία ουδεμία ευθύνη φέρει η Μόσχα, καθώς η κυβέρνηση Μπάιντεν προκάλεσε την Μόσχα με κλιμακούμενες στρατιωτικές ασκήσεις και πτήσεις πυρηνικών βομβαρδιστικών στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας, την επιβολή κυρώσεων με συνεχή και δόλια προσχήματα, την αποστολή πολεμικών πλοίων σε προκλητικούς ελιγμούς στην Μαύρη Θάλασσα, την προώθηση της επέκτασης του ΝΑΤΟ στην Γεωργία και Ουκρανία, την χρηματοδότηση «έγχρωμης επανάστασης» στην Λευκορωσία και στο Καζακστάν. Θυμίζουμε ότι ο ίδιος ο Μπάιντεν αποκάλεσε τον Πούτιν «δολοφόνο» και τον κατηγόρησε για εγκλήματα τα οποία υπάρχουν μόνο στην φαντασία του διανοητικά ανεπαρκούς Αμερικανού προέδρου.

Τα επόμενα τρία χρόνια διακυβέρνησης Μπάιντεν θα είναι πολύ επικίνδυνα, καθώς οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας και ΗΠΑ-Κίνας θα συνεχίσουν να κλιμακώνονται.
Την επιδείνωση των εγχώριων συνθηκών στις ΗΠΑ, οικονομικών και άλλων, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα προσπαθήσει να παρακάμψει, κινητοποιώντας τον αμερικανικό λαό και συμμαχικές εθελόδουλες κυβερνήσεις εναντίον ενός πρακτικά ανύπαρκτου εχθρού, ενός «εχθρού» που ουσιαστικά έχει σκιαγραφηθεί από το βαθύ κράτος της Ουάσιγκτον με σκοπό την διαιώνιση του Ψυχρού Πολέμου και τα λάφυρα που αυτός φέρνει στο παγκόσμιο τοκογλυφικό κεφάλαιο.

Γ. Λιναρδής  

Μοιραστείτε το στο Twitter !

Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές.
Διονύσιος Σολωμός

2020 copyright istos.net.gr